Τον «λογαριασμό» της νέας γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή φαίνεται πως θα συνεχίσει να πληρώνει η Ευρώπη, καθώς η αγορά «βλέπει» τις πιέσεις στις τιμές ενέργειας να παραμένουν ισχυρές και το 2027. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε από το συνέδριο “Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe”ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, «το νούμερο 1 πρόβλημα στην Ευρώπη είναι οι τιμές ενέργειας». Μέσα σε αυτό το σκηνικό γεωπολιτικής αστάθειας, το ενεργειακό κόστος επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης, μαζί με τους φόβους για την ασφάλεια εφοδιασμού, την ανθεκτικότητα της βιομηχανίας και τα όρια της πράσινης μετάβασης.
Ο εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, προειδοποίησε πάντως ότι η Ευρώπη πιθανότατα δεν έχει δει ακόμη τον πραγματικό αντίκτυπο της κρίσης στη Μέση Ανατολή, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η ένταση μπορεί να διαρκέσει ακόμη και έξι μήνες. Όπως ανέφερε, το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη, τα οποία βρίσκονται περίπου στο 30% έναντι 50% την αντίστοιχη περσινή περίοδο, την ώρα που η αγορά συνεχίζει να ποντάρει σε μια «γρήγορη αποκλιμάκωση» της κρίσης και γι’ αυτό οι τιμές φυσικού αερίου παραμένουν κοντά στα 40-45 ευρώ/MWh αντί να έχουν εκτοξευθεί όπως το 2022.
Οι χαμηλές αποθήκες φυσικού αερίου και ο φόβος για τον χειμώνα
Και οι αριθμοί των ευρωπαϊκών αποθηκών δείχνουν ότι η ανησυχία δεν είναι θεωρητική. Τα τελευταία στοιχεία του Gas Infrastructure Europe αποτυπώνουν τη δυσκολότερη αφετηρία για την Ευρώπη από το 2018, με τις αποθήκες να βρίσκονται κατά μέσο όρο μόλις στο 33,8%, έναντι περίπου 55% του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας.Η εικόνα ανά χώρα παραμένει ιδιαίτερα άνιση, με την Ολλανδία να βρίσκεται μόλις στο 6%, τη Γερμανία στο 26,9%, τη Γαλλία στο 34,1%, την Αυστρία κοντά στο 40% και την Ιταλία περίπου στο 51%. Σε απόλυτους αριθμούς, οι ευρωπαϊκές υποδομές διαθέτουν σήμερα περίπου 378 TWh φυσικού αερίου, όταν για να επιτευχθεί ο στόχος ασφαλείας της ΕΕ πριν από τον επόμενο χειμώνα θα πρέπει να φτάσουν κοντά στις 894 TWh έως την 1η Νοεμβρίου. Αυτό σημαίνει ότι μέσα στους επόμενους έξι μήνες η Ευρώπη θα πρέπει να αντλήσει από τη διεθνή αγορά επιπλέον περίπου 516 TWh φυσικού αερίου, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονου ανταγωνισμού για φορτία LNG.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ευρώπη θα πρέπει μέσα στους επόμενους μήνες να αγοράσει τεράστιες ποσότητες LNG από τη διεθνή αγορά, σε μια χρονική στιγμή όπου η κρίση στη Μέση Ανατολή απειλεί να περιορίσει μέρος της παγκόσμιας προσφοράς.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Montel, για να καλυφθούν οι στόχοι αποθήκευσης απαιτούνται περίπου 130 φορτία LNG τον μήνα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, δηλαδή περίπου δέκα περισσότερα φορτία σε σχέση με πέρυσι. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι μεγαλύτερες ενεργειακές οργανώσεις της Ευρώπης, η Eurogas και η International Association of Oil & Gas Producers, ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη να ενεργοποιήσουν άμεσα τις ευελιξίες που προβλέπει ήδη η κοινοτική νομοθεσία για την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου.
Η παρέμβαση ήρθε την ώρα που οι υπουργοί Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδρίαζαν άτυπα στην Κύπρο με βασικό θέμα την ενεργειακή ασφάλεια και τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή στις αγορές καυσίμων και ηλεκτρισμού. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους περιορισμού της νέας ανόδου στις τιμές ενέργειας, αφού ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες διαταραχές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και LNG των τελευταίων ετών.
Το LNG της Ασίας και ο νέος ανταγωνισμός για φορτία
Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται άλλη μία πηγή ανησυχίας. Εάν η κρίση παραταθεί και ξεκινήσει πιο επιθετικός ανταγωνισμός μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία LNG, τότε οι πιέσεις στις τιμές φυσικού αερίου μπορεί να ενταθούν σημαντικά τους επόμενους μήνες. Ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο αποκλιμάκωσης, η Ευρώπη φαίνεται πως θα αναγκαστεί να προμηθευτεί ακριβότερο φυσικό αέριο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, οι τιμές αναφοράς του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 50%, αποτυπώνοντας τόσο τον γεωπολιτικό φόβο όσο και την ανησυχία για τη διαθεσιμότητα LNG τους επόμενους μήνες.
Ωστόσο, ορισμένοι αναλυτές βλέπουν και μια μικρή «χαραμάδα» αισιοδοξίας μέσα στο ιδιαίτερα βαρύ σκηνικό της αγοράς, επισημαίνοντας ότι οι μέχρι στιγμής ήπιες καιρικές συνθήκες, η αυξημένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και πυρηνικά εργοστάσια, αλλά και η ενίσχυση των εξαγωγών LNG από τη Βόρεια Αμερική έχουν συμβάλει στον περιορισμό των τρομερά υψηλών πιέσεων του παρελθόντος στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία εβδομαδιαία ανάλυση της Bank of America για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας καταγράφει υποχώρηση στις προβλέψεις για τις τιμές φυσικού αερίου, διατηρώντας παράλληλα πιο αισιόδοξη στάση και για την πορεία των τιμών άνθρακα, παρά τη μεγάλη μεταβλητότητα που εξακολουθεί να κυριαρχεί στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Στο ζήτημα αυτό είχε αναφερθεί μιλώντας στο Politico προ ολίγων ημερών και ο επικεφαλής του Ομίλου AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, σκιαγραφώντας την προοπτική ενός ιδιαίτερα «θερμού» καλοκαιριού για την Ευρώπη τόσο σε επίπεδο διαθεσιμότητας φορτίων LNG όσο και σε επίπεδο τιμών. Όπως προειδοποίησε, οι αγορές φαίνεται σε αυτή τη φάση να κινούνται περισσότερο στη γραμμή του εφησυχασμού, προεξοφλώντας το αισιόδοξο σενάριο μιας σχετικά γρήγορης εκτόνωσης της κρίσης στον Κόλπο, παρά το γεγονός ότι αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν πως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση η ομαλή επιστροφή των διεθνών αγορών φυσικού αερίου στην κανονικότητα κάθε άλλο παρά δεδομένη θεωρείται.
Ο επικεφαλής του Ομίλου AKTOR στάθηκε ιδιαίτερα στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία LNG, υπογραμμίζοντας ότι η περιοχή έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα από την αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ. Όπως σημείωσε, αυτό μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά την προσπάθεια της Ευρώπης να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες LNG χωρίς την καταβολή πολύ υψηλότερου premium κατά τους θερινούς μήνες, ακριβώς τη στιγμή που η ζήτηση αυξάνεται και οι ευρωπαϊκές χώρες επιχειρούν να γεμίσουν τις αποθήκες φυσικού αερίου, έχοντας ξεκινήσει την περίοδο πλήρωσης με τα χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων από το 2018.
Σύμφωνα με τον κ. Μυτιληναίο όσο παραμένει ανοιχτό το μέτωπο στα Στενά του Ορμούζ, αυξάνονται οι πιέσεις όχι μόνο σε πετρέλαιο και LNG, αλλά και σε αλουμίνιο, λιπάσματα και συνολικά στις αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ εάν η κρίση παραταθεί και η Ασία απορροφήσει περισσότερα φορτία LNG, τότε η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολύ υψηλότερο ενεργειακό κόστος και σοβαρό ζήτημα ασφάλειας εφοδιασμού.
Η ενεργειακή αυτονομία ξανά στο επίκεντρο της Ευρώπης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη εξακολουθεί να παραμένει βαθιά εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου. Συνεπώς, ανοίγει ξανά η συζήτηση για τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας αλλά και για την αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Σε αυτή τη γραμμή κινείται και η Ελλάδα, η οποία επιχειρεί να επαναφέρει στο τραπέζι την προοπτική ανάπτυξης υδρογονανθράκων, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δίνει ιδιαίτερη έμφαση τόσο στη γεωπολιτική διάσταση της ενεργειακής ασφάλειας όσο και στη δυνατότητα περιορισμού του τεράστιου κόστους εισαγωγών ορυκτών καυσίμων.
Η βασική λογική που φαίνεται να κερδίζει έδαφος είναι ότι η ανάπτυξη εγχώριων κοιτασμάτων δεν αντιμετωπίζεται πλέον απαραίτητα ως αντίπαλος της πράσινης μετάβασης, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ενεργειακής αυτονομίας. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή μετάβαση και οι υδρογονάνθρακες προσεγγίζονται ολοένα και περισσότερο ως δύο παράλληλες στρατηγικές που μπορούν να συνυπάρξουν σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές.
Και αυτό γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια αντιμέτωπη με το ίδιο στρατηγικό πρόβλημα: την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές ενέργειας. Πρώτα με την ενεργειακή κρίση του 2022 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τώρα με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η Ευρώπη παραμένει ουσιαστικά «όμηρος» των διεθνών αγορών LNG και πετρελαίου, με το ενεργειακό κόστος να μεταφέρεται άμεσα σε βιομηχανία, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο λογαριασμός εισαγωγών ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη αυξηθεί κατά περίπου 24 δισ. ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις της αγοράς προειδοποιούν ότι η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω εάν η Ευρώπη αναγκαστεί να γεμίσει τις αποθήκες.
Το «τρίπτυχο» που καθορίζει πλέον τις τιμές ενέργειας
Πάντως, σύμφωνα με πηγές που συνομίλησαν με το energygame.gr πίσω από τη σημερινή νευρικότητα των αγορών ενέργειας, περιγράφεται ουσιαστικά ένα «τρίπτυχο» που καθορίζει πλέον τις τιμές. Το πρώτο είναι η κλασική ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, δηλαδή πόσες ποσότητες φυσικού αερίου και LNG είναι διαθέσιμες και πόση κατανάλωση υπάρχει διεθνώς. Το δεύτερο είναι οι γεωπολιτικές διαταραχές, πόλεμοι, κυρώσεις, προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και κρίσεις όπως αυτή στα Στενά του Ορμούζ που προσθέτουν ένα διαρκές «premium φόβου» στις αγορές. Και το τρίτο, που θεωρείται πλέον το σημαντικότερο, είναι οι προσδοκίες για το τι θα συμβεί το επόμενο διάστημα.
Οι αγορές δεν τιμολογούν μόνο τη σημερινή εικόνα αλλά κυρίως το εάν η κρίση θα αποκλιμακωθεί, αν θα επαρκέσουν τα φορτία LNG και πόσο θα αντέξει η ζήτηση σε περίπτωση νέας ανόδου των τιμών. Γιατί όταν το ενεργειακό κόστος ξεπεράσει ορισμένα όρια, αρχίζει να περιορίζεται η ίδια η κατανάλωση, με τη βιομηχανία και την οικονομία να πιέζονται έντονα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ολοένα και περισσότεροι παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι το ενεργειακό σύστημα της επόμενης δεκαετίας θα βασιστεί αναγκαστικά σε ένα πιο «μικτό» μοντέλο, που θα συνδυάζει ΑΠΕ, φυσικό αέριο, αποθήκευση και σε ορισμένες περιπτώσεις πυρηνική ενέργεια, με τον μεγαλύτερο κοινό παρονομαστή να παραμένει η αβεβαιότητα.
Διαβάστε ακόμη
