Την ώρα που η πολεμική ένταση στη Μέση Ανατολή βαθαίνει, οι διεθνείς ενεργειακές αγορές κινούνται στον ρυθμό της γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αντιδρούν σε κάθε νέα εξέλιξη, ενώ οι ευρωπαϊκές αρχές παρακολουθούν στενά την κατάσταση, επιχειρώντας να αποτιμήσουν σε πραγματικό χρόνο τις επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου. Στο επίκεντρο της ανησυχίας δεν βρίσκεται πλέον μόνο η φυσική επάρκεια εφοδιασμού, αλλά κυρίως η δυναμική των τιμών και η μεταβλητότητα που προκαλεί η κρίση στις διεθνείς αγορές.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αυξημένης επιφυλακής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκάλεσε χθες έκτακτη συνεδρίαση του Gas Coordination Group (GCG), με τη συμμετοχή των κρατών-μελών και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση στις παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης και τις επιπτώσεις που προκαλούν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η αναστολή παραγωγής LNG στο Κατάρ. Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τις πιθανές διαταραχές στο διεθνές εμπόριο ενέργειας, σε μια συγκυρία όπου η γεωπολιτική ένταση μεταφράζεται άμεσα σε πίεση στις τιμές και σε αυξημένη αβεβαιότητα για την πορεία της αγοράς.

Η εικόνα που προκύπτει αποτυπώνει με αρκετή σαφήνεια τη βασική γραμμή των Βρυξελλών απέναντι στη νέα γεωπολιτική κρίση: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βλέπει προς το παρόν άμεσο κίνδυνο διακοπής τροφοδοσίας φυσικού αερίου, αλλά χτυπάει ένα «καμπανάκι». Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη μετατραπεί σε παράγοντα ισχυρής πίεσης στις διεθνείς τιμές και μπορεί να δυσκολέψει την επόμενη φάση της αγοράς, δηλαδή την αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα 2026-2027.

Αυτή ήταν σύμφωνα με πληροφορίες και η πρώτη παράμετρος που εξετάστηκε. Τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην ΕΕ παραμένουν σχετικά σταθερά και διαμορφώνονται γύρω στο 30%, ποσοστό που θεωρείται διαχειρίσιμο για την περίοδο μετά τον χειμώνα. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στις ήπιες καιρικές συνθήκες των τελευταίων εβδομάδων αλλά και στο γεγονός ότι οι αναλήψεις από τις αποθήκες ήταν περιορισμένες. Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συνεδρίαση, τα κράτη-μέλη δεν ανέφεραν άμεσες ανησυχίες ως προς την επάρκεια προμηθειών.

Η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών αποκτά κομβική σημασία. Σύμφωνα με στοιχεία της S&P Global Commodity Insights, τα συνολικά επίπεδα πλήρωσης βρίσκονται κάτω από το 31%, έναντι περίπου 40% την ίδια περίοδο πέρυσι, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης νέων κραδασμών. Η Γερμανία, με αποθηκευτική ικανότητα άνω των 230 TWh, η Ιταλία με περίπου 190 TWh και η Γαλλία με πάνω από 130 TWh διαθέτουν τις μεγαλύτερες υποδομές, ενώ σημαντικές δυνατότητες καταγράφονται επίσης στην Ολλανδία (145 TWh), στην Αυστρία (περίπου 95 TWh) και στην Ουγγαρία (άνω των 65 TWh).

Ωστόσο, ακόμη και χώρες με υψηλή θεωρητική χωρητικότητα ξεκινούν την περίοδο επαναπλήρωσης από χαμηλότερη βάση, ενώ κράτη-μέλη χωρίς ουσιαστική αποθηκευτική υποδομή εξαρτώνται πλήρως από διασυνοριακές ροές και τερματικούς σταθμούς LNG. Αυτό που εκτιμούν στην Ευρώπη είναι πώς αν οι υψηλές τιμές παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η διαδικασία αναπλήρωσης των αποθεμάτων για τον χειμώνα 2026-2027 ενδέχεται να γίνει πιο δύσκολη και ακριβή, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία της αγοράς τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με το Montel η ανάγκη επαναπλήρωσης των αποθηκών ενόψει του χειμώνα ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντικά ακριβότερη, ενώ χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα εάν συμπέσουν με έναν ιδιαίτερα ψυχρό χειμώνα.

Όπως έχει γράψει το energygame.gr, και η εγχώρια αγορά «κοιτάζει» με ψυχραιμία τις εξελίξεις, με πηγές του κλάδου να διαβεβαιώνουν ότι η χώρα παραμένει θωρακισμένη ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού, «παρότι η πορεία των διεθνών τιμών δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα». Οι πετρελαϊκοί όμιλοι Motor Oil και Helleniq Energy επιβεβαιώνουν ότι τα διαθέσιμα αποθέματα υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, επίπεδο που υπερκαλύπτει τις θεσμικές υποχρεώσεις.

350 εκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου χάνονται ημερησίως

Παράλληλα, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η γεωπολιτική κρίση δημιουργεί σημαντική αναταραχή στο παγκόσμιο ενεργειακό εμπόριο. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται καθημερινά περίπου 20–21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης, γεγονός που τα καθιστά το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα στον κόσμο και βασικό δίαυλο μεταφοράς υδρογονανθράκων από τις χώρες του Περσικού Κόλπου προς τις διεθνείς αγορές. Την ίδια στιγμή, η αναστολή παραγωγής LNG στο Κατάρ και το προσωρινό κλείσιμο ισραηλινών κοιτασμάτων φυσικού αερίου προσθέτουν έναν επιπλέον παράγοντα πίεσης στην πλευρά της προσφοράς.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη οδηγήσει σε απώλεια περίπου 3% της παγκόσμιας προσφοράς φυσικού αερίου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 350 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ημερησίως. Αν και η απώλεια αυτή δεν προκαλεί άμεση κρίση επάρκειας, επηρεάζει τη λειτουργία των διεθνών αγορών και ενισχύει τη μεταβλητότητα στις τιμές. Η τιμή του φυσικού αερίου αντιδρά νευρικά. Η νέα άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο ΤΤF πάνω από 20% χθες και η διαμόρφωση της τιμής κοντά στα 52 ευρώ/μεγαβατώρα σε συνέχεια μιας αντίστοιχης ανόδου μία ημέρα πριν και μιας υψηλής ημερήσιας διακύμανσης που άγγιξε τα 64 ευρώ/μεγαβατώρα, προδιαγράφουν ένα ιδιαίτερα αρνητικό περιβάλλον τόσο για τις τιμές φυσικού αερίου όσο και για τις τιμές ρεύματος.

Στην Ελλάδα αυτό προδιαγράφει ένα ιδιαίτερα αρνητικό περιβάλλον τόσο για τις τιμές φυσικού αερίου όσο και για τις τιμές ρεύματος. Το φυσικό αέριο καλύπτει σχεδόν το 40% του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής. Οι πιέσεις στις χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος θα γίνουν αισθητές στα νοικοκυριά από τον Απρίλιο με εξαίρεση μικρό αριθμό που έχει επιλέξει κυμαινόμενα «κίτρινα» τιμολόγια που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τη χονδρεμπορική αγορά. Οι τιμές στα «πράσινα» τιμολόγια, τα οποία έχει η πλειονότητα των καταναλωτών, είναι κλειδωμένες από τις αρχές του μήνα για τον Μάρτιο και των «μπλε» παραμένουν σταθερές.

Ποιος δεν θα αντέξει στην πίεση του Ιράν

Αυτό που διαμηνύουν από την Επιτροπή είναι πως η Ευρώπη βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση σε σχέση με την περίοδο της ενεργειακής κρίσης του 2022. Η άμεση έκθεση της ΕΕ στο καταριανό LNG είναι σχετικά περιορισμένη, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 4% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου. Το Κατάρ από την άλλη βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Η απόφαση της QatarEnergy να αναστείλει, υπό καθεστώς force majeure, την παραγωγή και παράδοση φορτίων LNG επηρεάζει άμεσα μια κρίσιμη πηγή τροφοδοσίας της παγκόσμιας αγοράς. Το Κατάρ αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα εξαγωγό LNG παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας δυναμικότητας υγροποίησης. Το 2025 οι εξαγωγές του διαμορφώθηκαν σε περίπου 81 εκατομμύρια μετρικούς τόνους LNG, σύμφωνα με το Reuters. Δεδομένου ότι το σύνολο των εξαγωγών του διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ο συνδυασμός της αναστολής παραγωγής και του κλεισίματος του θαλάσσιου περάσματος θέτει εκτός κυκλοφορίας σχεδόν το 19% της παγκόσμιας αγοράς LNG. Ωστόσο, πηγές με γνώση του θέματος επισημαίνουν πως η ευρωπαϊκή αγορά έχει πλέον διαφοροποιήσει σε σημαντικό βαθμό τις πηγές εφοδιασμού της, ενισχύοντας τις εισαγωγές LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νορβηγία και άλλους προμηθευτές, ενώ παράλληλα έχουν αναπτυχθεί νέες υποδομές επαναεριοποίησης και μεταφοράς.

Μία νέα μορφή ανταγωνισμού

Παρά τη σχετική ασφάλεια ως προς τον φυσικό εφοδιασμό, η κρίση έχει ήδη μεταφραστεί σε έντονες κινήσεις στις αγορές. Όπως αναφέρθηκε οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί σημαντικά, με τον δείκτη TTF να καταγράφει άνοδο περίπου 70%. Σύμφωνα με την αποτίμηση της Επιτροπής, η δυναμική αυτή δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις εξελίξεις στην Ευρώπη, αλλά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ασιατική αγορά LNG, η οποία λειτουργεί ως βασικός παράγοντας διαμόρφωσης των διεθνών τιμών. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η ευρωπαϊκή αγορά δεν αντιμετωπίζει άμεση έλλειψη φυσικού αερίου, ο ανταγωνισμός με τις ασιατικές οικονομίες για φορτία LNG μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών και σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα.

Η μοντελοποίηση του Oxford Institute for Energy Studies δείχνει ότι σε ένα σενάριο παρατεταμένου κλεισίματος του Ορμούζ, η προσφορά LNG από τη Μέση Ανατολή μειώνεται κατά περίπου 110 bcm ετησίως. Παρά την μερική αντιστάθμιση από Αυστραλία και Βόρεια Αμερική, το καθαρό έλλειμμα διαμορφώνεται στα 86 bcm, δηλαδή περίπου 15% της παγκόσμιας προσφοράς LNG του 2024. Πρόκειται για απώλεια συγκρίσιμη, σε απόλυτα μεγέθη, με τη μείωση των ρωσικών ροών προς την Ευρώπη την περίοδο 2021–2023, που ανήλθε σε περίπου 135 bcm ετησίως . Η διαφορά είναι ότι τότε το σοκ ήταν ευρωπαϊκά συγκεντρωμένο, ενώ σήμερα θα ήταν παγκόσμια διασπαρμένο αλλά ταυτόχρονα αλληλοτροφοδοτούμενο μέσω των αγορών.

Για τον λόγο αυτό, το βασικό ζήτημα που αναδείχθηκε στη συνεδρίαση δεν είναι η φυσική επάρκεια καυσίμου αλλά το οικονομικό κόστος της κρίσης. «Το ζήτημα δεν είναι ότι η Ευρώπη εξαρτάται κρίσιμα από το καταριανό LNG είναι ότι, αν η Ασία χάσει τις ροές της από το Κατάρ, τότε Ευρωπαίοι και Ασιάτες θα διεκδικήσουν τα ίδια διαθέσιμα φορτία». Το LNG είναι παγκόσμιο εμπόρευμα: τα φορτία κατευθύνονται εκεί όπου η τιμή είναι υψηλότερη. Επομένως, όταν η Ασία χάνει καταριανές ποσότητες, αυξάνει την προσφορά τιμής για να προσελκύσει φορτία, κυρίως αμερικανικά, τα οποία διαφορετικά θα κατευθύνονταν στην Ευρώπη. «Σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά LNG, η απώλεια ποσοτήτων στην Ασία δεν μένει στην Ασία, μετακυλίεται στις τιμές της Ευρώπης», τονίζουν οι ίδιες πηγές.

Παράλληλα, η διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ δεν επηρεάζει μόνο τις ποσότητες που διακινούνται, αλλά και τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όπως σημειώνει ανάλυση στο Montel, ακόμη και αν μέρος των φορτίων επαναδρομολογηθεί, οι μεγαλύτερες αποστάσεις, τα αυξημένα ασφάλιστρα και οι περιορισμοί στη ναυτιλία μειώνουν τον αριθμό των φορτίων που μπορεί να παραδώσει κάθε πλοίο μέσα στο έτος, δημιουργώντας ένα πρόσθετο κόστος στην αγορά LNG.

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη συμφώνησαν ότι το βασικό στοιχείο αβεβαιότητας παραμένει η διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και κυρίως το ενδεχόμενο να πληγούν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στην περιοχή. Μια παρατεταμένη κρίση ή τυχόν ζημιές σε εγκαταστάσεις παραγωγής και εξαγωγής υδρογονανθράκων θα μπορούσαν να εντείνουν σημαντικά την πίεση στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Προς το παρόν, πάντως, οι Βρυξέλλες δεν βλέπουν λόγο για άμεσες παρεμβάσεις. Τα κράτη-μέλη συμφώνησαν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και να διατηρούν ανοιχτό τον ευρωπαϊκό μηχανισμό συντονισμού, ώστε να υπάρξει γρήγορη αντίδραση εάν η κατάσταση επιδεινωθεί. Το μήνυμα της Επιτροπής είναι σαφές: ψυχραιμία, στενή παρακολούθηση των αγορών και ετοιμότητα για δράση, εφόσον η γεωπολιτική ένταση μετατραπεί σε πραγματική ενεργειακή διαταραχή.

Διαβάστε ακόμη