Σε ένα ενεργειακό περιβάλλον με δομικές αλλαγές, αρκετές χώρες εντοπίζουν ζητήματα ενεργειακής επάρκειας. Ανάμεσα σε αυτές είναι φυσικά και η Ελλάδα· για αυτόν τον λόγο εκπονήθηκε από την ομάδα του καθηγητή του ΑΠΘ, Παντελή Μπίσκα, μια μελέτη με σκοπό να εκτιμήσει την επάρκεια ισχύος και την ευελιξία του ελληνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας για την επόμενη δεκαετία. Στη μελέτη «τρέχει» μια σειρά σεναρίων για τις ανάγκες του συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα των μονάδων. Θα περιλαμβάνει στοιχεία για την πορεία της ζήτησης και των περικοπών και, φυσικά, θα απαντά στο ερώτημα της αναγκαιότητας ύπαρξης μηχανισμού αποζημίωσης για την παροχή επάρκειας ισχύος και ευελιξίας.

Προκειμένου οι χώρες να αντιμετωπίσουν ενεργειακά ζητήματα, θεσπίζουν ή εξετάζουν μηχανισμούς ισχύος, που αποζημιώνουν τη διαθεσιμότητα των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και εναλλακτικών λύσεων, όπως η αποθήκευση και η απόκριση ζήτησης.

Όπως αναφέρει στο Energygame η μαθηματικός με εξειδίκευση στην ενεργειακή οικονομία, κα Νεκταρία Καρακατσάνη, για την εφαρμογή αυτών των μηχανισμών, που βασίζονται σε ανταγωνιστικές διαδικασίες, απαιτείται η έγκριση της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Comp), μέσω μιας απαιτητικής διαδικασίας διευκρινίσεων και τροποποιήσεων, η οποία συνήθως υπερβαίνει τα 2 ή 3 έτη.

Ο στόχος των μηχανισμών ισχύος, σύμφωνα με την κα Καρακατσάνη, είναι να δημιουργήσουν κίνητρα για επενδύσεις σε νέες μονάδες ή να αποτρέψουν αποσύρσεις υφιστάμενων μονάδων, οι οποίες, αν και αναγκαίες για τη συμπλήρωση της στοχαστικής παραγωγής των ΑΠΕ, δεν είναι οικονομικά βιώσιμες στο νέο περιβάλλον της πράσινης μετάβασης. Ειδικότερα, όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα, συμπιέζονται οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ συγχρόνως περιορίζεται η παραγωγή συμβατικών μονάδων, και επομένως τα έσοδά τους. Αυτά τα δεδομένα πλήττουν την οικονομική βιωσιμότητα των συμβατικών μονάδων και μπορεί να προκαλέσουν την προσωρινή ή μόνιμη απόσυρσή τους.

Παράλληλα, τονίζει ότι το νέο πλαίσιο κανόνων κρατικών ενισχύσεων για την καθαρή βιομηχανία, που θεσπίστηκε τον Αύγουστο του 2025, γνωστό ως CISAF, επιτρέπει στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εισάγουν μηχανισμούς ισχύος χωρίς πολυετείς διαδικασίες έγκρισης, εφόσον επιλέξουν σχήματα στήριξης που πληρούν ορισμένα τυποποιημένα χαρακτηριστικά. Προκειμένου να αξιοποιήσουν, ωστόσο, αυτή τη fast-track δυνατότητα, οι χώρες της ΕΕ θα πρέπει να βασιστούν στην πανευρωπαϊκή μελέτη επάρκειας, γνωστή ως ERAA, που εκπονεί ο ENTSO-E, ο σύνδεσμος των Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς. Ειδικότερα, θα πρέπει να υιοθετήσουν κρίσιμες τεχνικές παραμέτρους που προκύπτουν από τις αναλύσεις του ENTSO-E, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη ταυτόχρονα τους μηχανισμούς ισχύος όλων των κρατών-μελών. Στόχος της συντονισμένης αυτής προσέγγισης είναι να αναδειχθεί η θετική επίδραση στην ενεργειακή επάρκεια μιας χώρας από γειτονικά κράτη που έχουν ήδη εγκεκριμένους μηχανισμούς. Το ζητούμενο είναι να μην εισάγονται μηχανισμοί που, εν τέλει, δεν είναι απολύτως αναγκαίοι και επιβαρύνουν ασύμμετρα τους καταναλωτές.

Η μεθοδολογία του ACER – ερώτημα η ευελιξία των κρατών

Η κα Καρακατσάνη διευκρινίζει πως πρόκειται για μια σύνθετη άσκηση, που εμπερικλείει απλοποιήσεις και παραδοχές, οι οποίες μπορεί να απέχουν αρκετά από τα εθνικά δεδομένα. Αν και είναι κατανοητή η αξία των συντονισμένων αναλύσεων και η ανάγκη για οικονομικά αποτελεσματικούς μηχανισμούς, που θα βασίζονται σε πλήρη δεδομένα, το διακύβευμα είναι υπαρκτό και σοβαρό. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να περιοριστούν σημαντικά οι βαθμοί ελευθερίας μιας χώρας ως προς την ενεργειακή της επάρκεια ή να δεσμευτεί από επιλογές που έχουν ήδη κάνει άλλες χώρες, προκαλώντας οικονομική αβεβαιότητα στο δικό της ενεργειακό μίγμα. Οι κρίσιμες αυτές λεπτομέρειες και η λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς φορείς θα αποκρυσταλλωθούν στο αμέσως επόμενο διάστημα στη σχετική μεθοδολογία (ERAA methodology) που θα εκδώσει ο ACER, ο Οργανισμός για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας. Η δυνατότητα των χωρών να υποβάλουν σχόλια και παρατηρήσεις επί της μεθοδολογίας έληξε την προηγούμενη εβδομάδα.

Καταλήγει πως οι οριστικές διατυπώσεις αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα έχουν αντανάκλαση στην ενεργειακή επάρκεια των χωρών. Μικρές φραστικές αλλαγές στο κείμενο μπορεί να επιφέρουν ή να αποτρέψουν στρεβλώσεις, να ενδυναμώσουν την ενεργειακή ασφάλεια ή να προκαλέσουν clusters δύο ταχυτήτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαβάστε ακόμη