Εντυπωσιακή είναι η σημερινή «φωτογραφία» των ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων Ενέργειας, καθώς δείχνει ότι η Ελλάδα είναι η Τρίτη φθηνότερη χώρα πανευρωπαϊκά πίσω μόνο από τη Σουηδία και την Φινλανδία. Σε μία ημέρα όπου σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές αγορές, ακόμα και στις συνήθως φθηνότερες από την Ελλάδα αγορές της Ιβηρικής (Ισπανία, Πορτογαλία) η μέση χονδρεμπορική τιμή διαμορφώνεται πάνω από 100 ευρώ/MWh -υπό την πίεση και του όλματος των τιμών του φυσικού αερίου-, στην Ελλάδα η πολύ υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής που σωρευτικά προσεγγίζει το 75%, λειτουργεί ως ανάχωμα και συγκρατεί τη μέση τιμή στα 82,94 ευρώ/MWh, ενώ στη Βουλγαρία -με την οποία η ελληνική αγορά είναι συζευγμένη- η μέση τιμή αγγίζει τα 120 ευρώ/MWh και στην Ιταλία η μέση τιμή είναι σχεδόν διπλάσια από την ελληνική (160 ευρώ/MWh).
O παράγοντας που κάνει τη διαφορά είναι ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΧΕ το ποσοστό των ΑΠΕ (αιολικά και φωτοβολταϊκά) ήταν της τάξης του 60%, ενώ η συμμετοχή της υδροηλεκτρικής παραγωγής αγγίζει το 15%. Η συνθήκη αυτή επέτρεψε να περιοριστεί η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο 18%, και να διαμορφώσει μηδενικές/αρνητικές τιμές τις μεσημεριανές ώρες. Σημειώνεται ότι στα αναχώματα της Ελλάδα αναφέρθηκε σε άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής» και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος σημειώνοντας ότι «Τους τελευταίους μήνες η Ελλάδα είχε μία από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη – απόρροια της εξαιρετικής παραγωγής από άνεμο και νερά. Την άνοιξη πέφτει η κατανάλωση, ενώ ενισχύονται τα φωτοβολταϊκά. Το τελευταίο δωδεκάμηνο έχουμε αυξήσει την εγκατεστη μένη ισχύ από ΑΠΕ κατά 18%, ενώ σύντομα θα έχουμε και τις πρώτες μπαταρίες, που θα προσφέρουν ευελιξία στο σύστημα. Συνεπώς έχουμε τις προϋποθέσεις για να περιορίσουμε (σε ένα βαθμό)τη χρήση του αερίου στο μείγμα τους επόμενους μήνες».
Διαβάστε ακόμη
