Οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική ενέργεια αναμένεται να καλύπτουν το 50% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής μέχρι το 2030, αναφέρει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) στην έκθεση που δημοσίευσε χθες με τίτλο «Electricity 2026». Η χρήση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται επίσης να αυξηθεί, ενώ η χρήση του άνθρακα θα υποχωρήσει και μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα φτάσει τα επίπεδα που βρισκόταν το 2021. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια τα επόμενα χρόνια θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 3,5%, και τουλάχιστον 2,5 φορές ταχύτερα από τη συνολική ενεργειακή ζήτηση. Ωστόσο, ως προς την ΕΕ συγκεκριμένα, παρά την ανάκαμψη της ζήτησης για ρεύμα -αύξηση κατά 2% ετησίως έως το 2030- η συνολική χρήση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αναμένεται να επιστρέψει στα επίπεδα πριν από το 2022 μέχρι το 2028.

Ποιοι παράγοντες πυροδοτούν την αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια

Η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια θα πυροδοτηθεί τα επόμενα χρόνια από την αυξημένη χρήση ηλεκτρισμού στη βιομηχανία, τη συνεχιζόμενη διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, την πιο ευρεία χρήση κλιματιστικών ανά τον κόσμο, καθώς και την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και την επέκταση των data centers. Οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες θα παραμείνουν οι κύριοι μοχλοί αύξησης της ζήτησης, όμως η κατανάλωση στις ανεπτυγμένες χώρες θα αυξηθεί επίσης.

Τα φωτοβολταϊκά αποτελούν την ταχύτερα αναπτυσσόμενη τεχνολογία ανανεώσιμων πηγών (ΑΠΕ), ενώ η πυρηνική παραγωγή ενισχύθηκε σημαντικά μέσα στο 2025, φτάνοντας σε νέο ιστορικό υψηλό. Ως προς το φυσικό αέριο, ο κύριος λόγος αύξησης της χρήσης του στην ηλεκτροπαραγωγή θα είναι η αυξανόμενη ζήτηση στις ΗΠΑ, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει η μετάβαση στη Μέση Ανατολή από το πετρέλαιο στο αέριο. Οι παγκόσμιες εκπομπές CO2 στην ηλεκτροπαραγωγή πρόκειται να παραμείνουν σχετικά σταθερές έως το 2030, σημειώνει ο IEA.

Ανάγκη για ενίσχυση δικτύων και ευελιξίας, το ελληνικό μοντέλο

Η έκθεση του IEA υπογραμμίζει πως η αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια, καθώς και η ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ, οδηγούν σε άμεση ανάγκη ενίσχυσης των ηλεκτρικών δικτύων και λύσεων ευελιξίας του συστήματος, όπως η αποθήκευση ενέργειας. Μάλιστα, τονίζει πως σήμερα, έργα ισχύος άνω των 2.500 GW παγκοσμίως παραμένουν μπλοκαρισμένα σε ουρές αναμονής για σύνδεση.

Ειδικότερα για τις μπαταρίες, η έκθεση επισημαίνει πως ωφελούνται σε μεγάλο βαθμό από συμβάσεις ή μηχανισμούς που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη σταθερότητα εσόδων. Η σταθερότητα αυτή επιτρέπει τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου και τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τα σήματα τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και στην πρακτική της Ελλάδας. Πιο αναλυτικά, η έκθεση αναφέρει τα εξής: «Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μηχανισμού που έχει σχεδιαστεί για τον περιορισμό του κινδύνου εσόδων είναι το ελληνικό καθεστώς στήριξης για την αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες, το οποίο δείχνει πώς μπορούν να εφαρμοστούν αυτές οι αρχές στην πράξη. Το σχήμα συνδυάζει μια εφάπαξ επενδυτική επιχορήγηση με λειτουργική στήριξη τύπου διμερούς Σύμβασης Διαφοράς (two-way CfD) διάρκειας δέκα ετών, η οποία εφαρμόζεται στα ετήσια έσοδα της αγοράς».

Όπως εξηγεί η έκθεση «στο πλαίσιο αυτού του μηχανισμού, τα έργα υποβάλλουν προσφορά για ένα ετήσιο “Βασικό Έσοδο” (Base Revenue) σε ευρώ ανά MW και ανά έτος, το οποίο αντιπροσωπεύει το επίπεδο εσόδων που απαιτείται για τη χρηματοοικονομική τους βιωσιμότητα. Τα πραγματικά “Έσοδα Αγοράς” (Market Revenues), που προκύπτουν από τη συμμετοχή στις αγορές επόμενης ημέρας, ενδοημερήσιας και εξισορρόπησης, καθορίζονται βάσει των δεδομένων εκκαθάρισης της αγοράς, σύμφωνα με μεθοδολογία που ορίζει ο ρυθμιστής. Εάν τα Έσοδα Αγοράς υπολείπονται του Βασικού Εσόδου, ο μηχανισμός CfD παρέχει συμπληρωματική πληρωμή. Αντίθετα, εάν τα Έσοδα Αγοράς υπερβαίνουν το Βασικό Έσοδο, το πλεόνασμα επιστρέφεται μέσω μηχανισμού ανάκτησης (claw-back)».

Τέλος, η έκθεση επισημαίνει πως οι τιμές ρεύματος παραμένουν ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς οι τιμές για τα νοικοκυριά σε πολλές χώρες αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα από το 2019, ασκώντας πιέσεις και στις επιχειρήσεις. Παράλληλα, αυξάνεται η ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των ηλεκτρικών συστημάτων απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα, κυβερνοαπειλές και τη γήρανση των υποδομών.

Διαβάστε ακόμη