Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τη μετάβασή της προς τον εξηλεκτρισμό, μια νέα και σύνθετη γεωπολιτική πρόκληση αναδύεται από την Ανατολή. Η πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Μελετών της ΕΕ για Θέματα Ασφάλειας (EUISS) με τίτλο «Ο Δράκος στο Δίκτυο», που δημοσιεύθηκε τον προηγούμενο μήνα, αποκαλύπτει μια συστηματική και πολυεπίπεδη είσοδο της Κίνας στις ενεργειακές υποδομές της Ευρώπης. Από τα ηλιακά πάνελ και τους κρίσιμους αντιστροφείς (inverters) μέχρι τις στρατηγικές μετοχικές συμμετοχές σε διαχειριστές δικτύων, όπως ο ελληνικός ΑΔΜΗΕ, το Πεκίνο φαίνεται να αποκτά σταδιακά τον έλεγχο των «αρτηριών» ηλεκτρικού ρεύματος της Γηραιάς Ηπείρου.
Η κινεζική ηγεμονία στην πράσινη τεχνολογία δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιου κρατικού σχεδιασμού που αποκρυσταλλώνεται στο 14ο και πλέον στο 15ο πενταετές πλάνο της χώρας. Η Κίνα έχει καταφέρει να καταστήσει την Ευρώπη εξαρτημένη από τις δικές της βιομηχανικές ροές με αριθμούς που προκαλούν ίλιγγο. Μέχρι το τέλος του 2023, η Κίνα ήλεγχε το 98% της παγκόσμιας παραγωγής πλακιδίων πυριτίου (wafers) και το 85% της κατασκευής ηλιακών κυψελών. Το 2024, η νέα εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών παγκοσμίως έφτασε τα 597 GW, μέγεθος που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνολικές ενεργειακές ανάγκες πολλών ευρωπαϊκών κρατών.
Στην αιολική ενέργεια, το 2024, οι κινεζικές εταιρείες παρήγαγαν το 70% των ανεμογεννητριών σε παγκόσμια κλίμακα, εκτοπίζοντας παραδοσιακούς Ευρωπαίους παίκτες λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής, το οποίο υπολογίζεται ότι είναι κατά 30-40% χαμηλότερο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Η κυριαρχία επεκτείνεται και στα υλικά που απαιτούνται για την κατασκευή αυτών των τεχνολογιών. Το 2024, η Κίνα ήλεγχε το 59% της εξόρυξης, το 91% της διύλισης και το 94% της κατασκευής μόνιμων μαγνητών, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τις τουρμπίνες των ανεμογεννητριών.
Η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς. Τα δίκτυα αυτά πρέπει να γίνουν πιο ισχυρά, πιο ψηφιακά και πιο διασυνδεδεμένα. Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδιαίτερα των αιολικών και φωτοβολταϊκών, δημιουργεί ένα ενεργειακό σύστημα πολύ πιο αποκεντρωμένο από το παραδοσιακό μοντέλο. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν συγκεντρώνεται πλέον σε μεγάλους θερμικούς σταθμούς, αλλά σε χιλιάδες μικρότερες εγκαταστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι τα δίκτυα μεταφοράς γίνονται η πραγματική «ραχοκοκαλιά» της ενεργειακής μετάβασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να επενδύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε νέα δίκτυα και διασυνδέσεις, προκειμένου να υποστηρίξει την πράσινη οικονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οργανισμοί όπως ο ΑΔΜΗΕ αποκτούν κρίσιμη σημασία όχι μόνο για τις εθνικές οικονομίες αλλά και για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο ΑΔΜΗΕ και η είσοδος του Πεκίνου σε διαχειριστές δικτύων
Σύμφωνα με την έκθεση, μία από τις πιο ευαίσθητες πτυχές της κινεζικής στρατηγικής είναι η επενδυτική διείσδυση σε διαχειριστές δικτύων μεταφοράς (TSOs), οι οποίοι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής ασφάλειας κάθε κράτους. Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής μέσω της συμμετοχής της State Grid Corporation of China (SGCC) στον ΑΔΜΗΕ. Η SGCC, ο μεγαλύτερος διαχειριστής ηλεκτρικής ενέργειας στον κόσμο, εισήλθε στον ΑΔΜΗΕ το 2017 αποκτώντας το 24% των μετοχών του. Η συμμετοχή αυτή, αν και παρουσιάστηκε ως μια στρατηγική επένδυση για την αναβάθμιση του ελληνικού δικτύου, φέρει μαζί της σημαντικά ερωτήματα που αναδεικνύονται στην έκθεση του EUISS:
Κατά τους αναλυτές, η παρουσία της SGCC στον ΑΔΜΗΕ (όπως και το 25% που κατέχει στην πορτογαλική REN ή το 35% στην ιταλική CDP Reti) δεν είναι μια παθητική επένδυση. Οι κινεζικές κρατικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις αποφάσεις για την ανάπτυξη των υποδομών, τις μελλοντικές διασυνδέσεις και την επιλογή προμηθευτών εξοπλισμού. Οι διαχειριστές είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E). Αυτό σημαίνει ότι ο ΑΔΜΗΕ έχει πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες για το σύνολο του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος. Η έκθεση επισημαίνει τον κίνδυνο διαρροής δεδομένων προς το Πεκίνο, κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την χαρτογράφηση των αδυναμιών της ευρωπαϊκής ενέργειας.
Τονίζεται επίσης πως υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι όπου η Κίνα κατέχει μερίδια σε διαχειριστές, ευνοείται η χρήση κινεζικής τεχνολογίας. Εταιρείες όπως η Huawei και η XD Electric (η οποία έχει κοινοπραξία με την SGCC) κερδίζουν συχνά συμβόλαια για ψηφιακά συστήματα ελέγχου και μετασχηματιστές, εκτοπίζοντας ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η Siemens ή η Schneider Electric. Σημειώνεται ότι άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν λάβει πιο αυστηρά μέτρα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, μπλόκαρε την εξαγορά μεριδίου στον διαχειριστή 50Hertz από την SGCC το 2018 για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ παρόμοια στάση τήρησαν το Βέλγιο και η Δανία.
Πέρα από την ιδιοκτησία των δικτύων, η τεχνολογική εξάρτηση από κινεζικούς αντιστροφείς (inverters) αποτελεί μια «ωρολογιακή βόμβα». Οι inverters είναι ο «εγκέφαλος» ενός φωτοβολταϊκού συστήματος, καθώς μετατρέπουν το συνεχές ρεύμα σε εναλλασσόμενο και επικοινωνούν με το κεντρικό δίκτυο. Η Huawei και η Sungrow ελέγχουν το 55% των παγκόσμιων εγκαταστάσεων inverters.
Τον Μάιο του 2025, αποκαλύφθηκε η ύπαρξη μη εξουσιοδοτημένων εξαρτημάτων επικοινωνίας σε κινεζικούς inverters (τα λεγόμενα “rogue devices”). Αυτά τα εξαρτήματα επιτρέπουν απομακρυσμένη πρόσβαση μέσω “backdoors”, δίνοντας τη δυνατότητα σε κακόβουλους δρώντες να προκαλέσουν ξαφνικές διακυμάνσεις στην τάση. Τον Απρίλιο του 2025, μια ξαφνική απώλεια ισχύος 2.1GW (ισοδύναμη με τη λειτουργία δύο μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων) οδήγησε σε εκτεταμένο μπλακ άουτ στην Ισπανία, αναδεικνύοντας πόσο εύθραυστο είναι το σύστημα όταν βασίζεται σε ελεγχόμενες εξ αποστάσεως συσκευές. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα οικιακά φωτοβολταϊκά. Στην Ολλανδία, αυτά καλύπτουν το 15-16% της συνολικής ισχύος, αλλά επειδή θεωρούνται μικροπαραγωγοί, δεν υπόκεινται στους αυστηρούς κανόνες κυβερνοασφάλειας της οδηγίας NIS 2, αποτελώντας έτσι την «πίσω πόρτα» για μια επίθεση στο εθνικό δίκτυο.
Προτάσεις για μια αυτόνομη Ευρώπη
Η έκθεση του EUISS καταλήγει σε μια σειρά από ριζοσπαστικές προτάσεις για τη μείωση του κινδύνου (de-risking):
- Θωράκιση των διαχειριστών: Η ΕΕ πρέπει να θεσπίσει έναν ενιαίο μηχανισμό ελέγχου για τις επενδύσεις σε διαχειριστές δικτύων. Για περιπτώσεις όπως ο ΑΔΜΗΕ, προτείνεται η αυστηρή επιτήρηση των συμβάσεων προμήθειας εξοπλισμού ώστε να μην ευνοούνται συστηματικά κινεζικές εταιρείες.
- Ασφάλεια στις Στρατιωτικές Υποδομές: Επιβολή κανόνα που θα απαιτεί το 100% του ενεργειακού εξοπλισμού σε στρατιωτικές βάσεις και κρίσιμα κυβερνητικά κτίρια να προέρχεται από ευρωπαϊκές ή «φιλικές» χώρες.
- Ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Παραγωγής: Χρήση του χρηματοδοτικού εργαλείου CEF-E (Connecting Europe Facility for Energy) για τον αποκλεισμό εξαρτημάτων από χώρες υψηλού κινδύνου σε διασυνοριακά έργα.
- Πιστοποίηση Κυβερνοασφάλειας: Υποχρεωτική πιστοποίηση για κάθε inverter που συνδέεται στο δίκτυο, ανεξαρτήτως μεγέθους, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχουν κρυφά κανάλια επικοινωνίας.
Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο Caspar Hobhouse, αναλυτής του EUISS: «Η Κίνα είναι ήδη μέσα στο σύστημα. Το ζητούμενο τώρα είναι αν θα της επιτρέψουμε να κρατά και το κλειδί της πόρτας».
Διαβάστε ακόμη
