Ο κύβος ερρίφθη και η Chevron διευρύνει το αποτύπωμά της στην Ανατολική Μεσόγειο, αποκτώντας πλέον σαφή θεσμική και επιχειρησιακή παρουσία στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η υπογραφή από τις Chevron – Helleniq Energy των συμβάσεων μίσθωσης για τα τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα σε Κρήτη και Πελοπόννησο δεν συνιστά μια ακόμη επενδυτική πράξη ρουτίνας, αλλά μια εξέλιξη που μεταβάλλει τις ισορροπίες σε μια περιοχή όπου η ενέργεια, η γεωπολιτική και η ασφάλεια συγκλίνουν με ένταση. Με την κίνηση αυτή, ο αμερικανικός πετρελαϊκός κολοσσός εδραιώνει περαιτέρω την παρουσία του στο ενεργειακό τόξο της Ανατολικής Μεσογείου, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Ελλάδας, η όποια «ζεσταίνει μηχανές ξανά» και επιχειρεί να εισέλθει στο πεδίο της έρευνας και εν δυνάμει της παραγωγής υδρογονανθράκων.

Η Ελλάδα μετατρέπεται σε σημείο εισόδου της Chevron σε ένα από τα πιο απαιτητικά upstream περιβάλλοντα της περιοχής. Η ίδια η εταιρεία μίλησε με σαφήνεια για μια παρουσία που δεν είναι ευκαιριακή, αλλά σχεδιασμένη σε ορίζοντα δεκαετίας, με επενδυτικό βάθος, τεχνογνωσία και στρατηγική επιμονή. Οι υπογραφές σηματοδοτούν την εκκίνηση μίας μακράς διαδρομής ερευνών, σεισμικών προγραμμάτων και γεωτρήσεων υψηλού κόστους, με στόχο να διαπιστωθεί αν το ελληνικό υπέδαφος μπορεί να περάσει από τη σφαίρα των εκτιμήσεων στη σφαίρα της παραγωγής.

«Πρόκειται για ένα στρατηγικό ορόσημο για την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας και της Ευρώπης», ανέφερε ο Σταύρος Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας από το Μουσείο της Ακρόπολης ότι η υπογραφή των συμβάσεων σηματοδοτεί τη διεύρυνση του εθνικού προγράμματος ερευνών και την πρόθεση της χώρας να καταστεί, σε βάθος χρόνου, εν δυνάμει παραγωγός φυσικού αερίου, με γνώμονα την ενεργειακή ασφάλεια και τον ενεργειακό ρεαλισμό. «Η προσέλευση της Chevron στις ελληνικές θάλασσες συνοδεύεται με διπλασιασμό των υπό διερεύνηση περιοχών και αποτελεί εθνικό στοίχημα», πρόσθεσε, ενώ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για «άλμα».

Για τον Δρ Κωνσταντίνο Νικολάου, Γεωλόγο Πετρελαίων και Οικονομολόγο με πολυετή εμπειρία στον τομέα της έρευνας υδρογονανθράκων, η εξέλιξη συνιστά πρωτίστως μια γεωπολιτική νίκη και ένα κερδισμένο στοίχημα για τη χώρα. Όπως επισημαίνει στο energygame.gr, το πρώτο και ισχυρότερο μήνυμα από τη συμμετοχή της αμερικανικής εταιρείας στον διαγωνισμό είναι πρωτίστως γεωπολιτικό: η επιλογή της να καταθέσει προσφορά και να υπογράψει συμβάσεις σε περιοχές νότια της Κρήτης, παρά τις αμφισβητήσεις που είχαν διατυπωθεί τους προηγούμενους μήνες, συνιστά έμπρακτη επιβεβαίωση της άσκησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή.

Ο ίδιος σημειώνει ότι η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το περιβάλλον πίεσης που προηγήθηκε, με την Τουρκία και τη Λιβύη να επιχειρούν, όπως αναφέρει, να αποτρέψουν τη συμμετοχή της Chevron στον διαγωνισμό με το επιχείρημα ότι οι συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές τους ανήκουν. Το γεγονός ότι ο αμερικανικός κολοσσός προχώρησε τελικά σε συμφωνία με το ελληνικό Δημόσιο λειτουργεί, κατά τον κ. Νικολάου, ως «σφραγίδα» όχι μόνο της εταιρείας αλλά και της ευρύτερης γεωπολιτικής βαρύτητας των Ηνωμένων Πολιτειών, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας στο ενεργειακό και διπλωματικό πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου. Στο ίδιο πλαίσιο, εκτιμά ότι η εξέλιξη αποδυναμώνει στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο και πλήττει το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», καθώς η παρουσία μιας μεγάλης αμερικανικής εταιρείας σε αδειοδοτημένες περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας καθιστά δυσκολότερη την αμφισβήτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η εμπλοκή της Chevron ενισχύει το γεωπολιτικό βάρος της Ελλάδας σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος επανέρχεται στο επίκεντρο των ενεργειακών και στρατηγικών σχεδιασμών της Δύσης. Η υπογραφή των συμβάσεων δεν αφορά μόνο ένα επενδυτικό project upstream, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ενεργειακών, διπλωματικών και αμυντικών συνεργασιών που διαμορφώνουν νέες ισορροπίες στην περιοχή. Κατά τον κ. Νικολάου, η παρουσία ενός μεγάλου αμερικανικού ομίλου σε ελληνικές παραχωρήσεις λειτουργεί και ως στοιχείο αποτροπής, ενισχύοντας τη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής δικαιοδοσίας και προσδίδοντας μεγαλύτερη σταθερότητα στο πλαίσιο των ενεργειακών εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επόμενη ημέρα

Η «επόμενη ημέρα» των συμφωνιών βρίσκει την Ελλάδα με δύο ισχυρούς αμερικανικούς ενεργειακούς ομίλους στη «φαρέτρα» της. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε. Με τη Chevron στο πεδίο και την ExxonMobil σε τροχιά, η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τον ρόλο του διαμετακομιστή σε εκείνον του παραγωγού.

Ο Τσαρλς Έλληνας, πρώην CEO της Κρατικής Εταιρίας Υδρογονανθράκων της Κύπρου (ΚΡΕΤΥΚ) και Senior Associate/Senior Fellow στο Atlantic Council, επισημαίνει ότι με την είσοδο της Chevron στην ελληνική ΑΟΖ, μετά την ExxonMobil, η Ελλάδα έχει προσελκύσει δύο από τις ισχυρότερες ανεξάρτητες εταιρείες υδρογονανθράκων παγκοσμίως. Όπως σημειώνει, και οι δύο όμιλοι γνωρίζουν τις τεχνικές και γεωπολιτικές προκλήσεις της περιοχής, αλλά και τις υψηλές προοπτικές για τον εντοπισμό σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, που αποτέλεσαν και τον βασικό λόγο της επενδυτικής τους απόφασης. Οι ενδείξεις, κατά τον ίδιο, είναι θετικές, ωστόσο απαιτείται υπομονή, καθώς η μετάβαση από το στάδιο των ερευνών στην παραγωγή μπορεί να διαρκέσει έως και μία δεκαετία. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες, εκτιμά ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιτύχει αυτάρκεια σε φυσικό αέριο και να εξελιχθεί σε εξαγωγική χώρα έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

Η παρουσίαση του Αριστοφάνη Στεφάτου, CEO της ΕΔΕΥΕΠ είναι το πραγματικό «χειρόγραφο» της επόμενης δεκαετίας για τους υδρογονάνθρακες. Η εικόνα που έδωσε ο επικεφαλής της ΕΔΕΥΕΠ ήταν σαφής: η χώρα μπαίνει σε φάση εκθετικής επέκτασης των ερευνών. Όπως ανέφερε, το 2025 οι ενεργές παραχωρήσεις ανέρχονταν σε 47.905 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ με τις νέες συμβάσεις το 2026 η έκταση σχεδόν διπλασιάζεται στα 94.094 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πρόκειται για αύξηση 96,4%, η οποία όπως είπε στην πράξη σημαίνει ότι «διπλασιάζουμε τις περιοχές στις οποίες εξερευνούμε».

Ο ίδιος χαρακτήρισε την πορεία αυτή «εθνική σκυταλοδρομία» που επιταχύνθηκε και κάλπασε τα τελευταία χρόνια, τονίζοντας ότι η συστηματική συλλογή σεισμικών δεδομένων δημιουργεί για πρώτη φορά μια πραγματική γεωλογική βάση γνώσης για τον υποθαλάσσιο πλούτο της χώρας. «Χαρτογραφούμε τον βυθό και το υπέδαφος των ελληνικών θαλασσών ώστε να αποκτήσουμε γνώση για το τι μπορεί να έχουμε», σημείωσε χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της νέας φάσης.

Το οικονομικό αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία

Ο κ. Στεφάτος επιχείρησε να αποδώσει σε αριθμούς το τι σημαίνουν οι συμβάσεις για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τη δομή των συμφωνιών, το κράτος θα λαμβάνει εταιρικό φόρο 20%, περιφερειακό φόρο 5% και δικαιώματα παραγωγής που κλιμακώνονται από 4% έως 15% ανάλογα με τον όγκο εξόρυξης. Με βάση τη μοντελοποίηση της ΕΔΕΥΕΠ, η συνολική επιστροφή προς το ελληνικό Δημόσιο εκτιμάται γύρω στο 40% της αξίας παραγωγής, ποσοστό που θεωρείται διεθνώς ανταγωνιστικό.

Πέραν των μελλοντικών φορολογικών εσόδων, οι συμβάσεις αποφέρουν και άμεσα οικονομικά οφέλη. Ο ίδιος ανέφερε ότι εξασφαλίζονται περίπου 3,5 εκατ. ευρώ σε bonus υπογραφής, ενώ τα τέλη παραχώρησης μπορούν να φτάσουν δυνητικά τα 35 εκατ. ευρώ σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, η ΕΔΕΥΕΠ λαμβάνει έως 25 εκατ. ευρώ σε training fees για την ενίσχυση τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης, καθώς και bonus πρώτης παραγωγής 5,5 εκατ. ευρώ, με επιπλέον κλιμακούμενα bonus που μπορεί να φτάσουν τα 49 εκατ. ευρώ όσο αυξάνεται η παραγωγή.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ελάχιστο εγγυημένο επενδυτικό πρόγραμμα. Οι εταιρείες δεσμεύονται με τραπεζικές εγγυήσεις ύψους 17,5 εκατ. ευρώ για την πρώτη φάση ερευνών, 24 εκατ. ευρώ για τη δεύτερη και περίπου 100 εκατ. ευρώ για τη φάση των γεωτρήσεων. Η πρώτη φάση θα διαρκέσει τρία χρόνια και θα περιλαμβάνει κυρίως δισδιάστατες σεισμικές έρευνες, η δεύτερη φάση δύο χρόνια με τρισδιάστατες καταγραφές και η τρίτη φάση γεωτρήσεις σε κάθε περιοχή. «Αυτή είναι η ελάχιστη δαπάνη», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι οι εγγυήσεις λειτουργούν ως μηχανισμός διασφάλισης υλοποίησης του προγράμματος.

Οι αναγκαίες επενδύσεις και τα ανοιχτά μέτωπα

Στο συνολικό επενδυτικό σκέλος, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή. Ο κ. Στεφάτος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα οι επενδύσεις σε έρευνες έχουν ξεπεράσει τα 176 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 111 εκατ. ευρώ αφορούν χαρτογράφηση των ελληνικών θαλασσών. Με τις νέες συμβάσεις προστίθενται δεσμεύσεις περίπου 41,5 εκατ. ευρώ για νέες σεισμικές έρευνες, ενώ η πρώτη γεώτρηση εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 80 εκατ. ευρώ. Σε πλήρη ανάπτυξη, οι μελλοντικές γεωτρήσεις μπορούν να φτάσουν τα 790 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό επενδυτικό πακέτο έως και το 1 δισ. ευρώ.

Σε ό,τι αφορά το καθαρά ενεργειακό σκέλος, ο Κωνσταντίνος Νικολάου κρατά σαφώς πιο μετρημένη στάση, υπογραμμίζοντας ότι η είσοδος της Chevron σηματοδοτεί την έναρξη μιας μακράς και τεχνικά απαιτητικής διαδικασίας, τα αποτελέσματα της οποίας δεν μπορούν ακόμη να προεξοφληθούν. Όπως επισημαίνει, οι θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων «frontier» περιοχών, δηλαδή γεωλογικά ανώριμων ζωνών όπου η γνώση για τα πετρελαϊκά συστήματα παραμένει περιορισμένη και έρευνα πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το αν υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα χρονοδιαγράμματα που τίθενται είναι εκ των πραγμάτων μακροπρόθεσμα. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει εκτεταμένες σεισμικές έρευνες και γεωλογική χαρτογράφηση, διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια, ενώ οι πρώτες ερευνητικές γεωτρήσεις τοποθετούνται χρονικά προς το τέλος της δεκαετίας. Ακόμη και αν εντοπιστούν ενδείξεις υδρογονανθράκων, η μετάβαση από την ανακάλυψη στην παραγωγή απαιτεί πρόσθετες γεωτρήσεις επιβεβαίωσης, τεχνικές μελέτες και τις απαραίτητες υποδομές που θα πλαισιώσουν το εγχείρημα.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα project υψηλού κόστους και μεγάλης χρονικής διάρκειας, το οποίο δεν προσφέρει άμεσες λύσεις στον ενεργειακό εφοδιασμό της χώρας αλλά εντάσσεται σε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ο κ. Νικολάου επισημαίνει ότι τα projects σε βαθιά και υπερβαθιά ύδατα είναι βιώσιμα μόνο αν εντοπιστούν μεγάλα κοιτάσματα, καθώς το τεχνικό και οικονομικό ρίσκο των υπεράκτιων γεωτρήσεων είναι ιδιαίτερα υψηλό. Για τον λόγο αυτό, εταιρείες του μεγέθους της Chevron προχωρούν σε ανάπτυξη μόνο όταν τα γεωλογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν επαρκές μέγεθος και εμπορική βιωσιμότητα.

Η συνολική αποτίμηση του κ. Νικολάου είναι ότι η είσοδος της Chevron ενεργοποιεί ένα νέο επενδυτικό πλαίσιο για τους εγχώριους υδρογονάνθρακες, χωρίς να αλλάζει το γεγονός ότι πρόκειται για εγχείρημα υψηλού ρίσκου και μακρού ορίζοντα. Εφόσον υπάρξουν ανακαλύψεις, η πιθανή παραγωγή τοποθετείται μετά το 2030, άρα το πρόγραμμα αποτελεί στρατηγική επένδυση για το μέλλον και όχι άμεση λύση ενεργειακού εφοδιασμού.

Το χρονοδιάγραμμα της ΕΔΕΥΕΠ εκτείνεται έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας: σεισμικές έρευνες έως το 2030, γεωτρήσεις έως το 2032 και, αν τα αποτελέσματα είναι θετικά, πρώτη παραγωγή μεταξύ 2032 και 2035.

Διαβάστε ακόμη