Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για την πορεία των διεθνών ενεργειακών αγορών, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά την ευαισθησία της Ευρώπης στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά εκτινάχθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα του τελευταίου μήνα, αγγίζοντας τα 50 ευρώ/MWh, με το TTF να ενισχύεται περισσότερο από 5%, μετά την ανακοίνωση του Ιράν ότι προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, ως αντίδραση στα νέα αμερικανικά πλήγματα κατά ιρανικών στόχων.
Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν σημαντική άνοδο 5%, με το Brent να πλησιάζει τα 78 δολάρια ανά βαρέλι, σε υψηλό δύο εβδομάδων.
Η τελευταία αυτή κλιμάκωση ουσιαστικά υπονομεύει την εύθραυστη συμφωνία που είχε επιτευχθεί μόλις πριν από λίγες εβδομάδες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η οποία είχε προσωρινά περιορίσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και είχε επιτρέψει την επανέναρξη της εμπορικής κίνησης μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τους φόβους για πιθανές νέες ανατιμήσεις στις τιμές των καυσίμων, καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει την ομαλή ροή του ενεργειακού εφοδιασμού και να οδηγήσει σε πρόσθετες πιέσεις στο κόστος μεταφοράς, παραγωγής και τελικά στην τελική τιμή που καταβάλλουν οι καταναλωτές.
Ο πρωθυπουργός πάντως, ερωτηθείς σχετικά μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα υπογράμμισε: «Επιτρέψτε μου να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, ότι θα επανέλθουμε σε ένα καθεστώς συζητήσεων και συνέχισης των συζητήσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ και ενός νέου σεβασμού αυτής της εύθραυστης εκεχειρίας η οποία έχει ήδη συμφωνηθεί. Άρα, εδώ εγώ θέλω να είμαι αισιόδοξος. Δεν εκτιμώ ότι θα επανέλθουμε σε ένα καθεστώς πολεμικών επιχειρήσεων, όπως αυτό το οποίο είδαμε τους τελευταίους μήνες», ενώ ειδικά για τις αυξήσεις στις τιμές υπογράμμισε: «Προφανώς με προβληματίζει, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι μία προσωρινή άνοδος. Βλέπετε ότι το πετρέλαιο έχει αρκετές διακυμάνσεις, δεν θέλω να κοιτάω τις τιμές σε ορίζοντα εβδομάδων ή μηνών. Είμαστε σε μία καθοδική τάση και πιστεύω ότι, από τη στιγμή που θα εκτονωθεί και αυτή η κρίση, θα επανέλθουμε σε τιμές οι οποίες για την ελληνική οικονομία τουλάχιστον είναι τιμές διαχειρίσιμες».
Στο προσκήνιο οι κίνδυνοι για τον εφοδιασμό με LNG
Για την Ευρώπη, η νέα αστάθεια έρχεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία. Η ήπειρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), μετά τη δραστική μείωση των εισαγωγών ρωσικού αερίου μέσω αγωγών, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε διαταραχή στις θαλάσσιες μεταφορές άμεση αιτία ανησυχίας για τους traders και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η νέα σύγκρουση αυξάνει σημαντικά το ασφάλιστρο κινδύνου που ενσωματώνεται στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου.
«Αυτό σημαίνει για ακόμη μία φορά περιορισμένη διαθεσιμότητα LNG για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αποτελεί πλήγμα στις προοπτικές επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Montel News ο Fabio Reale, επικεφαλής αναλύσεων LNG της Clarksons.
Παράγοντες της αγοράς εκφράζουν φόβους ότι οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να περιορίσει τη διαθεσιμότητα LNG σε παγκόσμιο επίπεδο, αναγκάζοντας την Ευρώπη να ανταγωνιστεί ακόμη πιο έντονα την Ασία για την εξασφάλιση φορτίων κατά την κρίσιμη περίοδο αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Ο καύσωνας εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις
Η γεωπολιτική δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που ωθεί τις τιμές υψηλότερα. Οι προβλέψεις για έντονο κύμα καύσωνα σε περιοχές της βορειοδυτικής Ευρώπης αναμένεται να αυξήσουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό, ενισχύοντας παράλληλα τη ζήτηση για παραγωγή ηλεκτρισμού από μονάδες φυσικού αερίου σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά παραμένει περιορισμένη.
Την ίδια στιγμή, οι ροές φυσικού αερίου από τη Νορβηγία –τον μεγαλύτερο μεμονωμένο προμηθευτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω αγωγών– υποχώρησαν ελαφρώς, καθώς παρατάθηκαν οι προγραμματισμένες εργασίες συντήρησης, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ευελιξία της αγοράς.
Ο συνδυασμός της αυξημένης θερινής ζήτησης και της πιο περιορισμένης προσφοράς ασκεί πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη θα έπρεπε να αναπληρώνει με ταχείς ρυθμούς τα υπόγεια αποθέματα φυσικού αερίου.
Η αναπλήρωση των αποθηκών γίνεται ολοένα δυσκολότερη
Οι τελευταίες εξελίξεις αναδεικνύουν το ολοένα πιο σύνθετο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη πριν από τον χειμώνα.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της ΕΕ (ACER), οι εγχύσεις φυσικού αερίου στις αποθήκες κατά το δεύτερο τρίμηνο μειώθηκαν σχεδόν κατά 16% σε ετήσια βάση, διαμορφούμενες στις 236 TWh, σημαντικά χαμηλότερα τόσο από τα περσινά επίπεδα όσο και από τον ιστορικό μέσο όρο.
Ο οργανισμός αποδίδει την επιβράδυνση εν μέρει στις δυσμενείς συνθήκες της αγοράς. Από τον Απρίλιο, οι τιμές των συμβολαίων άμεσης παράδοσης διαμορφώνονται συχνά υψηλότερα από τις τιμές των χειμερινών συμβολαίων, εξαλείφοντας το παραδοσιακό οικονομικό κίνητρο των διαχειριστών αποθηκών να αγοράζουν φυσικό αέριο το καλοκαίρι και να το διαθέτουν κατά τη χειμερινή περίοδο.
Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα, καθιστώντας δυσκολότερες τις αποφάσεις για την αναπλήρωση των αποθεμάτων.
Ο ACER προειδοποίησε ότι οι δυσμενείς αυτές διαφορές μεταξύ θερινών και χειμερινών τιμών, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και τη σταδιακή απομάκρυνση της Ευρώπης από τις ρωσικές προμήθειες φυσικού αερίου, ενδέχεται να δυσχεράνουν σημαντικά την πλήρωση των αποθηκών τους επόμενους μήνες.
Μια δύσκολη εξίσωση ενόψει του χειμώνα
Οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου είναι σήμερα γεμάτες κατά περίπου 50,5%, ποσοστό περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.
Η επίτευξη του υποχρεωτικού στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πληρότητα 90% πριν από τον χειμώνα θα απαιτήσει, συνεπώς, σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς έγχυσης κατά το υπόλοιπο του καλοκαιριού.
Σύμφωνα με την ACER και τον ευρωπαϊκό οργανισμό διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου ENTSOG, η επίτευξη αυτού του στόχου θα απαιτήσει αυξημένες εισαγωγές LNG σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθιστώντας ακόμη πιο κρίσιμη την απρόσκοπτη άφιξη φορτίων από τις διεθνείς αγορές.
Προκλήσεις
Παρότι η ACER εκτιμά ότι η επίτευξη πληρότητας 80% εξακολουθεί να είναι εφικτή με βάση τα σημερινά επίπεδα εισαγωγών LNG, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές αμφιβάλλουν κατά πόσο η Ευρώπη θα καταφέρει να φθάσει τον στόχο του 90% χωρίς επιπλέον προμήθειες ή αισθητή υποχώρηση της ζήτησης.
Ορισμένοι εκτιμούν πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εισέλθει στην επόμενη χειμερινή περίοδο με τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου των τελευταίων πέντε ετών.
Για μια αγορά που τα τελευταία τρία χρόνια έχει αναγκαστεί να προσαρμοστεί σε μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα, οι τελευταίες εξελίξεις υπενθυμίζουν ότι παρά τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και τις επενδύσεις στις ενεργειακές υποδομές, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις γεωπολιτικές εξελίξεις εκτός των συνόρων της.
Οι 3 κίνδυνοι
Και οι Ασιάτες και Ευρωπαίοι εισαγωγείς δεν έχουν ακόμη αρχίσει να αναπληρώνουν τα χειμερινά τους αποθέματα. Οι περισσότεροι περιμένουν όσο μπορούν. Ένας λόγος είναι ότι οι τιμές παραμένουν υψηλές.
Ένας άλλος είναι ότι οι τιμές για τις χειμερινές παραδόσεις δεν είναι υψηλότερες από τις σημερινές. Η αγορά είναι τόσο σφιχτή, ώστε μια αλληλουχία μικρών αναταράξεων θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση εφοδιασμού
Ο Economist ξεχωρίζει τρεις κινδύνους:
- Πρώτον, οι προμήθειες από τον Κόλπο ενδέχεται να μην επιστρέψουν εγκαίρως. Λίγες ώρες μετά το χτύπημα σε ένα καταριανό δεξαμενόπλοιο φυσικού αερίου κοντά στην είσοδο των Στενών στις 6 Ιουλίου, ένα ακόμη πλοίο που κατευθυνόταν προς τα Στενά του Ορμούζ άλλαξε πορεία. Περίπου δώδεκα δεξαμενόπλοια χωρίς φορτίο περιμένουν κοντά στο Ρας Λαφάν για να φορτώσουν. Ωστόσο, επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις — πόσο μάλλον η κατάρρευση της εκεχειρίας — θα μπορούσαν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των αγοραστών και να οδηγήσουν την Ασία να προσφέρει ακόμη υψηλότερες τιμές για αμερικανικά φορτία.
- Ένας δεύτερος κίνδυνος είναι τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Τον Ιούνιο η Ευρώπη αντιμετώπισε θερμοκρασίες-ρεκόρ, οι οποίες αύξησαν τη ζήτηση για ψύξη και, συνεπώς, για ηλεκτρική ενέργεια. Στην Ασία, το Ελ Νίνιο — ένα κλιματικό φαινόμενο που προκαλεί θερμό και ξηρό καιρό στην περιοχή — ανεβάζει επίσης τη θερμοκρασία σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα, αναγκάζοντας χώρες όπως το Μπανγκλαντές και το Πακιστάν να επιστρέψουν στην αγορά άμεσων αγορών (spot market). Ακόμη πιο έντονος καύσωνας σε οποιαδήποτε από τις δύο ηπείρους θα σημαίνει περισσότερες αγορές. Οι απρόβλεπτες αγορές της Κίνας προσθέτουν επιπλέον αβεβαιότητα. Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στον κόσμο αγοράζει κυρίως μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων. Δεν αποθηκεύει φυσικό αέριο σε μεγάλες ποσότητες, όπως κάνει με το πετρέλαιο. Ό,τι δεν χρειάζεται το μεταπωλεί, όπως έκανε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Όμως, όταν οι καύσωνες χτύπησαν τον Μάιο και τον Ιούνιο, αύξησε ξανά τις εισαγωγές της· όταν οι ευπρόσδεκτες βροχές έφτασαν στα τέλη Ιουνίου, υποχώρησε. Οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες θα μπορούσαν να την οδηγήσουν ξανά σε βιαστικές αγορές.
- Ο τρίτος κίνδυνος είναι η αποτυχία των υποδομών. Οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας μειώνουν τα αποθέματα νερού στα υδροηλεκτρικά φράγματα. Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελβετία έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, καθώς η χώρα εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα από γειτονικές χώρες που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα, σημειώνει η Γκίλιαν Μποκάρα της Kpler. Αν τα ποτάμια έχουν ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες, οι πυρηνικοί σταθμοί μπορεί να χρειαστεί να περιορίσουν τη λειτουργία τους, επειδή οι αντιδραστήρες χρειάζονται κρύο νερό για την ψύξη τους.
Υπάρχουν επίσης οι άγνωστοι κίνδυνοι — γεγονότα που δεν έχουν προβλεφθεί καν. Ένας μεγάλος τερματικός σταθμός LNG θα μπορούσε να τεθεί εκτός λειτουργίας, όπως συνέβη όταν ο σταθμός Freeport, ο οποίος τότε αντιστοιχούσε στο 4% της παγκόσμιας προσφοράς, τυλίχθηκε στις φλόγες το 2022. Απεργίες, όπως εκείνες στην Αυστραλία το 2023, μπορούν να αδρανοποιήσουν εγκαταστάσεις για εβδομάδες. Η Ρωσία — η οποία παρείχε στην Ευρώπη ποσότητες-ρεκόρ αυτό την άνοιξη — θα μπορούσε να κλείσει τις στρόφιγγες.
Διαβάστε ακόμα
