Τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούν τα μέτρα για τη μείωση των τιμών ενέργειας -με έμφαση στο ηλεκτρικό ρεύμα- που θα βάλει η Κομισιόν στο «τραπέζι» των εθνικών κυβερνήσεων της ΕΕ και που θα συζητηθούν πρώτα στη Σύνοδο των Υπουργών Ενέργειας των «27» τη Δευτέρα 16 Μαρτίου και εν συνεχεία στη Σύνοδο Κορυφής, τρεις μέρες αργότερα, σύμφωνα με εσωτερικό έγγραφο των αρμόδιων διευθύνσεων της Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού).

Πρώτον, να εστιάζουν σε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στις περιοχές και τους κλάδους που πλήττονται περισσότερο από τις υψηλές τιμές, ώστε να διατηρηθούν τα μακροπρόθεσμα «σινιάλα» για τις τιμές που στηρίζουν τις επενδύσεις σε «διαρθρωτικά διατηρήσιμες λύσεις». Μια διατύπωση που φωτογραφίζει τα έργα που προωθούν την πράσινη μετάβαση (ΑΠΕ, μπαταρίες, διασυνδέσεις κλπ) τα οποία οι Βρυξέλλες θεωρούν μεν κλειδί για φθηνότερες τιμές ενέργειας, κατά κοινή παραδοχή όμως ενίοτε συνεπάγονται βραχυπρόθεσμα κόστη προτού ξεκλειδώσουν μακροπρόθεσμα οφέλη. Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένο ότι «οποιαδήποτε πρόταση για αλλαγές στο νομοθετικό μέτρο δεν θα αποδώσει άμεσα», ίσως απαιτηθούν «λύσεις -γέφυρα για χαμηλότερες τιμές ενέργειας τα επόμενα 2-3 χρόνια, έως ότου η μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας να αποκλιμακώσουν την πίεση στις τιμές του ηλεκτρισμού».

Δεύτερον, να προσφέρουν ρυθμιστική ορατότητα και ασφάλεια, παράγοντας που θεωρείται κρίσιμος για τους κλάδους με έντασης κεφαλαίου, με τους αξιωματούχους της Κομισιόν να φέρνουν ως παράδειγμα ενεργειακά έργα με μακρύ επενδυτικό κύκλο, για τα οποία το κόστος κεφαλαίου συναρτάται με το «ασφάλιστρο κινδύνου» (risk premium) που φέρουν. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να μην δημιουργούν αστάθεια, να μην στέλνουν αντιφατικά σήματα και να μην επιβραδύνουν τον εξηλεκτρισμό και την ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Τρίτον, τα όποια μέτρα δεν θα πρέπει να οδηγούν σε περαιτέρω κατακερματισμό της αγοράς ενέργειας της ΕΕ, μια διατύπωση που πιθανότατα κρύβει αιχμές για μονομερείς παρεμβάσεις με επιπτώσεις εκτός συνόρων, όπως τα μέτρα που εξήγγειλε πρόσφατα η κυβέρνηση της Ιταλίας για «αφαίρεση» του κόστους των εκπομπών CO2 από το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής που προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.

Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα που να πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις η Επιτροπή θα βάλει στο «μικροσκόπιό» της τις τέσσερις βασικές συνιστώσες των τιμών ενέργειας που είναι το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού, οι φόροι και τα τέλη στην ενέργεια, οι χρεώσεις χρήσης των δικτύων ηλεκτρισμού και το κόστος άνθρακα. «Και στις τέσσερις, η κατάσταση διαφέρει από χώρα σε χώρα», αναφέρει το  κείμενο, αναδεικνύοντας τη δυσκολία της άσκησης και περιγράφοντας τη μεγάλη εικόνα.

  1. Όσον αφορά στο κόστος της παραγωγής ηλεκτρισμού -που αποτυπώνεται στις χονδρεμπορικές τιμές-, αυτό ποικίλλει από χώρα σε χώρα αναλόγως τη ζήτηση και το μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής (ΑΠΕ, πυρηνικά, υδροηλεκτρικά, ορυκτά καύσιμα, αποθήκευση και απόκριση στη ζήτηση), ενώ σημαντική παράμετρος είναι και το επίπεδο της διασυνδεσιμότητας. Οι υπηρεσίες της Κομισιόν δίνουν ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης στο ισχύον σύστημα οριακής τιμολόγησης (το ενδεχόμενο επανεξέτασης του οποίου άφησε ανοιχτό η ίδια η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μετά την άτυπη Σύνοδο Κορυφής του Alden Biesen ένα μήνα πριν), σημειώνοντας ότι χρησιμοποιείται σε όλες τις απελευθερωμένες ενεργειακές αγορές στον κόσμο και ότι δίνει κίνητρα για την ανάπτυξη ΑΠΕ και καθαρών τεχνολογιών, μειώνοντας την ανάγκη για κρατικές ενισχύσεις. Στη βάση αυτού του συστήματος το κόστος των (ακριβών) μονάδων φυσικού αερίου καθορίζει τις τιμές ηλεκτρισμού στις ώρες αιχμής, κάτι που σημαίνει ότι όσο περισσότερες πηγές καθαρής ενέργειας διαθέτει μια χώρα τόσο μικρότερη είναι η επίπτωση των μονάδων του φυσικού αερίου στις τιμές, πολλώ δε μάλλον αν ληφθεί υπόψη και η άνοδος  των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη (TTF) που κινούνταν λίγο πάνω από τα 30 ευρώ/MWh πριν το ξέσπασμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή και τώρα βρίσκονται λίγο πάνω από τα 50 ευρώ/MWh, με μια άνοδο της τάξης του 70%.
  2. Όσον αφορά στους φόρους και τα τέλη που επιβαρύνουν το τελικό κόστος της ενέργειας, μπορεί να φτάσει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και στο 22%. Σύμφωνα με την Κομισιόν, «Σε 13 χώρες της ΕΕ -μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Ελλάδα-, πολλές εκ των οποίων αντιμετωπίζουν προβλήματα με την ανταγωνιστικότητα των βιομηχανιών τους, τα κόστη αυτά υπερβαίνουν το 10% του συνολικού κόστους των λογαριασμών ρεύματος, παρά τις δυνατότητες που προσφέρει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για δραστική μείωση της φορολογίας». Η Επιτροπή αναδεικνύει επίσης το γεγονός ότι «Οι φόροι και τα τέλη στον ηλεκτρισμό είναι σε απόλυτους όρους υπερδιπλάσιοι σε σχέση με τη φορολογία του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά». Το σήμα που δίνεται εδώ είναι σαφές: Μειώστε τους φόρους στον ηλεκτρισμό, η εφαρμογή του όμως αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια -και τα δημοσιονομικά περιθώρια- της κάθε χώρας, με την Ελλάδα να μην περιλαμβάνεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη ευελιξία κινήσεων στον τομέα αυτό.
  3. Μια άλλη σημαντική συνιστώσα είναι οι χρεώσεις δικτύων που αναλογούν στο 18% του συνολικού κόστους ενέργειας των βιομηχανικών χρηστών και χρηματοδοτούν την ανάπτυξη των δικτύων και τη διαχείριση των συστημάτων ηλεκτρισμού. Η Κομισιόν έχει θέσει επί τάπητος τη μείωση της επιβάρυνσης των καταναλωτών (καθώς τα κόστη αυτά στις περισσότερες χώρες ανακτώνται μέσω των λογαριασμών ρεύματος), για παράδειγμα μέσω ανάληψης μέρος της δαπάνης από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, με τη Γερμανία να έχει κινηθεί προς την κατεύθυνση αυτή.
  4. Τέλος, η τέταρτη συνιστώσα είναι τα κόστη CO2 που αντιστοιχούν περίπου στο 11% του λογαριασμού των βιομηχανικών χρηστών, με διακυμάνσεις ανάλογα ,με το μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής σε κάθε χώρα.

Η Κομισιόν καλείται να εισηγηθεί συγκεκριμένες δράσεις για καθεμία από αυτές τις συνιστώσες, με στόχο τη μείωση των τιμών  ενέργειας στην ΕΕ, με τις προτάσεις να «ζυμώνονται» πρώτα από τους Υπουργούς Ενέργειας των «27» και εν συνεχεία από τους αρχηγούς κρατών.  Η συνέχεια αναμένεται λοιπόν μέσα στην επόμενη εβδομάδα και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έχουν διαμορφωθεί στρατόπεδα εντός της ΕΕ που κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και η εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων είναι δύσκολη άσκηση ισορροπίας…

Διαβάστε ακόμη