Μείωση σε σχέση με πέρυσι, αλλά ταυτόχρονα το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι μηνών κατέγραψαν οι εκπομπές CO2 από την ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2026, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση του Green Tank. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια μικτή εικόνα για την πορεία της ενεργειακής μετάβασης, με την υποχώρηση των λιγνιτικών εκπομπών να αντισταθμίζεται εν μέρει από την αυξημένη χρήση φυσικού αερίου.
Συνολικά, οι εκπομπές από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα ανήλθαν σε 1,68 εκατ. τόνους CO2. Το επίπεδο αυτό είναι μειωμένο κατά 5,5% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025, ωστόσο παραμένει υψηλότερο από τις αντίστοιχες εκπομπές του Ιανουαρίου 2023 και του Ιανουαρίου 2024, ενώ αποτελεί το υψηλότερο σημείο του τελευταίου εξαμήνου.
Η μείωση των συνολικών εκπομπών οφείλεται κυρίως στη σημαντική υποχώρηση των εκπομπών από τις λιγνιτικές μονάδες, οι οποίες περιορίστηκαν στους 0,52 εκατ. τόνους – περίπου το 31,5% του συνόλου – καταγράφοντας πτώση σχεδόν 20% σε σύγκριση με πέρυσι. Παρά τη μείωση αυτή, ο λιγνίτης εξακολουθεί να έχει σημαντική παρουσία στο ενεργειακό μείγμα.
Την ίδια στιγμή, το φυσικό αέριο ενίσχυσε τη θέση του ως βασική πηγή εκπομπών. Οι μονάδες αερίου παρήγαγαν περίπου το 53,6% των συνολικών εκπομπών του μήνα, φτάνοντας τους 0,9 εκατ. τόνους CO₂, ελαφρώς περισσότερους από τον Ιανουάριο του 2025. Αύξηση καταγράφηκε και στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, όπου οι πετρελαϊκές μονάδες εκτιμάται ότι εξέπεμψαν 0,21 εκατ. τόνους, σημειώνοντας άνοδο 11% σε ετήσια βάση.
Σε επίπεδο σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, ο μεγαλύτερος ρυπαντής παρέμεινε ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ο οποίος ευθύνεται μόνος του για περίπου το 26,5% των εκπομπών του τομέα, με 0,43 εκατ. τόνους CO2. Ακολουθούν μονάδες φυσικού αερίου, όπως ο ΘΗΣ Αγίου Νικολάου ΙΙ και η Μεγαλόπολη V, ενώ την πεντάδα των μεγαλύτερων ρυπαντών συμπληρώνουν οι μονάδες Λαύριο IV-V και Πτολεμαΐδα 5. Στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, οι μεγαλύτερες εκπομπές προήλθαν από τους σταθμούς της Κρήτης και της Ρόδου.
Η ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο στα 265,6 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα. Παρότι μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, παραμένει ελαφρώς υψηλότερη από τον μέσο όρο του 2025. Σε ετήσια βάση πάντως είναι περίπου 23% χαμηλότερη, κυρίως λόγω της μειωμένης λιγνιτικής παραγωγής.
Οι περικοπές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές παρέμειναν χαμηλές τον μήνα αυτό, περιορίζοντας την επίδρασή τους στο ανθρακικό αποτύπωμα του συστήματος. Αν η περικοπτόμενη παραγωγή είχε αξιοποιηθεί για να μειωθεί περαιτέρω η λειτουργία μονάδων ορυκτών καυσίμων, η ένταση άνθρακα θα ήταν περίπου 2,8% χαμηλότερη.
Σε σχέση με τους στόχους του αναθεωρημένου Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής έχει ήδη καταναλώσει περίπου το 18,7% του ετήσιου «προϋπολογισμού άνθρακα» για το 2026. Για να παραμείνει εντός της προβλεπόμενης πορείας μείωσης, οι συνολικές εκπομπές του έτους δεν θα πρέπει να ξεπεράσουν τους 9 εκατ. τόνους CO2.
Διαβάστε ακόμη
