Με τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου που έχουν καταγραφεί ποτέ εισέρχεται στον χειμώνα η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι διαθέτει περισσότερο από το ένα πέμπτο της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αποθέματά της υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, εντείνοντας τις ανησυχίες για την επάρκεια εφοδιασμού, σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση με το Ιράν διατηρεί τις τιμές του φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Gas Infrastructure Europe, στις 2 Νοεμβρίου οι αποθήκες φυσικού αερίου της Γερμανίας ήταν γεμάτες κατά μόλις 61,05%, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ διαμορφωνόταν στο 74,56%. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται επίσης χαμηλότερα από τον στόχο περίπου 70% που είχε θέσει η γερμανική πλευρά για τις αρχές Νοεμβρίου.
Η χαμηλή στάθμη των αποθεμάτων, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου, ενισχύει τους προβληματισμούς για την πορεία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης κατά τους χειμερινούς μήνες. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 παραμένει νωπή, όταν η διακοπή της πολυετούς προμήθειας ρωσικού φυσικού αερίου ανάγκασε το Βερολίνο να αναζητήσει εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού με υψηλό οικονομικό κόστος.
Περιορισμένα περιθώρια για την αναπλήρωση των αποθεμάτων
Η πορεία των αποθεμάτων προκαλεί πρόσθετη ανησυχία, καθώς τα προηγούμενα χρόνια η Γερμανία κατέγραφε κατά μέσο όρο μείωση περίπου 48 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ της 1ης Νοεμβρίου και της 1ης Απριλίου. Η ιστορική αυτή τάση αποτυπώνει τα περιορισμένα περιθώρια που υπάρχουν για την κάλυψη της χειμερινής κατανάλωσης.
Ο αναλυτής της Raiffeisen, Aaron Alber, εκτίμησε μιλώντας στο Reuters ότι η Γερμανία ενδέχεται να ολοκληρώσει τη χειμερινή περίοδο με αποθέματα της τάξης του 20% έως 25%, αντί για τα επίπεδα 30% έως 40% που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιο ευνοϊκά.
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που δυσχέραναν την αναπλήρωση των αποθηκών ήταν η άνοδος των τιμών κατά τους θερινούς μήνες. Η σύγκρουση με το Ιράν και η μείωση της προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) οδήγησαν σε υψηλότερες τιμές, περιορίζοντας το οικονομικό κίνητρο για τους εμπόρους να αγοράζουν και να αποθηκεύουν ποσότητες φυσικού αερίου αντί να τις διαθέτουν άμεσα στην αγορά.
Η στάση του Βερολίνου και οι διαφορές με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες
Παρά τις ανησυχίες για την πορεία των αποθεμάτων, η γερμανική κυβέρνηση δεν έχει μέχρι στιγμής επιλέξει να παρέμβει στην αγορά για να επιταχύνει την αναπλήρωση των αποθηκών.
Τον Σεπτέμβριο, το υπουργείο Οικονομίας είχε ενημερώσει αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή ότι δεν θεωρούσε αναγκαία την κρατική παρέμβαση, παρά τις προειδοποιήσεις εκπροσώπων του κλάδου για ενδεχόμενες ελλείψεις σε περίπτωση ιδιαίτερα ψυχρού χειμώνα. Στο υπουργείο ηγείται η Katherina Reiche, από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU), το οποίο παραδοσιακά εμφανίζεται λιγότερο θετικό απέναντι στις παρεμβάσεις στην αγορά.
Αντίθετα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταφέρει να αναπληρώσουν αποτελεσματικότερα τα αποθέματά τους. Μεταξύ των παραγόντων που συνέβαλαν σε αυτή την εικόνα είναι η ύπαρξη μακροχρόνιων συμβολαίων προμήθειας LNG, η χαμηλότερη βιομηχανική κατανάλωση, το μικρότερο μέγεθος των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων ή η πιο ενεργή κρατική παρέμβαση.
Η εξέλιξη στη Γερμανία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, καθώς η χώρα διαθέτει σημαντικό μερίδιο της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας της ΕΕ. Τα χαμηλά αποθέματα και οι υψηλές τιμές εντείνουν την αβεβαιότητα για την επάρκεια εφοδιασμού, με την πορεία της ζήτησης και τις καιρικές συνθήκες να αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο τους επόμενους μήνες.
