Η Morgan Stanley δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στη ΔΕΗ με σύσταση overweight και τιμή-στόχο τα 27 ευρώ ανά μετοχή, εκτιμώντας ότι η αγορά δεν αποτιμά ακόμη πλήρως τις αναπτυξιακές προοπτικές του ομίλου. Η επενδυτική τράπεζα βλέπει περιθώριο ανόδου περίπου 14% σε σχέση με το βασικό της σενάριο και υποστηρίζει ότι η επενδυτική ιστορία της εταιρείας έχει περάσει πλέον από τη φάση της εξυγίανσης στη φάση της διατηρήσιμης ανάπτυξης, με βασικούς μοχλούς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα δίκτυα διανομής, τη γεωγραφική επέκταση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα data centers.
Όπως αναφέρεται σε νέα έκθεση της Morgan Stanley, η ΔΕΗ έχει μετασχηματίσει ουσιαστικά το επιχειρηματικό της μοντέλο από το 2019. Τα EBITDA αυξήθηκαν από περίπου 300 εκατ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ, η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ υπερδιπλασιάστηκε, η ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση των δικτύων ανήλθε στα 5,7 δισ. ευρώ, με προοπτική να φθάσει τα 7,3 δισ. ευρώ έως το 2030, ενώ η πελατειακή βάση διαμορφώνεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατ. πελάτες. Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι η επιτυχής υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης νέων μονάδων ΑΠΕ, της επέκτασης των δικτύων, της αξιοποίησης της λιανικής αγοράς και της δημιουργίας μιας ισχυρής περιφερειακής ενεργειακής πλατφόρμας. Η Morgan Stanley προβλέπει προσαρμοσμένο ετήσιο ρυθμό αύξησης των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 22% την περίοδο 2025-2030, στηριζόμενο σε επενδύσεις ύψους 22,2 δισ. ευρώ.
Η έκθεση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο καθετοποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο της ΔΕΗ, το οποίο συνδυάζει παραγωγή, προμήθεια και δίκτυα στην Ελλάδα και τη Ρουμανία, περιορίζοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, καθώς η εταιρεία εξακολουθεί να προμηθεύει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από όση παράγει, η σταδιακή προσθήκη νέων μονάδων ΑΠΕ, αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής αναμένεται να μειώσει την εξάρτηση από τη χονδρεμπορική αγορά και να βελτιώσει την κερδοφορία σε όλη την ενεργειακή αλυσίδα.
Η Morgan Stanley επισημαίνει επίσης ότι η διεθνής παρουσία του ομίλου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Ρουμανία συνεισφέρει ήδη περίπου το 22% των λειτουργικών κερδών, ενώ η ΔΕΗ έχει επεκταθεί και σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που δημιουργούν η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, η απόσυρση λιγνιτικών μονάδων και οι υψηλότερες τιμές στις αγορές της περιοχής. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει ο βασικός πυλώνας του ομίλου, καθώς θα απορροφήσει πάνω από το ήμισυ των επενδύσεων έως το 2030 και θα εξακολουθήσει να παράγει περίπου τα δύο τρίτα των EBITDA.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα data centers, τα οποία χαρακτηρίζονται ως ένας νέος μοχλός ανάπτυξης. Η Morgan Stanley θεωρεί ότι η ΔΕΗ δεν θα περιοριστεί στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων, αλλά θα αξιοποιήσει τη γη και τις υφιστάμενες υποδομές της, με πρώτο έργο ισχύος 300 MW στην Κοζάνη έως το 2028. Παρά τις θετικές προοπτικές, η τράπεζα υπογραμμίζει ότι ο βασικός επενδυτικός κίνδυνος παραμένει η εκτέλεση του φιλόδοξου επενδυτικού σχεδίου, καθώς ενδεχόμενες καθυστερήσεις, αυξημένο κόστος, ρυθμιστικές παρεμβάσεις ή χαμηλότερες αποδόσεις στις νέες επενδύσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν τις αναμενόμενες αποδόσεις. Ωστόσο, εφόσον η διοίκηση υλοποιήσει επιτυχώς τη στρατηγική της, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η μετοχή έχει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανατίμησης.
Διαβάστε ακόμη
