Μπορεί ο ενεργειακός σχεδιασμός να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον διαρκούς γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας; Το ερώτημα, που έθεσε ευθέως ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ, Δημήτρης Φούρλαρης, από το βήμα του 6ου συνεδρίου «Δίκαιο της Ενέργειας», συνοψίζει το βασικό δίλημμα της εποχής: πώς σχεδιάζεις ένα σύστημα όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι οι παραδοχές σου είναι πιθανό να διαψευστούν.
Η απάντηση που ανέπτυξε δεν κινείται στη λογική μιας «σωστής» πρόβλεψης, αλλά μιας νέας φιλοσοφίας σχεδιασμού. Όπως τόνισε, «η αβεβαιότητα δεν εξαφανίζεται, δεν ρυθμίζεται πλήρως και δεν προβλέπεται πάντοτε εγκαίρως» . Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η εξάλειψή της, αλλά η ικανότητα του συστήματος να αντέχει και να προσαρμόζεται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος οργάνωσε την παρέμβασή του γύρω από πέντε βασικούς άξονες: την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας, κόστους και βιωσιμότητας, τη μετάβαση από την πρόβλεψη στην ανθεκτικότητα, την ενσωμάτωση της γεωπολιτικής στον σχεδιασμό, τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου και, τέλος, τη σημασία της ρύθμισης ως θεσμικής «ομπρέλας».
Η νέα ενεργειακή εξίσωση: ασφάλεια, κόστος και βιωσιμότητα
Ο ενεργειακός σχεδιασμός, όπως υπογράμμισε, δεν μπορεί πλέον να υπηρετεί έναν μόνο στόχο. Αντιθέτως, καλείται να κινηθεί εντός ενός απαιτητικού τριγώνου: ασφάλεια εφοδιασμού, προσιτό κόστος και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η πρόκληση δεν είναι να επιλεγεί μία διάσταση εις βάρος των άλλων, αλλά να εντοπιστούν οι πολιτικές που γεφυρώνουν τις αντιφάσεις.
«Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε την ασφάλεια αντί της πράσινης μετάβασης ή την απανθρακοποίηση αντί της ανταγωνιστικότητας. Η πρόκληση είναι να βρούμε εκείνες τις λύσεις που μειώνουν τις αντιφάσεις και πολλαπλασιάζουν τις συνέργειες» , σημείωσε, δίνοντας το στίγμα μιας πιο σύνθετης ενεργειακής πολιτικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απανθρακοποίηση δεν αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος της ασφάλειας, αλλά δυνητικά ως εργαλείο της. Η ανάπτυξη εγχώριων ανανεώσιμων πηγών περιορίζει την έκθεση σε διεθνείς τιμές και γεωπολιτικές εντάσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, η μετάβαση δημιουργεί νέες εξαρτήσεις: από πρώτες ύλες, τεχνολογικές αλυσίδες, εξοπλισμό, δίκτυα και ψηφιακά συστήματα. Η ενεργειακή ασφάλεια του μέλλοντος, επομένως, αποκτά πολυδιάστατο χαρακτήρα.
Από την πρόβλεψη στην ανθεκτικότητα
Η πιο ουσιαστική μετατόπιση που περιέγραψε αφορά τη φιλοσοφία του σχεδιασμού. Η εποχή όπου ο ενεργειακός σχεδιασμός στηριζόταν σε ένα βασικό σενάριο έχει παρέλθει. Τα διαδοχικά σοκ –πανδημία, ενεργειακή κρίση, γεωπολιτικές συγκρούσεις– ανέτρεψαν τις σταθερές. «Δεν μπορούμε να χτίσουμε πολιτική πάνω σε ένα κεντρικό σενάριο. Χρειαζόμαστε σενάρια αντοχής», τόνισε, περιγράφοντας τη μετάβαση από την πρόβλεψη στην ανθεκτικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός οφείλει να απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει αν οι βασικές παραδοχές αποδειχθούν λανθασμένες. Σημαίνει επίσης ότι το σύστημα πρέπει να διαθέτει εφεδρείες, ευελιξία και δυνατότητα ταχείας προσαρμογής.
Στο επίπεδο των εργαλείων, η ανθεκτικότητα μεταφράζεται σε επενδύσεις σε αποθήκευση, ενίσχυση διασυνδέσεων, ενεργοποίηση της απόκρισης ζήτησης και ανάπτυξη μηχανισμών ευελιξίας. «Δεν αρκεί η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ· απαιτούνται δομές που μπορούν να απορροφήσουν αυτή την παραγωγή», υπογράμμισε , αναδεικνύοντας την ανάγκη για ένα πιο ισορροπημένο σύστημα.
Η γεωπολιτική ως δομική παράμετρος
Η ενέργεια, όπως σημείωσε, δεν αποτελεί πλέον ένα τεχνικό ή οικονομικό ζήτημα, αλλά έναν κατεξοχήν γεωπολιτικό χώρο. Ο ανταγωνισμός εκτείνεται πέρα από τα καύσιμα και αγγίζει τεχνολογίες, υποδομές, πρώτες ύλες και διαδρομές μεταφοράς. «Αν δεν κατανοούμε τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε συστήματα που αντέχουν στις μεταβολές τους» , ανέφερε, επισημαίνοντας ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός πρέπει να συνομιλεί με τη διπλωματία, την εθνική ασφάλεια και την ευρωπαϊκή στρατηγική. Η γεωπολιτική, πλέον, δεν αποτελεί εξωτερικό παράγοντα, αλλά ενσωματώνεται στον ίδιο τον πυρήνα του σχεδιασμού.
Η Ελλάδα ως κόμβος ενεργειακής ασφάλειας
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο. Όπως υπογράμμισε ο Δημήτρης Φούρλαρης, η χώρα δεν είναι πλέον απλώς μια περιφερειακή αγορά, αλλά δύναται να λειτουργήσει ως κόμβος ενεργειακής ασφάλειας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι υποδομές LNG, οι διασυνδέσεις και οι δυνατότητες αποθήκευσης ενισχύουν αυτή τη θέση. Η λειτουργία της FSRU Αλεξανδρούπολης, σε συνδυασμό με τη Ρεβυθούσα, δημιουργεί νέες δυνατότητες διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων, ενισχύοντας τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας. Ωστόσο, η γεωπολιτική αναβάθμιση συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις: διαφάνεια, σταθερούς κανόνες, διασυνοριακή συνεργασία και θεσμική αξιοπιστία. «Ο γεωπολιτικός ρόλος μιας χώρας δεν θεμελιώνεται μόνο με έργα υποδομής, αλλά και με θεσμική αξιοπιστία».
Ρύθμιση: η ισορροπία μεταξύ σταθερότητας και ευελιξίας
Σε περιβάλλον αβεβαιότητας, η ρύθμιση αναδεικνύεται σε κρίσιμο πυλώνα. Η ενεργειακή αγορά, όπως εξήγησε, χρειάζεται όχι μόνο ταχύτητα, αλλά και προβλεψιμότητα. «Η ρύθμιση έχει διπλό ρόλο: να διασφαλίζει σταθερότητα, αλλά να μην παγώνει το σύστημα», υπογράμμισε, περιγράφοντας την ανάγκη για ένα πλαίσιο που προστατεύει τον καταναλωτή χωρίς να αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Ιδιαίτερα στις νέες αγορές της ενεργειακής μετάβασης, αποθήκευση, ενεργειακές κοινότητες, δυναμικά τιμολόγια η ισορροπία αυτή καθίσταται ακόμη πιο απαιτητική, καθώς το ρυθμιστικό πλαίσιο καλείται να συμβαδίσει με την τεχνολογική εξέλιξη.
Η ασυμμετρία του χρόνου και η ανάγκη συνεχούς αναθεώρησης
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που ανέδειξε αφορά τη σύγκρουση δύο «χρόνων»: της γεωπολιτικής, που εξελίσσεται με ταχύτητα, και των ενεργειακών υποδομών, που απαιτούν χρόνια για να υλοποιηθούν. Αυτό δημιουργεί έναν εγγενή κίνδυνο: επενδύσεις που σχεδιάζονται σήμερα να αποδειχθούν ασύμβατες με τις συνθήκες του αύριο. Η απάντηση, όπως σημείωσε, βρίσκεται στην προσαρμοστικότητα, στη διαφοροποίηση και στην τακτική επαναξιολόγηση του σχεδιασμού.
«Καλός σχεδιασμός δεν είναι αυτός που δεν αλλάζει ποτέ. Είναι αυτός που ξέρει πότε πρέπει να αλλάξει». Ο ενεργειακός σχεδιασμός δεν είναι μόνο τεχνική άσκηση. Έχει σαφή κοινωνική διάσταση. Αν οι πολίτες βιώνουν την ενέργεια αποκλειστικά ως κόστος, η μετάβαση υπονομεύεται. Η ενεργειακή ασφάλεια, όπως υπογράμμισε, περιλαμβάνει όχι μόνο τις υποδομές, αλλά και τις τιμές, την επενδυτική σταθερότητα και τη θεσμική εμπιστοσύνη.
Συνοψίζοντας, ο Δημήτρης Φούρλαρης κατέληξε πως ο ενεργειακός σχεδιασμός μπορεί να λειτουργήσει σε συνθήκες αβεβαιότητας, αλλά μόνο αν εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση της απόλυτης πρόβλεψης. «Να σχεδιάζουμε όχι για βεβαιότητα, αλλά για ανθεκτικότητα… Να βλέπουμε τη ρύθμιση όχι μόνο ως περιορισμό, αλλά και ως υπόβαθρο εμπιστοσύνης», σημείωσε, περιγράφοντας το νέο παράδειγμα.
Διαβάστε ακόμη
