Το ενεργειακό κόστος παραμένει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής ατζέντας, καθώς οι επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου εξακολουθούν να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον τιμών ηλεκτρισμού και καυσίμων σημαντικά υψηλότερων από εκείνα των βασικών ανταγωνιστών τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το μήνυμα που εκπέμπεται από τις Βρυξέλλες και τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά επιτελεία είναι σαφές: το 2026 καλείται να είναι το έτος μετάβασης από τις εξαγγελίες στην εφαρμογή.
Η συζήτηση που προηγήθηκε της άτυπης συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Alden Biesen και η συνάντηση αντιπροσωπείας της BusinessEurope με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιβεβαιώνουν ότι η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας συνδέεται πλέον άρρηκτα με τη δυνατότητα συγκράτησης του ενεργειακού κόστους και τη δημιουργία βιώσιμου επιχειρηματικού μοντέλου για την απανθρακοποίηση.
Στη συνάντηση συμμετείχε και η Ράνια Αικατερινάρη, πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΒ, στο πλαίσιο της ευρύτερης παρουσίας των εθνικών εργοδοτικών οργανώσεων στη BusinessEurope. Το βασικό μήνυμα που μεταφέρθηκε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν ότι οι επιχειρήσεις «στο πεδίο» δεν έχουν ακόμη δει την πολυδιαφημισμένη ανακούφιση. Παρά τις πρωτοβουλίες για το Clean Industrial Deal και το σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια, οι τιμές παραμένουν υψηλές, ενώ η διαφορά κόστους έναντι των ΗΠΑ και άλλων οικονομιών συνεχίζει να επηρεάζει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έκθεση της BusinessEurope «From Ambition to Delivery – An Urgent Call for Action in 2026», το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που αναστέλλουν επενδύσεις και καινοτομία, ενώ η πρόοδος προς μια πραγματική Ενεργειακή Ένωση παραμένει ελλιπής, με κατακερματισμένες αγορές και ανεπαρκή διασυνοριακή ενοποίηση.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός βιώσιμου επιχειρηματικού μοντέλου απανθρακοποίησης δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί πλήρως. Παρά τη θέσπιση πλαισίων κρατικών ενισχύσεων και την αναγνώριση της σημασίας των δικτύων ως κρίσιμων υποδομών για την ενεργειακή μετάβαση, οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλά κόστη και περιορισμένα κίνητρα για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες. Η ανάγκη για άμεσα μέτρα μείωσης των τιμών ενέργειας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά και για βελτίωση των μακροπρόθεσμων εργαλείων συμβολαιοποίησης –όπως τα PPAs και τα συμβόλαια διαφοράς αναδεικνύεται ως προτεραιότητα, μαζί με τη μείωση φόρων και δικτύων επιβαρύνσεων που επιβαρύνουν το συνολικό κόστος ηλεκτρισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας παραμένει έντονα ανομοιογενής, με μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές μεταξύ κρατών-μελών και χωρίς σύγκλιση προς ένα ενιαίο μοντέλο στήριξης της βιομηχανίας. Οι εθνικές πολιτικές παρεμβάσεις διαμορφώνονται με βάση τα χαρακτηριστικά του ενεργειακού μίγματος και της βιομηχανικής βάσης κάθε χώρας, γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικές ταχύτητες και επίπεδα στήριξης. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητεί άμεση ανακούφιση, ενώ από ελληνικής πλευράς προβάλλεται η πρόταση για ένα «Energy Industrial Reset», στα πρότυπα του ιταλικού μηχανισμού Energy Release, με στόχο τη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία.
Η ενεργειακή διάσταση συνδέεται άμεσα και με τη συζήτηση για το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS), το οποίο αναμένεται να αναθεωρηθεί το 2026. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητεί ένα σύστημα που να λαμβάνει υπόψη την απώλεια ανταγωνιστικότητας των ενεργοβόρων κλάδων. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το ανθρακικό αποτύπωμα της κατανάλωσης στην Ευρώπη αυξάνεται, την ώρα που η εγχώρια παραγωγή σε αρκετούς κλάδους υποχωρεί, γεγονός που σημαίνει ότι η παραγωγή μεταφέρεται εκτός Ευρώπης και αντικαθίσταται από εισαγωγές με υψηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα. Η τάση αυτή ενισχύει τον κίνδυνο διαρροής άνθρακα και τροφοδοτεί την πίεση για αναθεώρηση των εργαλείων προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον μηχανισμό CBAM, για τον οποίο επισημαίνεται ότι εξακολουθεί να μην υπάρχει αξιόπιστη λύση για τις εξαγωγές. Η διατήρηση δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών ή η ανάπτυξη συμβατών με τον ΠΟΕ μηχανισμών στήριξης θεωρείται κρίσιμη, ιδίως για κλάδους όπως το τσιμέντο στην Ελλάδα αλλά και για άλλους τομείς που επηρεάζονται από το CBAM. Η συζήτηση επεκτείνεται και στις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, με την ευρωπαϊκή επιχειρηματική κοινότητα να ζητεί πρόοδο στη μείωση δασμών για χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό, καθώς και μέτρα για τον περιορισμό της διαρροής μεταλλικών απορριμμάτων προς τρίτες χώρες.
Παράλληλα με το ενεργειακό κόστος, η έκθεση της BusinessEurope θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς και μείωσης του κανονιστικού βάρους. Εκτιμάται ότι τα εμπόδια στην ενιαία αγορά εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη και τις διασυνοριακές δραστηριότητες των επιχειρήσεων, ενώ η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδύσεις και καινοτομία. Η ανάγκη για ουσιαστική μείωση του διοικητικού κόστους και απλοποίηση των διαδικασιών θεωρείται προϋπόθεση για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης.
Στο πεδίο των επενδύσεων και της τεχνολογικής πρωτοπορίας, η ευρωπαϊκή επιχειρηματική κοινότητα επισημαίνει ότι η Ευρώπη υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ασία ως προς την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Η ανάγκη για ενίσχυση της χρηματοδότησης της έρευνας, βελτίωση της πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές και δημιουργία ευνοϊκού πλαισίου για επενδύσεις σε καινοτομία αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας για την ανάκτηση της τεχνολογικής ηγεσίας.
Το ίδιο ισχύει και για την αγορά εργασίας και τις κοινωνικές πολιτικές, όπου ζητείται μια πιο ευέλικτη και προσανατολισμένη στην παραγωγικότητα προσέγγιση. Η ευρωπαϊκή επιχειρηματική πλευρά επισημαίνει ότι απαιτείται ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου και στροφή προς πολιτικές εμπιστοσύνης, με στόχο την αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας χωρίς υπερβολική κανονιστική επιβάρυνση.
Η κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι η ανάγκη για μια πολιτική που θα μετατρέψει τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες σε απτά αποτελέσματα. Η BusinessEurope καλεί τους ευρωπαίους θεσμούς και τα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε μια συνολική αξιολόγηση των υφιστάμενων πολιτικών με βάση δεδομένα και πραγματικά αποτελέσματα, ώστε να ενισχυθούν όσα λειτουργούν και να αναθεωρηθούν όσα δεν αποδίδουν. Σε αυτό το πλαίσιο, το 2026 προβάλλει ως κομβική χρονιά για την ευρωπαϊκή οικονομία: μια χρονιά κατά την οποία η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα, την ενέργεια και τη βιομηχανία καλείται να περάσει από τις εξαγγελίες στην πράξη.
Διαβάστε ακόμη
