Ο συντονισμός των χωρών της ΕΕ στην κατεύθυνση της λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση του νέου ενεργειακού σοκ που χτυπά την πόρτα των «27» λόγω της ανάφλεξης στην Μέση Ανατολή είναι το μοναδικό θέμα στην ατζέντα του έκτακτου Συμβουλίου των Υπουργών Ενέργειας που πραγματοποιείται σήμερα (Τρίτη 31 Μαρτίου) μέσω τηλεδιάσκεψης, με την Ελλάδα να εκπροσωπείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αθήνα θα επιμείνει στην ανάγκη λήψης μέτρων «πανευρωπαϊκής εμβέλειας» για τη συγκράτηση των τιμών. Ωστόσο ο πήχης των προσδοκιών για δραστικές πρωτοβουλίες άμεσης απόδοσης βρίσκεται χαμηλά, ιδίως μετά το έκτακτο Eurogroup της περασμένης Παρασκευής, κατά το οποίο η Κομισιόν έστειλε σήμα για αυστηρά στοχευμένα προς τους ευάλωτους μέτρα προκειμένου να μην διαταραχθούν οι δημοσιονομικές ισορροπίες, αφήνοντας αιχμές για υπερβολική γαλαντομία από πλευράς εθνικών κυβερνήσεων κατά τη διαχείριση της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης της περιόδου 2022-2023. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε άλλωστε -μέσω μηνύματός του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν, ο οποίος αν και παραδέχθηκε ότι «Η κρίση στο Ιράν επηρεάζει τις τιμές ενέργειας στην Ευρώπη και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, τόσο για τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, όσο και για τις επιχειρήσεις που αγωνίζονται να παραμείνουν ανταγωνιστικές», εντούτοις ως λύση πρότεινε «άμεσα στοχευμένα μέτρα» για την αντιμετώπιση της κρίσης (με την έμφαση στο «στοχευμένα») που πρέπει να εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με το προπαρασκευαστικό κείμενο της συνόδου, οι υπουργοί καλούνται να «υποδείξουν ποια συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν για την αντιμετώπιση της πίεσης των αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου με συντονισμένο τρόπο», αποφεύγοντας τις «ασυντόνιστες και αποσπασματικές εθνικές αντιδράσεις», καθώς και τα «σήματα που προκαλούν αναταραχή στην αγορά».
Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι ο εφοδιασμός σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο της ΕΕ παραμένει εξασφαλισμένος βραχυπρόθεσμα, καθώς οι κύριοι προμηθευτές της είναι η Νορβηγία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, και όχι παραγωγοί που πλήττονται άμεσα από απεργίες και διακοπές λειτουργίας στη Μέση Ανατολή. Παρά ταύτα, έγγραφο που απέστειλαν οι Βρυξέλλες προς τις εθνικές κυβερνήσεις (που αποκάλυψε το Politico) και στο οποίο ζητούν από τα κράτη μέση να εξετάσουν το ενδεχόμενο μείωσης της χρήσης ορυκτών καυσίμων ιδίως στον τομέα των μεταφορών (όπως π.χ. τον περιορισμό των μη απαραίτητων οδικών και αεροπορικών μετακινήσεων) φαίνεται να αποκαλύπτει μια βαθύτερη ανησυχία σε σχέση με τις δημόσιες καθησυχαστικές δηλώσεις, για τον κίνδυνο παρατεταμένης διαταραχής. Γι’ αυτό και η Κομισιόν ζητά από τις εθνικές κυβερνήσεις να «πατήσουν γκάζι» για την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου για τον επόμενο χειμώνα και παράλληλα να εξετάσουν δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας. Παρότι η φυσική επάρκεια ενεργειακού εφοδιασμού δεν αμφισβητείται προς το παρόν, το οικονομικό κόστος αυξάνεται συνεχώς, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά των χωρών.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Argus, το τελευταίο δεξαμενόπλοιο με ντίζελ από τον Κόλπο αναμένεται να φτάσει στην Ευρώπη γύρω στις 10 Απριλίου, και το τελευταίο φορτίο με jet fuel (αεροπορικά καύσιμα) γύρω στις 11 Απριλίου, ένα ορόσημο που οι αγορές ήδη αποτιμούν με αυξημένη νευρικότητα. Παρά τη συγκυρία, ωστόσο, ενιαία γραμμή δράσης δεν φαίνεται να έχει διαμορφωθεί γι’ αυτό και ήδη πολλές χώρες έχουν προχωρήσει στη λήψη εθνικών μέτρων χωρίς να περιμένουν τις κεντρικές κατευθύνσεις των Βρυξελλών. Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή τηλεδιάσκεψη αποτελεί ένα ακόμη «crash test» για την ΕΕ, η οποία καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα ενεργειακή κρίση, γεωπολιτικές εντάσεις και εσωτερικές διαιρέσεις, χωρίς να χάσει τον στρατηγικό της προσανατολισμό.
Διαβάστε ακόμη
