Στο επίκεντρο των εργασιών της Υπουργικής Συνόδου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) για το 2026 βρέθηκε η ανησυχία για το κόστος της ενέργειας και τις επιπτώσεις του σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όπως προκύπτει από την αποτίμηση που έκανε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος μετά την ολοκλήρωση των συζητήσεων. Όπως σημείωσε, η φετινή υπουργική συνάντηση αποτέλεσε ένα ιδιαίτερο πεδίο διαλόγου για τα παγκόσμια ενεργειακά ζητήματα, με πλούσια θεματολογία, ωστόσο «ο βασικός άξονας που διαπέρασε σχεδόν όλες τις συζητήσεις ήταν η προσιτότητα – το πώς θα μειωθεί το κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».
Σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, στο διεθνές περιβάλλον διαμορφώνονται ορισμένες θετικές δυναμικές, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργήσουν ανακουφιστικά για τις αγορές. Όπως αναφέρει, «οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σε συγκρατημένα επίπεδα, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα», με τον ίδιο να επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε λιγότερο τις συζητήσεις σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Στον αντίποδα, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, καθώς «η Ευρώπη δεν έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από το σοκ του 2022». Εντούτοις, εκτιμάται ότι η αναμενόμενη αύξηση της προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου τα επόμενα χρόνια, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, «θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των τιμών τα επόμενα χρόνια».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο σκέλος της ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το πιο σύνθετο και απαιτητικό. Όπως επισημαίνει ο υφυπουργός, «το πιο δύσκολο κομμάτι της εξίσωσης είναι η ηλεκτρική ενέργεια», καθώς ο παγκόσμιος ενεργειακός μετασχηματισμός οδηγεί σε ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τον ηλεκτρισμό. Παράλληλα, «οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελούν μεγάλη πρόκληση», σε ένα περιβάλλον αυξημένων επενδυτικών αναγκών και μεταβαλλόμενων δομών αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική εμπειρία παρουσιάστηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευρωπαϊκής μετάβασης. Όπως αναφέρει ο κ. Τσάφος, «η Ελλάδα έχει μετασχηματίσει το ηλεκτρικό της σύστημα από ένα μοντέλο που βασιζόταν στον χαμηλής ποιότητας λιγνίτη σε ένα σύστημα που στηρίζεται στον ήλιο, τον άνεμο, τα υδροηλεκτρικά και το φυσικό αέριο». Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι «η χώρα από την έκτη μεγαλύτερη καθαρή εισαγωγός ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε έβδομη μεγαλύτερη καθαρή εξαγωγό».
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν έχει μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Όπως επισημαίνεται, «οι τιμές χονδρικής το 2025 ήταν κατά 62% υψηλότερες σε σχέση με το 2019, κυρίως λόγω των υψηλών τιμών φυσικού αερίου και διοξειδίου του άνθρακα». Ταυτόχρονα, το ενεργειακό σύστημα καθίσταται πιο σύνθετο, καθώς «αυξάνονται τα κόστη εξισορρόπησης και ανακατανομής φορτίου, ενώ οι επενδύσεις στα δίκτυα προσθέτουν επιπλέον πίεση στους καταναλωτές». Επιπλέον, επισημαίνεται ότι «η ευρωπαϊκή αγορά δυσκολεύεται να επιτύχει σύγκλιση τιμών και, αντίθετα, οι αποκλίσεις αυξάνονται».
Η ασφάλεια εφοδιασμού σε επίπεδο ηλεκτρικής ενέργειας αποτέλεσε επαναλαμβανόμενο θέμα στις συζητήσεις των συμμετεχόντων. Όπως αναφέρεται, «το πώς θα επιτευχθεί η ασφάλεια ηλεκτροδότησης ήταν ζήτημα στο οποίο επέστρεψαν πολλοί συμμετέχοντες», με την ελληνική πλευρά να παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται «ταχύτερες και αποτελεσματικότερες αντιδράσεις σε περιφερειακό επίπεδο σε περιόδους υψηλών τιμών, ισχυρότερη ρύθμιση ώστε να αξιοποιείται πλήρως η διασυνοριακή δυναμικότητα, σαφέστερα κίνητρα για επενδύσεις σε υποδομές που ωφελούν συνολικά το σύστημα και μεγαλύτερος συντονισμός στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ώστε να αξιοποιούνται οι συμπληρωματικότητες».
Κλείνοντας την αποτίμησή του, ο υφυπουργός Ενέργειας υπογράμμισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει μια διαρκής διαδικασία. Όπως σημειώνει, «η ενεργειακή ασφάλεια είναι μια συνεχής αναζήτηση. Καθένας βλέπει τον κόσμο από τη δική του οπτική, αλλά οι προκλήσεις είναι κοινές και υπάρχουν πολλά να μάθουμε ο ένας από τον άλλον, όπως και πολλά να κερδίσουμε από τη συνεργασία». Στο ίδιο πνεύμα, επισημαίνει ότι αυτό αποτελεί «την πραγματική ουσία μιας υπουργικής συνόδου του IEA», αναδεικνύοντας τον ρόλο της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο ενεργειακής μετάβασης με έντονες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.
Διαβάστε ακόμη
