Η πενθήμερη διακοπή ηλεκτροδότησης σε περιοχές του νοτιοδυτικού Βερολίνου, έπειτα από εμπρηστική επίθεση σε κρίσιμη υποδομή, έχει θέσει εκ νέου στο επίκεντρο της συζήτησης το ζήτημα της ανθεκτικότητας των ηλεκτρικών δικτύων στη Γερμανία. Το περιστατικό, που χαρακτηρίζεται ως το σοβαρότερο μπλακάουτ της πόλης από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τους Διαχειριστές, οι οποίοι εξετάζουν πλέον πρόσθετα μέτρα ετοιμότητας, από την αποθήκευση κρίσιμων εξαρτημάτων έως την ενίσχυση της εφεδρείας με επιπλέον μετασχηματιστές.
Η πυρκαγιά σε γέφυρα καλωδίων στην περιοχή Λίχτερφελντε, στις 3 Ιανουαρίου, άφησε περίπου 45.000 νοικοκυριά χωρίς ρεύμα και θέρμανση, εν μέσω χειμερινών συνθηκών. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει το Montel, oι ομοσπονδιακές εισαγγελικές αρχές διερευνούν την υπόθεση, καθώς πρόκειται για εσκεμμένη ενέργεια, με μια ακροαριστερή ομάδα που αυτοαποκαλείται «Vulkangruppe» να έχει αναλάβει την ευθύνη. Η ομάδα αυτή έχει συνδεθεί και στο παρελθόν με εμπρηστικές επιθέσεις σε υποδομές, ήδη από το 2011.
Παρότι το περιστατικό σημειώθηκε στο Βερολίνο, οι επιπτώσεις του υπερβαίνουν τα όρια της πρωτεύουσας, καθώς ανέδειξαν ευρύτερα ζητήματα τρωτότητας των δικτύων. Όπως σημείωσε εκπρόσωπος της Netze-BW, Διαχειριστή Δικτύου Διανομής στη νοτιοδυτική Γερμανία, μια περιοχή που θεωρείται ευάλωτη σε συμφόρηση δικτύου, «παρότι η κατάσταση στο Βερολίνο δεν είναι ακριβώς ίδια με τη δική μας, υπάρχουν και στο δίκτυό μας αλλά και στην υπόλοιπη χώρα κρίσιμα σημεία». Η ίδια πρόσθεσε ότι «η Γερμανία τείνει να είναι λιγότερο ευάλωτη σε αυτό το πεδίο σε σχέση με πολλές άλλες χώρες», επισημαίνοντας ωστόσο πως «γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι σε χώρες με πιο αδύναμες υποδομές δικτύου, ο πληθυσμός και οι αρχές είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για διακοπές ρεύματος».
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η τοποθέτηση της Eon, του μεγαλύτερου Διαχειριστή Δικτύου Διανομής στη Γερμανία, η οποία υπογράμμισε ότι ο ενεργειακός εφοδιασμός της χώρας παραμένει «εξαιρετικά ασφαλής». Παράλληλα, όμως, η εταιρεία συντάχθηκε με την εκτίμηση του Έρικ Λάντεκ, επικεφαλής της Stromnetz Berlin, ο οποίος κατέθεσε πρόσφατα σε επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων ότι δεν μπορεί να υπάρξει «100% εγγύηση ασφάλειας». «Παρακολουθούμε στενά τη μεταβαλλόμενη κατάσταση ασφάλειας και αξιοποιούμε τις εξελίξεις ως ευκαιρία για να συγκρίνουμε τις δραστηριότητές μας στην προστασία των υποδομών μας και να τις προσαρμόζουμε όπου χρειάζεται», δήλωσε εκπρόσωπος της Eon.
Από την πλευρά του βορρά, ο Διαχειριστής EWE Netz εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός ως προς τη δυνατότητα πρόληψης τέτοιων επιθέσεων. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπός του, Φόλκερ Ντίμπελς, «ελάχιστα μπορούν να γίνουν για να αποτραπεί μια αποφασισμένη τρομοκρατική επίθεση σε υποδομές». Επισήμανε, ωστόσο, ότι το δίκτυο της εταιρείας διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς «περίπου 80.000 χιλιόμετρα δικτύου χαμηλής και μέσης τάσης στη βορειοδυτική Κάτω Σαξονία είναι πλήρως υπόγεια και ιδιαίτερα πυκνά διασυνδεδεμένα». Το γεγονός αυτό, όπως τόνισε, προσφέρει επιπλέον προστασία όχι μόνο από επιθέσεις, αλλά και από ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως χιόνι, πάγο και καταιγίδες.
Την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του συστήματος ανέδειξε και ο Βόλφγκανγκ Κρέγκερ, εκτελεστικός διευθυντής του ETH Risk Centre στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Σύμφωνα με τον ίδιο, στοχευμένες αξιολογήσεις τρωτότητας θα μπορούσαν να αποκαλύψουν ποιοι υποσταθμοί, συνδέσεις καλωδίων ή κόμβοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε φυσικές επιθέσεις και να ενισχυθούν μέσω φυσικής «θωράκισης». Παράλληλα, η αύξηση της πλεονασματικότητας στο σύστημα, με την αναπαραγωγή κρίσιμων τμημάτων του δικτύου, θα μπορούσε να περιορίσει τη διάρκεια και την έκταση αντίστοιχων διακοπών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Κρέγκερ στο ζήτημα των εφεδρικών εξαρτημάτων, σημειώνοντας ότι «εξοπλισμός και εξαρτήματα που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προμηθευτούν θα πρέπει να αποθηκεύονται ως απόθεμα». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «από όσο γνωρίζω, αυτό έπαιξε ρόλο και στην περίπτωση του Βερολίνου». Ειδική μνεία έκανε στους μετασχηματιστές, εξηγώντας ότι «οι εταιρείες συνήθιζαν να τους διατηρούν σε εφεδρεία, όμως αυτό κρίθηκε υπερβολικά δαπανηρό. Η αποκατάσταση και η κατασκευή ενός τέτοιου μετασχηματιστή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορεί να παρατείνει σημαντικά μια βλάβη».
Παρά τη σοβαρότητα του περιστατικού, οι ομοσπονδιακές αρχές επιμένουν ότι η συνολική εικόνα του γερμανικού δικτύου παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Εκπρόσωπος της Federal Network Agency υπογράμμισε ότι «το γερμανικό δίκτυο παραμένει ένα από τα πιο σταθερά στον κόσμο» και ότι «ακόμη και σοβαρά γεγονότα, όπως η διακοπή ρεύματος στο Βερολίνο, δεν αλλάζουν αυτή την πραγματικότητα».
Ενδεικτικός της υψηλής αξιοπιστίας είναι και ο δείκτης SAIDI, που αποτυπώνει τη μέση ετήσια διάρκεια διακοπών ανά καταναλωτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων, ο δείκτης αυτός διαμορφώθηκε το 2024 σε 11,6 λεπτά, καταγράφοντας μία από τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη και περίπου τη μισή τιμή σε σχέση με το 2006, όταν άρχισε η συστηματική καταγραφή των δεδομένων.
Το μπλακάουτ του Βερολίνου, χωρίς να ανατρέπει τη συνολική εικόνα σταθερότητας, λειτουργεί έτσι ως καμπανάκι για την ανάγκη συνεχούς επαγρύπνησης. Οι Διαχειριστές καλούνται πλέον να ισορροπήσουν ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια, επανεξετάζοντας πρακτικές που είχαν εγκαταλειφθεί στο παρελθόν, σε ένα περιβάλλον όπου οι φυσικές απειλές κατά των ενεργειακών υποδομών αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.

To μπλακ άουτ στη Γερμανία © EPA/CLEMENS BILAN
Διαβάστε επίσης
