Η ολοένα μεγαλύτερη στροφή της Ευρώπης προς το LNG, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στη σχέση ανάμεσα στις τιμές του φυσικού αερίου κατά τους θερινούς και χειμερινούς μήνες, μεταβάλλει σημαντικά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς αποθήκευσης. Η πρακτική που για πολλά χρόνια αποτελούσε βασικό μοντέλο της αγοράς, η προμήθεια αερίου σε χαμηλότερες τιμές το καλοκαίρι, η αποθήκευσή του και η διάθεσή του τον χειμώνα όταν οι τιμές αυξάνονταν, δεν προσφέρει πλέον τα ίδια οικονομικά κίνητρα και οφέλη.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η εποχική αυτή στρατηγική δεν λειτουργεί όπως στο παρελθόν. Η απώλεια των σταθερών ρωσικών ροών μέσω αγωγών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία υποχρέωσε την Ευρώπη να στραφεί πολύ περισσότερο στις διεθνείς αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η αλλαγή αυτή έχει μετατρέψει την ευρωπαϊκή αγορά σε έναν πολύ πιο άμεσο ανταγωνιστή της Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία LNG, καθιστώντας τις τιμές του καλοκαιριού σημαντικά πιο ευμετάβλητες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο φέτος από τη σύγκρουση με το Ιράν και τις διαταραχές στις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή. Οι φόβοι για περιορισμένη προσφορά LNG έχουν περιορίσει ή ακόμη και εξαφανίσει τη διαφορά μεταξύ των θερινών και των χειμερινών συμβολαίων, αφαιρώντας από τους traders το βασικό οικονομικό κίνητρο για να γεμίσουν τις ευρωπαϊκές αποθήκες.
Φυσικό αέριο: Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 τα αποθέματα
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη εισέρχεται σταδιακά στη χειμερινή περίοδο, όταν οι ανάγκες για θέρμανση αυξάνουν αισθητά τη ζήτηση φυσικού αερίου, με τα αποθέματα να βρίσκονται σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από τα συνήθη για την εποχή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Bloomberg, οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι γεμάτες περίπου κατά 71%, όταν ο εποχικός μέσος όρος βρίσκεται κοντά στο 87%. Πρόκειται για τη χαμηλότερη επίδοση για τη συγκεκριμένη εποχή από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, δηλαδή από το 2009.
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στη Γερμανία, τη χώρα με τη μεγαλύτερη αποθηκευτική δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι εγκαταστάσεις βρίσκονται μόλις στο 57% της χωρητικότητάς τους.
Οι υπόγειες αποθήκες της Ευρώπης -παλιά κοιτάσματα, υδροφόροι σχηματισμοί και αλατούχα σπήλαια- μπορούν συνολικά να καλύψουν περίπου το ένα τρίτο της ετήσιας κατανάλωσης φυσικού αερίου. Τις πιο κρύες ημέρες του χειμώνα, όταν η ζήτηση υπερβαίνει τις εισαγωγές μέσω αγωγών και LNG, τα αποθέματα μπορούν να καλύψουν περισσότερο από το μισό της ημερήσιας κατανάλωσης.
Ακριβώς γι’ αυτό, η υποχώρηση των αποθεμάτων αυξάνει τον κίνδυνο έντονων ανατιμήσεων εάν ο χειμώνας αποδειχθεί ιδιαίτερα ψυχρός ή εάν υπάρξουν νέες διαταραχές στην προσφορά.
Όταν η αποθήκευση παύει να συμφέρει
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η ίδια η διαμόρφωση των τιμών. Για να έχει νόημα η αποθήκευση φυσικού αερίου, οι traders πρέπει να μπορούν να αγοράζουν φθηνότερα το καλοκαίρι και να το πωλούν ακριβότερα τον χειμώνα, καλύπτοντας όχι μόνο το κόστος αγοράς, αλλά και τα έξοδα αποθήκευσης και χρηματοδότησης.
Αυτή η σχέση, όμως, έχει πλέον ανατραπεί. Τον περασμένο Μάρτιο, όποιος αγόραζε φυσικό αέριο με στόχο να το αποθηκεύσει και να το πουλήσει τον χειμώνα θα κατέγραφε ζημία άνω των 8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ακόμη και πριν συνυπολογιστούν τα τέλη αποθήκευσης.
Έκτοτε η διαφορά έχει περιοριστεί, χωρίς όμως να έχει αποκατασταθεί η κανονική εποχική σχέση των τιμών. Τα συμβόλαια Οκτωβρίου εξακολουθούν να διαπραγματεύονται ελαφρώς υψηλότερα από τα χειμερινά futures, γεγονός που περιορίζει το οικονομικό κίνητρο για την πλήρωση των αποθηκών.
Η εικόνα αυτή φαίνεται να διατηρείται και πιο μακροπρόθεσμα. Για το 2027, οι τιμές του Μαΐου παραμένουν υψηλότερες από εκείνες του επόμενου Νοεμβρίου, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη στρέβλωση της αγοράς.
Όπως σημειώνει στο Bloomberg ο Michael Schmöltzer, επικεφαλής ρυθμιστικών θεμάτων αποθήκευσης της Uniper Energy Storage, οι εγκαταστάσεις δεν μπορούν να λειτουργούν βιώσιμα σε βάθος χρόνου όταν τα εποχικά spreads παραμένουν αρνητικά και η χωρητικότητα αποθήκευσης διατίθεται σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος.
Στο τραπέζι στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου
Η ανατροπή των οικονομικών δεδομένων οδηγεί πλέον αρκετές κυβερνήσεις στην εξέταση ενός μοντέλου μεγαλύτερης κρατικής παρέμβασης.
Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, όπου τα κράτη διαθέτουν εδώ και δεκαετίες στρατηγικά αποθέματα για περιπτώσεις κρίσης, η Ευρώπη έχει βασιστεί κυρίως σε εμπορικά αποθέματα φυσικού αερίου. Δηλαδή σε ποσότητες που ανήκουν σε ενεργειακές εταιρείες και traders και των οποίων το ύψος καθορίζεται πρωτίστως από τις συνθήκες της αγοράς.
Η Γερμανία και η Ολλανδία είναι μεταξύ των χωρών όπου εταιρείες, κυβερνητικά στελέχη και σύμβουλοι εξετάζουν περισσότερο ενεργά τη δημιουργία ή την ενίσχυση στρατηγικών αποθεμάτων.
Ο Jeroen Zanting, διευθύνων σύμβουλος της Gasunie Transport Services, η οποία συμβουλεύει το ολλανδικό υπουργείο Κλίματος σε θέματα ασφάλειας εφοδιασμού, υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στην αγορά.
«Η Ευρώπη χρειάζεται εγγυημένα αποθέματα φυσικού αερίου ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί για αρκετούς μήνες ακόμη και σε περίπτωση μιας απρόβλεπτης και παρατεταμένης διαταραχής», σημειώνει.
Μόλις 13 ημέρες κατανάλωσης καλύπτουν τα στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου στην ΕΕ
Σήμερα εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου, τα οποία έφθαναν πέρυσι περίπου τα 12 δισ. κυβικά μέτρα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί μόλις στο 12% της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας της Ένωσης και μπορεί να καλύψει περίπου 13 ημέρες μέσης ευρωπαϊκής κατανάλωσης.
Η σύγκριση με το πετρέλαιο είναι ενδεικτική. Σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου υπερβαίνουν τις 80 ημέρες καθαρών εισαγωγών.
Η Αυστρία δημιούργησε στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ενώ η Ιταλία είχε κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση νωρίτερα.
Η Γερμανία σήμερα δεν διαθέτει στρατηγικό απόθεμα, σχεδιάζει όμως από το 2027 να δημιουργήσει αποθέματα που θα αντιστοιχούν περίπου στο 10% της εθνικής αποθηκευτικής της δυναμικότητας.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια κρατικά κίνητρα ώστε να στηρίζει την εμπορική αποθήκευση, ενώ αντίστοιχα εργαλεία έχει ενεργοποιήσει και η Ιταλία.
Ο κίνδυνος της κρατικής παρέμβασης – Το πρόβλημα της Γερμανίας
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, η μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή, ωστόσο, δεν είναι χωρίς κόστος. Εάν οι κυβερνήσεις θελήσουν να αυξήσουν τα αποθέματα όταν η αγορά δεν προσφέρει οικονομικό κίνητρο στους traders, μπορεί να χρειαστεί είτε να καλύπτουν πιθανές ζημίες είτε να χρηματοδοτούν απευθείας αγορές στρατηγικών ποσοτήτων.
Αυτό θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος η κρατική παρέμβαση να ανεβάσει τεχνητά τις τιμές. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί το 2022, όταν η Γερμανία χρηματοδοτούσε μεγάλες αγορές φυσικού αερίου προκειμένου να γεμίσει τις αποθήκες της, συμβάλλοντας στην εκτίναξη των ευρωπαϊκών τιμών.
Η Helle Ostergaard Kristiansen, ανώτατο στέλεχος της Equinor, περιγράφει χαρακτηριστικά το δίλημμα: οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίζουν τον εφοδιασμό, αλλά «εάν παρεμβαίνουν υπερβολικά στην αγορά, βλέπουμε επίσης υψηλότερες τιμές».
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στη Γερμανία. Ακόμη και ορισμένες από τις πλέον ελκυστικές εμπορικά εγκαταστάσεις εμφανίζουν επίπεδα αποθήκευσης χαμηλότερα του κανονικού. Στο Epe, ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα αλατούχων σπηλαίων αποθήκευσης στον κόσμο, κοντά στα ολλανδικά σύνορα, η μονάδα Epe Uniper H-Gas βρίσκεται περίπου στο 79% της δυναμικότητάς της, αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Την ίδια ώρα, Uniper και Bayernugs έχουν ζητήσει την παύση λειτουργίας δύο εγκαταστάσεων αποθήκευσης το επόμενο έτος, εξέλιξη που αποτυπώνει τις πιέσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος.
Το Βερολίνο έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να παρέμβει άμεσα φέτος για τη διασφάλιση των αποθεμάτων, ωστόσο έχει ήδη πραγματοποιήσει συζητήσεις με κρατικές ενεργειακές επιχειρήσεις, εξετάζοντας τρόπους στήριξης της αποθήκευσης.
Παράλληλα, συζητείται για το 2027 ακόμη και η επιβολή υποχρεωτικών στόχων πλήρωσης των εγκαταστάσεων από τις εταιρείες φυσικού αερίου, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί διαγωνισμοί που ουσιαστικά αποζημιώνουν traders ώστε να διατηρούν διαθέσιμες ποσότητες όταν χρειαστούν.
Τα όρια των ευρωπαϊκών στόχων
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε υποχρεωτικούς στόχους αποθήκευσης πριν από τέσσερα χρόνια, μετά την ενεργειακή κρίση.
Με βάση το ισχύον πλαίσιο έως το 2027, οι αποθήκες θα πρέπει να φτάνουν στο 90% της χωρητικότητάς τους κάποια στιγμή μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου. Ο στόχος μπορεί να μειωθεί στο 80% σε «δύσκολες συνθήκες» και ακόμη και στο 75% εάν τα προβλήματα αποδειχθούν επίμονα.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει: ποιος θα πληρώνει ώστε οι εγκαταστάσεις να γεμίζουν όταν οι τιμές δεν δημιουργούν κανένα εμπορικό κίνητρο;
Η Ευρώπη διαθέτει περίπου 150 δισ. κυβικά μέτρα υπόγειας αποθηκευτικής δυναμικότητας, περίπου το 70% της οποίας βρίσκεται στην ΕΕ. Συγκριτικά, η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, με την οποία η Ευρώπη ανταγωνίζεται για τα ίδια φορτία LNG, διαθέτει μόλις περίπου 38 δισ. κυβικά μέτρα, κυρίως στην Κίνα.
Το πλεονέκτημα αυτό, όμως, έχει αξία μόνο εφόσον οι αποθήκες γεμίζουν.
Όπως σημειώνει η Veronika Grimm, μέλος του συμβουλίου οικονομικών εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας, η αγορά αποθήκευσης «δεν έχει καταρρεύσει, αλλά έχει υποστεί δομικές αλλαγές και πρέπει να βρει μια νέα ισορροπία».
Και αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι η νέα πραγματικότητα για την Ευρώπη: καθώς το LNG αντικαθιστά σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό τις σταθερές ροές των αγωγών, η ασφάλεια εφοδιασμού δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο ότι θα εξασφαλίζεται αποκλειστικά από τα κίνητρα της αγοράς.
Διαβάστε ακόμη
