Μετά από ένα μεγάλο διάστημα, στο οποίο μεσολάβησαν οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανακοινώθηκαν χθες τα μέτρα για το ενεργειακό κόστος των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Μέσα σε μια συγκυρία, βέβαια, που γεννά προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε εξέλιξη, έχοντας μεγάλο αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία και στις ελληνικές επιχειρήσεις. Δεδομένου, μάλιστα, πως έχουν υποστεί τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης του 2022, με την εκτίναξη του κόστους του ηλεκτρισμού, υπήρξε στόχος από την κυβέρνηση να δοθούν κάποια εργαλεία στήριξης της βιομηχανίας.

Εκτός από την ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης και τη μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ, στη φαρέτρα των μέτρων υπήρχε και το εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ενεργοβόρου βιομηχανίας μέσω του νέου πλαισίου CISAF. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώθηκε ένα πρόγραμμα για στρατηγικές επενδύσεις σε τομείς της βιομηχανίας. Θα υπάρξει δημόσια πρόσκληση μέσα στον Ιούνιο και, μέχρι τώρα, γνωρίζουμε πως στις βιομηχανικές δαπάνες θα περιλαμβάνονται: ο εξηλεκτρισμός θερμικών διεργασιών, ο εξηλεκτρισμός βιομηχανικών οχημάτων, η αναβάθμιση παλαιού εξοπλισμού, η θερμική αναβάθμιση βιομηχανικών κτιρίων, τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας (BESS) για σταθεροποίηση φορτίων και αύξηση της διείσδυσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και η αναβάθμιση βιομηχανικής ψύξης και free cooling.

Σε σχέση με τα υπόλοιπα μέτρα, και συγκεκριμένα τη μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας κατά 50% για τις καταναλώσεις υψηλής και μέσης τάσης, πρόκειται για ένα μέτρο που αφορά 23.000 καταναλώσεις. Επιπλέον, προβλέπεται ευνοϊκότερος συντελεστής αντιστάθμισης διοξειδίου του άνθρακα στο 0,82, αντί για 0,58 τόνους ανά μεγαβατώρα, που θα οδηγήσει σε επιπλέον στήριξη 75 εκατ. ευρώ και θα αφορά περίπου 40-50 μεγάλες βιομηχανίες.

Η στάση της αγοράς απέναντι στα μέτρα που ανακοινώθηκαν

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, κ. Σπύρο Θεοδωρόπουλο, «για τις βιομηχανίες που εισπράττουν αντιστάθμιση διοξειδίου του άνθρακα, είναι ένα βήμα αρκετά σημαντικό, το οποίο μπορεί να τους βοηθήσει στην ανταγωνιστικότητά τους, χωρίς να σημαίνει ότι τους λύνει όλα τα προβλήματα. Για τις υπόλοιπες βιομηχανίες, τις μεσαίες και τις μικρές, δηλαδή τη μέση και τη χαμηλή τάση, είναι ένα πολύ μικρότερο βήμα». Επεσήμανε, πάντως, ότι η συζήτηση με το υπουργείο συνεχίζεται: «Έχουμε ήδη καταθέσει νέες σκέψεις για το πώς μπορεί να βοηθηθεί η βιομηχανία, μία εκ των οποίων είναι και η διακοψιμότητα, καθώς και σκέψεις οι οποίες δεν είναι υποχρεωτικό να επιβαρύνουν πάντα τον κρατικό προϋπολογισμό».

Πηγές της ΕΒΙΚΕΝ χαρακτηρίζουν τα μέτρα «ασπιρίνες» και ανεπαρκή υπό τη σκιά της νέας κρίσης. «Διαπιστώνουμε ότι τα μέτρα περιορίζονται κυρίως στην ενίσχυση ενός υφιστάμενου μέτρου, εκείνου της αντιστάθμισης CO2, που εφαρμόζεται από το 2013 και δεν αφορά το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Αυτή η ενίσχυση θα δοθεί υπό την προϋπόθεση ότι τα επόμενα έτη θα διατεθούν τα ανάλογα ποσά από τα έσοδα από την πώληση των δικαιωμάτων CO2 (>25%), λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2023 διατέθηκε μόλις 16,2% και το 2025 μέχρι στιγμής το 20%».

Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν πως «προφανώς η μείωση των ΥΚΩ δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την αύξηση του κόστους ενέργειας εκείνων των βιομηχανιών που δεν επιδοτούνται από το μέτρο της αντιστάθμισης, οι οποίες αποτελούν και την πλειοψηφία. Ζητάμε από την κυβέρνηση να ενώσει τη φωνή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν το μέτρο που έχει εξαγγελθεί από την Κομισιόν και αφορά επιδότηση πάνω στις τιμές της αγοράς (CISAF), ώστε να εφαρμοστεί παράλληλα με το μέτρο της αντιστάθμισης CO2 (κατάργηση συμψηφισμού)».

Όπως ανέφερε πρόσφατα το Energygame, το ενεργειακό κόστος αποτελεί τα τελευταία χρόνια ένα αγκάθι για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Δεν ήταν λίγες εκείνες που έβαλαν «λουκέτο», αδυνατώντας να ανταποκριθούν στα αυξημένα κόστη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι φούρνοι. Φορείς και στελέχη της αγοράς έχουν προτείνει παρεμβάσεις προς την πολιτεία, με δεδομένο πως η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει την αβεβαιότητα.

Παράλληλα, όπως επισημαίνει στο Energygame ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, «οι χθεσινές ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τη διάθεση 100 εκατ. ευρώ ετησίως, για τα επόμενα πέντε χρόνια, με στόχο την ελάφρυνση του βιομηχανικού κόστους, αποτελούν μια θετική εξέλιξη. Πρόκειται για ένα μέτρο που αφορά περίπου 23.000 βιομηχανίες και βιοτεχνίες και αναμένεται να προσφέρει σημαντική ανάσα στον παραγωγικό ιστό της χώρας. Επίσης η απορρόφηση 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού για επενδύσεις σε πράσινες δράσεις κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ενισχύοντας την προσπάθεια ενεργειακής αναβάθμισης των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, οι παρεμβάσεις αυτές, αν και σημαντικές, δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τη συνολική εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά. Το υψηλό ενεργειακό κόστος συνεχίζει να απειλεί τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να συμπιέζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, η ακρίβεια που προκαλεί η διεθνής αστάθεια -κάτι που φαίνεται και από τα στοιχεία της Eurostat- περιορίζει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών. Το αποτέλεσμα είναι μια εμφανής κάμψη στην κατανάλωση, η οποία αναμένεται να αποτυπωθεί και στον φετινό τζίρο των επιχειρήσεων κατά την πασχαλινή περίοδο.

Το Πάσχα, παραδοσιακά μια περίοδος αυξημένης εμπορικής δραστηριότητας, φέτος διαμορφώνεται υπό διαφορετικές συνθήκες. Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν βασικές ανάγκες με περιορισμένους πόρους, γεγονός που μεταφράζεται σε συγκρατημένες αγορές και χαμηλότερη κίνηση στην αγορά. Αυτή η εξέλιξη δεν επηρεάζει μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά και την ευρύτερη οικονομική δυναμική.

Για τον λόγο αυτό, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για άμεσες και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ισπανία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Αυστρία, δείχνει τον δρόμο. Μέτρα όπως η μείωση των φόρων στα καύσιμα και η μείωση του ΦΠΑ σε τρόφιμα και βασικά αγαθά μπορούν να λειτουργήσουν άμεσα ανακουφιστικά για τα νοικοκυριά και να ενισχύσουν την κατανάλωση. Παράλληλα, τέτοιες πολιτικές συμβάλλουν στη συγκράτηση των τιμών και στη δημιουργία ενός πιο σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος. Νομίζω ότι υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος για τη λήψη τέτοιων μέτρων, τουλάχιστον όσο θα διαρκεί η κρίση λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δεν είναι απλώς ζήτημα οικονομικής πολιτικής, αλλά κοινωνική αναγκαιότητα. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διατηρούν θέσεις εργασίας και στηρίζουν την κοινωνική συνοχή. Σε περιόδους κρίσης, η ενίσχυσή τους πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα».

Διαβάστε ακόμη