Οκτώ επενδύσεις φυσικού αερίου τοποθετούν την Ελλάδα στον πυρήνα του νέου ευρωπαϊκού σχεδιασμού για την ασφάλεια εφοδιασμού και τη διαφοροποίηση των ενεργειακών διαδρομών. Από την Αλεξανδρούπολη έως τον Κάθετο Διάδρομο, τη νέα σύνδεση με τη Βόρεια Μακεδονία και τα μεγαλύτερα σχέδια προς την Ανατολική Μεσόγειο και την Ιταλία, το προσχέδιο του TYNDP 2026 του ENTSOG αποτυπώνει ένα πλέγμα υποδομών που αναβαθμίζει τη θέση της χώρας στις ροές από τον Νότο προς τον Βορρά.

Η ελληνική παρουσία εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη του ευρωπαϊκού συστήματος φυσικού αερίου. Μετά τη δραστική μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, οι νέες επενδύσεις δεν ακολουθούν πλέον μόνο την παραδοσιακή κατεύθυνση Ανατολής–Δύσης. Οι ροές επανασχεδιάζονται γύρω από τις πύλες LNG, τον Νότιο Διάδρομο, τις διακρατικές συνδέσεις και τη δυνατότητα μεταφοράς αερίου από τη Μεσόγειο προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη.

Η Ελλάδα αποκτά ρόλο που υπερβαίνει τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Η προοπτική ενίσχυσης των ροών προς τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και άλλες αγορές μετατρέπει το ελληνικό σύστημα σε μία από τις νότιες πύλες της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής.

Επενδύσεις άνω των 33 δισ. ευρώ στην Ευρώπη

Το νέο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του ENTSOG περιλαμβάνει 77 επενδύσεις φυσικού αερίου σε 16 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ουκρανία. Το συνολικό προβλεπόμενο κόστος τους υπερβαίνει τα 33 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος των παρεμβάσεων που απαιτούνται για να προσαρμοστούν τα ευρωπαϊκά δίκτυα στις νέες πηγές και κατευθύνσεις εφοδιασμού.

Οι 62 από τις 77 επενδύσεις αφορούν αγωγούς μεταφοράς και σταθμούς συμπίεσης, εννέα σχετίζονται με τερματικούς σταθμούς LNG και έξι με υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Οι αγωγοί και οι συνοδευτικές εγκαταστάσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% των έργων και απορροφούν το 76% των συνολικών επενδυτικών δαπανών.

Το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει 20 διακρατικές διασυνδέσεις, 19 έργα για την ένταξη τερματικών LNG και νέων πηγών στο δίκτυο, έξι παρεμβάσεις σε σταθμούς συμπίεσης ή μέτρησης και έξι επεκτάσεις υφιστάμενων αγωγών. Πέντε έργα αφορούν τη δυνατότητα αντίστροφης ροής, άλλα πέντε τη σύνδεση νέων πηγών προσφοράς ή ζήτησης και ένα τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενου συστήματος.

Η Ρουμανία συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό επενδύσεων, με 14 έργα, και ακολουθεί η Ιταλία με 13. Η Ελλάδα εμφανίζεται με οκτώ επενδύσεις, ενώ ισχυρή δραστηριότητα καταγράφεται επίσης στη Γερμανία και τη Βουλγαρία. Η γεωγραφική κατανομή αναδεικνύει τον άξονα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ως ένα από τα βασικά μέτωπα ανάπτυξης νέων υποδομών.

Η ωριμότητα των επενδύσεων είναι ήδη σημαντική. Από τα 77 έργα, τα 26 έχουν λάβει οριστική επενδυτική απόφαση και άλλα 18 χαρακτηρίζονται προηγμένα. Συνολικά, 62 έργα, δηλαδή περίπου το 80%, προβλέπεται να τεθούν σε λειτουργία έως το 2030. Παράλληλα, το 58% των συνολικών επενδυτικών δαπανών για τα έργα φυσικού αερίου προβλέπεται να πραγματοποιηθεί έως το 2029.

Η νέα γεωγραφία των ροών

Η έκθεση συνδέει την ανάπτυξη των έργων με τέσσερις βασικές ευρωπαϊκές προτεραιότητες: την ασφάλεια εφοδιασμού, τη διαφοροποίηση των πηγών, την καλύτερη ενοποίηση των αγορών και την υποστήριξη των ηλεκτρικών συστημάτων κατά την ενεργειακή μετάβαση.

Η ενίσχυση των υποδομών LNG και των διακρατικών αγωγών επιτρέπει στην Ευρώπη να αντλεί ποσότητες από περισσότερες πηγές και να τις κατευθύνει σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από μία μόνο όδευση. Ταυτόχρονα, οι αντίστροφες ροές δίνουν στα δίκτυα τη δυνατότητα να λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και τις ανάγκες κάθε χώρας.

Το φυσικό αέριο διατηρεί επίσης ρόλο στην εξισορρόπηση των ηλεκτρικών συστημάτων, καθώς αυξάνεται η συμμετοχή των αιολικών και των φωτοβολταϊκών. Μέσα σε αυτή τη γεωγραφική και ενεργειακή μετατόπιση, ο ENTSOG ξεχωρίζει την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ως χώρες στις οποίες αναπτύσσεται σημαντικός αριθμός έργων για την κάλυψη των νέων αναγκών.

Η Αλεξανδρούπολη ως νέα ευρωπαϊκή πύλη

Καθοριστικό σημείο για την ελληνική θέση στον νέο χάρτη αποτελεί η Αλεξανδρούπολη. Στο TYNDP 2026, τόσο το τμήμα LNG του πλωτού τερματικού σταθμού όσο και ο αγωγός σύνδεσής του με το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου καταγράφονται πλέον ως ολοκληρωμένα.

Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Αλεξανδρούπολη περνά από τον σχεδιασμό στην υφιστάμενη ευρωπαϊκή υποδομή. Μέσω της σύνδεσης με το δίκτυο του ΔΕΣΦΑ και τον ελληνοβουλγαρικό αγωγό IGB, τα φορτία LNG μπορούν να κατευθύνονται όχι μόνο στην ελληνική αγορά, αλλά και προς τη Βουλγαρία και τις βορειότερες χώρες.

Ως ολοκληρωμένοι καταγράφονται επίσης οι σταθμοί συμπίεσης στην Κομοτηνή και την Αμπελιά. Οι υποδομές αυτές αυξάνουν τη δυνατότητα διαχείρισης και μεταφοράς ποσοτήτων στο εσωτερικό του ελληνικού συστήματος, ενισχύοντας τη λειτουργία του ως διαδρόμου διαμετακόμισης.

Η αγορά μετρά αντίστροφα και για την οριστικοποίηση της συμφωνίας μεταξύ Motor Oil και Ομίλου AKTOR, η οποία έχει προχωρήσει στη φάση των βασικών όρων συναλλαγής. Βάσει του σχεδιασμού, ο Όμιλος που διοικείται από τον Αλέξανδρο Εξάρχου πρόκειται να αποκτήσει το 50% της Dioriga Gas, της θυγατρικής της Motor Oil που «τρέχει» την ωρίμανση του επενδυτικού σχεδίου για την ανάπτυξη πλωτού σταθμού αποθήκευσης και επαναεριοποίησης LNG στη θαλάσσια περιοχή των Αγίων Θεοδώρων, στον Σαρωνικό Κόλπο, ανοιχτά του διυλιστηρίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα συμβατικά κείμενα για την ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται να υπογραφούν εντός του Σεπτεμβρίου. Η είσοδος στο FSRU των Αγίων Θεοδώρων εντάσσεται στη στρατηγική του Ομίλου AKTOR για συμμετοχή σε έργα που ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού και διευρύνουν τις ενεργειακές πηγές της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής.

Ο Όμιλος AKTOR επιδιώκει να αναδειχθεί σε ισχυρό παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει ήδη εξασφαλίσει εμπορικές συμφωνίες για ποσότητες LNG 1,5 δισ. κυβικών μέτρων, οι οποίες, μέσω μακροπρόθεσμων δεσμευτικών συμβάσεων, αντιστοιχούν σε εξασφαλισμένο κύκλο εργασιών ύψους 9 δισ. ευρώ για την περίοδο 2030-2050. Παράλληλα, στοχεύει στη σύναψη πρόσθετων συμφωνιών για ποσότητες 5 δισ. κυβικών μέτρων το επόμενο διάστημα.

Η απόκτηση του 50% της Dioriga Gas εκτιμάται ότι θα εξασφαλίσει στον Όμιλο μεγαλύτερη πρόσβαση σε δυναμικότητα επαναεριοποίησης LNG στην Ελλάδα, βελτιώνοντας παράλληλα τη θέση του στην εμπορία φυσικού αερίου.

Το FSRU που αναπτύσσει η Dioriga Gas στους Αγίους Θεοδώρους αποτελεί ένα από τα πλέον ώριμα αδειοδοτικά έργα της κατηγορίας του στην Ελλάδα. Ο σχεδιασμός προβλέπει αποθηκευτική δυναμικότητα LNG έως 210.000 κυβικά μέτρα και σύνδεση με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.

Η νέα υποδομή αναμένεται να ενισχύσει την ευελιξία και την ανθεκτικότητα του ελληνικού ενεργειακού συστήματος, διευρύνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα διοχέτευσης LNG προς τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μέσω του ευρύτερου δικτύου διασυνδέσεων.

Επιταχύνεται η διασύνδεση με τη Βόρεια Μακεδονία

Ταχύτερους ρυθμούς αποκτά η υλοποίηση του διασυνδετήριου αγωγού Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας, ενός έργου του ΔΕΣΦΑ ύψους 92 εκατ. ευρώ για το ελληνικό σκέλος. Το ελληνικό τμήμα επιδιώκεται να ολοκληρωθεί εντός του 2026, ώστε να ακολουθήσει η δοκιμαστική λειτουργία, ενώ η συνολική διασύνδεση αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία εντός του 2027, εφόσον τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα και στην πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας.

Πρόοδος καταγράφεται πλέον και στη Βόρεια Μακεδονία, όπου έχει ολοκληρωθεί το 95% των απαλλοτριώσεων και έχει καθαριστεί περίπου το 85% της όδευσης. Όλοι οι απαιτούμενοι σωλήνες έχουν κατασκευαστεί, ενώ στο εργοτάξιο έχουν μεταφερθεί 34 χιλιόμετρα, από τα οποία τα 21 έχουν τοποθετηθεί κατά μήκος της χάραξης. Έχουν επίσης συγκολληθεί 13,7 χιλιόμετρα αγωγού και 6,3 χιλιόμετρα έχουν ήδη εγκατασταθεί υπογείως. Παράλληλα, έχουν ολοκληρωθεί έξι από τις επτά διασταυρώσεις με το οδικό δίκτυο.

Ο αγωγός θα έχει συνολικό μήκος 123 χιλιόμετρα. Το ελληνικό σκέλος εκτείνεται σε περίπου 55 χιλιόμετρα, από τη Νέα Μεσημβρία έως τον μεθοριακό σταθμό στους Ευζώνους, ενώ το τμήμα της Βόρειας Μακεδονίας θα διανύει 68 χιλιόμετρα έως το Νεγκότινο. Η αρχική μεταφορική του ικανότητα θα ανέρχεται σε 1,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, με δυνατότητα μελλοντικής αύξησης σε περίπου 3 δισ. κυβικά μέτρα.

Με τη λειτουργία του έργου, η Βόρεια Μακεδονία, η οποία μέχρι σήμερα εξαρτάται από τη μοναδική είσοδο αερίου μέσω Βουλγαρίας, θα αποκτήσει πρόσβαση τόσο σε αζέρικο αέριο μέσω TAP όσο και σε φορτία LNG που εισέρχονται στο ελληνικό σύστημα από τη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη. Η νέα σύνδεση προσθέτει μία ακόμη βόρεια έξοδο στο ελληνικό δίκτυο και ενισχύει στην πράξη τον ρόλο της Ελλάδας ως πύλης τροφοδοσίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Οι ενισχύσεις του ελληνικού δικτύου

Η αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον νέο ενεργειακό χάρτη δεν στηρίζεται μόνο στις διακρατικές συνδέσεις, αλλά και στην ενίσχυση του εσωτερικού συστήματος μεταφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, «φουλάρει μηχανές» το επενδυτικό σχέδιο του ΔΕΣΦΑ, ύψους άνω των 320 εκατ. ευρώ, για την κατασκευή του αγωγού υψηλής πίεσης Καρπερή–Κομοτηνή. Το έργο χαρακτηρίζεται προηγμένο στην έκθεση του ENTSOG και προβλέπεται να αυξήσει τη δυνατότητα μεταφοράς ποσοτήτων από τις πύλες εισόδου της Βόρειας Ελλάδας προς τις εγχώριες και διασυνοριακές εξόδους.

Ξεχωριστή υποδομή αποτελεί ο Σταθμός Συμπίεσης Κομοτηνής, ο οποίος έχει ήδη ολοκληρωθεί. Με συνολική ισχύ 24,6 MW μέσω της λειτουργίας τριών μονάδων συμπίεσης και μίας εφεδρικής, αποτελεί τον πρώτο ηλεκτροκίνητο σταθμό συμπίεσης φυσικού αερίου στην Ελλάδα. Η ηλεκτροκίνητη λειτουργία του περιορίζει τις άμεσες εκπομπές από τη συμπίεση, ενώ διαθέτει επίσης τη δυνατότητα υποδοχής μειγμάτων φυσικού αερίου με υδρογόνο.

Ο Σταθμός Συμπίεσης Κομοτηνής ισχυροποιεί περαιτέρω τον Κάθετο Διάδρομο, καθώς, σε συνδυασμό με άλλα έργα, όπως ο Σταθμός Συμπίεσης Αμπελιάς, αυξάνει σημαντικά τις δυνατότητες εξαγωγής φυσικού αερίου της Ελλάδας προς τον Βορρά, οι οποίες προσεγγίζουν πλέον τα 8,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως.

Με τις νέες ενισχύσεις του δικτύου, ο ΔΕΣΦΑ επιδιώκει να «ανακουφίσει» τον φόρτο στο βόρειο τμήμα του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, στοχεύοντας στην αποτελεσματικότερη και πιο αξιόπιστη διοχέτευση φυσικού αερίου προς και από κρίσιμα σημεία εισόδου και εξόδου. Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις καλούνται να διευκολύνουν τη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων από τις ανατολικές πύλες εισόδου προς τη Βόρεια Ελλάδα και τις διεθνείς εξόδους. Η λειτουργική σύνδεση της Αλεξανδρούπολης, του TAP και του IGB απαιτεί ένα εσωτερικό δίκτυο ικανό να διαχειρίζεται τις αυξημένες ροές χωρίς σημεία συμφόρησης.

Παράλληλα, αναπτύσσεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξεχωριστός σχεδιασμός για τη μεταφορά υδρογόνου από την Ελλάδα προς την Ιταλία και τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετικά έργα από τον αγωγό φυσικού αερίου Καρπερή–Κομοτηνή και δεν ταυτίζονται με τον διάδρομο SoutH2.

Ο Κάθετος Διάδρομος διευρύνει την εμβέλειά του

Σε ένα ευρύτερο δίκτυο διασυνδεδεμένων υποδομών φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη εξελίσσεται σταδιακά ο Κάθετος Διάδρομος, ξεπερνώντας την αρχική λογική μιας συγκεκριμένης όδευσης από την Ελλάδα προς τον Βορρά. Όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, το βάρος μετατοπίζεται πλέον στη διαλειτουργικότητα των εθνικών συστημάτων, ώστε οι ποσότητες φυσικού αερίου να μπορούν να κινούνται μέσω διαφορετικών διαδρομών προς τα Δυτικά Βαλκάνια και τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης.

Στον σχεδιασμό συμμετέχουν οι διαχειριστές της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Μολδαβίας, της Ουκρανίας, της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας, ενώ η πρωτοβουλία διευρύνεται πλέον προς τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία. Οι διαχειριστές των δύο χωρών έχουν ήδη συμμετάσχει στις σχετικές συζητήσεις και εξετάζονται οι τεχνικές και ρυθμιστικές προϋποθέσεις για την επίσημη ενσωμάτωσή τους στο διευρυμένο σύστημα του Διαδρόμου.

Η νέα προσέγγιση δεν περιορίζεται στα ειδικά προϊόντα Route 1, 2 και 3, τα οποία σχεδιάστηκαν για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες τροφοδοσίας της Ουκρανίας. Επιδίωξη είναι ο Κάθετος Διάδρομος να αποκτήσει περισσότερο μόνιμο και ευρωπαϊκό χαρακτήρα, διευκολύνοντας την ανταλλαγή ποσοτήτων φυσικού αερίου μεταξύ όλων των συμμετεχουσών αγορών.

Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο η δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων μεταφοράς για τους χρήστες όσο και η τεχνική διαλειτουργικότητα των δικτύων. Στόχος είναι οι διαθέσιμες διαδρομές και υποδομές να μπορούν να αξιοποιούνται συνδυαστικά, χωρίς οι ροές να περιορίζονται σε έναν μόνο άξονα ή σε προϊόντα που σχεδιάστηκαν για συγκεκριμένες, προσωρινές ανάγκες.

Η πρόοδος του διασυνοριακού σχεδιασμού αποτυπώνεται στη σημαντική αύξηση των εξαγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας. Από περίπου 1 δισ. κυβικά μέτρα το 2021, το ελληνικό σύστημα μπορεί σήμερα να διοχετεύσει προς τις βόρειες αγορές ποσότητες που προσεγγίζουν τα 8,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως. Η δυνατότητα αυτή αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω με την ολοκλήρωση της διασύνδεσης Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας εντός του 2027, καθώς και με την ανάπτυξη αντίστοιχων στρατηγικών υποδομών στις υπόλοιπες χώρες της βαλκανικής διαδρομής.

Η γεωγραφική εμβέλεια του εγχειρήματος διευρύνεται τόσο προς τα Δυτικά Βαλκάνια όσο και προς τον Βορρά. Το ενδιαφέρον της Σλοβακίας και της Πολωνίας για ισχυρότερη σύνδεση με την πρωτοβουλία CESEC και τον Κάθετο Διάδρομο επιβεβαιώνει ότι οι διαχειριστές της περιοχής επιδιώκουν τη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας, πέρα από τα αποτελέσματα των επιμέρους δημοπρασιών δυναμικότητας.

Καταλύτης για την επιτάχυνση του σχεδιασμού είναι και η προοπτική πλήρους διακοπής των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από την ΕΕ έως το φθινόπωρο του 2027. Το συγκεκριμένο ορόσημο ωθεί τους διαχειριστές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να εξασφαλίσουν πρόσβαση στις υποδομές LNG των νότιων ευρωπαϊκών συνόρων. Σε αυτή την κατεύθυνση, οι ελληνικές πύλες εισόδου αποκτούν αυξημένη βαρύτητα.

Τα επόμενα βήματα περιλαμβάνουν νέες δημοπρασίες προϊόντων δυναμικότητας και περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών, με στόχο και την ενσωμάτωση της Σερβίας και της Βόρειας Μακεδονίας στο διευρυμένο σχήμα.

TAP, Poseidon και οι διαδρομές προς την Ιταλία

Η επέκταση του TAP αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο σκέλος του ευρωπαϊκού σχεδιασμού. Το έργο χαρακτηρίζεται προηγμένο και αφορά την αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του αγωγού που συνδέει την Ελλάδα, την Αλβανία και την Ιταλία. Η εμπορική διερεύνηση της πρόσθετης δυναμικότητας συνεχίζεται. Στη διαδικασία που ξεκίνησε το 2021, η πρώτη δεσμευτική φάση για τον άξονα Ελλάδας–Αλβανίας–Ιταλίας είχε θετική έκβαση, καθώς υποβλήθηκαν δεσμευτικές προσφορές και ο οικονομικός έλεγχος ήταν θετικός. Η δεύτερη φάση, την οποία οργάνωσαν οι TAP, ΔΕΣΦΑ και Snam, ολοκληρώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2024.

Στον νέο κύκλο, οι τρεις διαχειριστές προχωρούν στη συντονισμένη φάση σχεδιασμού, διατηρώντας ενεργή την προοπτική περαιτέρω ενίσχυσης του διαδρόμου. Στον ευρωπαϊκό χάρτη παραμένει επίσης ο Poseidon. Ο υποθαλάσσιος αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει μία δεύτερη σύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Νότιας Ιταλίας, πέραν του TAP, διευρύνοντας τις εναλλακτικές διαδρομές της περιοχής.

Ο EastMed παραμένει στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό

Στον νέο ευρωπαϊκό χάρτη υποδομών παραμένει και ο EastMed, ο οποίος περιλαμβάνεται στο TYNDP 2026 ως προηγμένο έργο και διατηρεί το καθεστώς Έργου Κοινού Ενδιαφέροντος. Χωριστά καταγράφεται και η απαιτούμενη σύνδεσή του με το σύστημα του ΔΕΣΦΑ, η οποία βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο ωριμότητας. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι, παρά την απώλεια πολιτικής δυναμικής των προηγούμενων ετών, το σχέδιο εξακολουθεί να βρίσκεται στο ευρωπαϊκό ενεργειακό χαρτοφυλάκιο.

Η συζήτηση αποκτά νέα διάσταση μετά το μνημόνιο που υπέγραψαν στις 10 Ιουλίου 2026 η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή διοίκηση για την ανάπτυξη υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου από το Ανεμούριο προς την περιοχή Τεκνετζίκ στα κατεχόμενα. Ο σχεδιαζόμενος αγωγός θα έχει μήκος περίπου 101 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τα 97 υποθαλάσσια, και θα αποτελείται από δύο παράλληλες γραμμές διαμέτρου 22 ιντσών με δυνατότητα αμφίδρομης λειτουργίας. Σε πρώτη φάση προορίζεται να τροφοδοτήσει με φυσικό αέριο τον ηλεκτροπαραγωγικό τομέα της περιοχής, αντικαθιστώντας υγρά καύσιμα.

Η τουρκική κίνηση επαναφέρει στο προσκήνιο τον ανταγωνισμό για τις ενεργειακές διαδρομές της Ανατολικής Μεσογείου. Ο EastMed σχεδιάστηκε για την απευθείας μεταφορά φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, μέσω Κύπρου και Ελλάδας, προς την ευρωπαϊκή αγορά. Παρότι η διακρατική συμφωνία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2020, η πορεία του έργου επιβραδύνθηκε τα επόμενα χρόνια, ενώ παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα για την εμπορική και χρηματοδοτική του βιωσιμότητα.

Η διατήρησή του, ωστόσο, τόσο στη λίστα των PCI όσο και στο TYNDP 2026 αφήνει ανοικτό το παράθυρο επανεξέτασης. Καθοριστική παραμένει η στάση του Ισραήλ, καθώς η εμπορική βιωσιμότητα του αγωγού προϋποθέτει επαρκείς και μακροχρόνια δεσμευμένες ποσότητες φυσικού αερίου.

Διαβάστε ακόμη