Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ενέργεια περιστρεφόταν κυρίως γύρω από την ανάπτυξη νέας ισχύος: τον ρυθμό διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών, την εγκατάσταση νέων έργων και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της ηλεκτροπαραγωγής. Σήμερα, ωστόσο, καθώς οι καθαρές πηγές αποτελούν πλέον βασικό πυλώνα του ενεργειακού μίγματος, το κρίσιμο ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν αφορά μόνο το πόση ενέργεια παράγεται, αλλά το πώς λειτουργεί συνολικά το σύστημα και κατά πόσο μπορεί να στηρίξει με συνέπεια την οικονομία και την κοινωνία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.

Η αυξημένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εισάγει μια νέα πραγματικότητα στο ηλεκτρικό σύστημα. Η παραγωγή γίνεται πιο μεταβλητή, εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και δημιουργεί αυξημένες ανάγκες εξισορρόπησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποθήκευση ενέργειας παύει να αποτελεί μια συμπληρωματική επιλογή και μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο της ενεργειακής αρχιτεκτονικής. Η δυνατότητα αποθήκευσης και επαναδιάθεσης της ηλεκτρικής ενέργειας συνδέεται πλέον άμεσα με τη σταθερότητα του εφοδιασμού, την ενεργειακή αυτονομία και τη συνολική ανθεκτικότητα του συστήματος.

Για χώρες με έντονη γεωγραφική πολυπλοκότητα και ισχυρή εποχικότητα της ζήτησης, όπως η Ελλάδα, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο έντονη. Το ηλεκτρικό σύστημα καλείται να εξυπηρετήσει διαφορετικά φορτία σε ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές, ενώ παράλληλα πρέπει να απορροφήσει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι υποδομές αποθήκευσης αναδεικνύονται σε κρίσιμη προϋπόθεση όχι μόνο για τη λειτουργική ευστάθεια του δικτύου, αλλά και για τη συνολική ενεργειακή ασφάλεια των τοπικών κοινωνιών.

Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η αντλησιοταμίευση αναδεικνύεται σε ένα από τα ισχυρότερα «χαρτιά» της ελληνικής ενεργειακής στρατηγικής. Πρόκειται για τεχνολογία ώριμη, μεγάλης κλίμακας και δοκιμασμένη διεθνώς, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός εξισορρόπησης ενός συστήματος με υψηλή συμμετοχή ΑΠΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδύσεις που σχεδιάζονται στον συγκεκριμένο τομέα αναμένεται να ξεπεράσουν τα 3 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια, με τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους της χώρας να τοποθετούνται ήδη δυναμικά.

Σε ένα σύστημα που γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό, το έργο αντλησιοταμίευσης που υλοποιεί η ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ στην Αμφιλοχία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το έργο αντλησιοταμίευσης στην Αμφιλοχία αποτελεί τη μεγαλύτερη επένδυση αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που έχει δρομολογηθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα του είδους του σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με συνολική επένδυση που υπερβαίνει τα 650 εκατ. ευρώ και με ορίζοντα λειτουργίας που εκτείνεται σε περισσότερα από πενήντα χρόνια, το έργο διαμορφώνει μια υποδομή μεγάλης κλίμακας, σχεδιασμένη να υποστηρίξει τη λειτουργία ενός ηλεκτρικού συστήματος με ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η εγκατάσταση θα διαθέτει συνολική εγκατεστημένη ισχύ 680 MW σε λειτουργία παραγωγής και 730 MW σε λειτουργία άντλησης. Ο σχεδιασμός της βασίζεται σε ένα σύστημα δύο ανεξάρτητων άνω ταμιευτήρων, του Αγίου Γεωργίου και του Πύργου, με ωφέλιμο όγκο περίπου 6,7 hm³ και 2 hm³ αντίστοιχα, ενώ ως κάτω ταμιευτήρας θα αξιοποιείται η υφιστάμενη λίμνη Καστρακίου της ΔΕΗ. Η διάταξη αυτή επιτρέπει την αποθήκευση πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους αυξημένης παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και την επαναδιάθεσή της στο δίκτυο όταν η ζήτηση αυξάνεται.

Η λειτουργία της μονάδας εκτιμάται ότι θα οδηγεί σε ετήσια παραγωγή περίπου 816 GWh ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μεγαλύτερη δυνατή διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Παράλληλα, το έργο αναμένεται να έχει σημαντικό αποτύπωμα στην τοπική οικονομία, καθώς κατά την περίοδο κατασκευής προβλέπεται η δημιουργία περίπου 900 θέσεων εργασίας, ενώ στη φάση λειτουργίας θα διατηρούνται περίπου 60 μόνιμες θέσεις. Η υλοποίηση μιας τέτοιας βεληνεκούς εγκατάστασης θα λειτουργήσει ως μια μεγάλης κλίμακας «φυσική μπαταρία», επιτρέποντας στο σύστημα να αποθηκεύει πλεονάζουσα παραγωγή από ΑΠΕ και να την επαναδιοχετεύει στο δίκτυο όταν αυξάνεται η ζήτηση.

Η δραστηριότητα της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακής στον τομέα δεν περιορίζεται μόνο στην Αμφιλοχία. Ο όμιλος έχει εξασφαλίσει άδειες για έργα αντλησιοταμίευσης στο Αμάρι της Κρήτης, στη Βέροια, στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο, διαμορφώνοντας ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο επενδύσεων στον κλάδο. Παράλληλα, προωθεί ένα ακόμη σημαντικό έργο στη λίμνη Τριχωνίδα, το οποίο προβλέπεται να διαθέτει μέγιστη ισχύ έγχυσης 685 MW και μέγιστη ισχύ απορρόφησης 716 MW.

Πάντως, στο επίκεντρο του επενδυτικού σχεδιασμού της μπαίνει πλέον και η Βόρεια Ελλάδα, καθώς η εταιρεία εξασφάλισε πρόσφατα Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για το έργο αντλησιοταμίευσης «Βροχόνερα». Η νέα εγκατάσταση σχεδιάζεται να αναπτυχθεί νότια του ταμιευτήρα Αγίας Βαρβάρας και νοτιοανατολικά της Βέροιας, σε μια περιοχή που παρουσιάζει κατάλληλα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά για την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας. Το έργο προβλέπει εγκατεστημένη ισχύ 450 MW σε λειτουργία παραγωγής και 537 MW σε λειτουργία άντλησης, με ορίζοντα ολοκλήρωσης έως το 2030.

Τα σχέδια της ΔΕΗ

Κεντρικό ρόλο στην επόμενη φάση ανάπτυξης του κλάδου διαδραματίζει όμως και η ΔΕΗ, η οποία διερευνά την υλοποίηση έργων αντλησιοταμίευσης, παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος που ξεπερνά το 1 GW. Αιχμή του δόρατος στη στρατηγική της ΔΕΗ αποτελεί η μετατροπή των πρώην λιγνιτικών πεδίων της χώρας σε ενεργειακές υποδομές νέας γενιάς, μετατρέποντας τις περιοχές της απολιγνιτοποίησης σε κόμβους αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το έργο αντλησιοταμίευσης που σχεδιάζεται στο Ορυχείο Νοτίου Πεδίου του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς την επαναξιοποίηση των λιγνιτικών περιοχών της χώρας. Η επένδυση προβλέπει την ανάπτυξη συστήματος αντλησιοταμίευσης με εγκατεστημένη ισχύ 227 MW σε λειτουργία έγχυσης και 221 MW σε λειτουργία άντλησης, αξιοποιώντας ως βασική υποδομή τους υφιστάμενους ταμιευτήρες του παλαιού ορυχείου. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει άνω και κάτω ταμιευτήρα, με τον κάτω να διαμορφώνεται εντός του ορυχείου, ενώ η εγκατάσταση θα λειτουργεί σε κύκλους άντλησης και παραγωγής, αποθηκεύοντας πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια και επαναδιοχετεύοντάς την στο δίκτυο σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Η κατασκευή του έργου εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου πέντε χρόνια, με ορίζοντα ολοκλήρωσης μετά το 2030.

Το έργο στο Νότιο Πεδίο αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου χαρτοφυλακίου επενδύσεων της ΔΕΗ στον τομέα της αντλησιοταμίευσης. H ΔΕΗ προωθεί έργο ισχύος 148 MW στο πρώην λιγνιτωρυχείο της Καρδιάς στην Κοζάνη, που αφορά μονάδα αντλησιοταμίευσης με δύο ταμιευτήρες (Άνω και Κάτω Ταμιευτήρα) και ανέρχεται στα 430 εκατ. ευρώ, στοχεύοντας να ανοίξει 600 νέες θέσεις εργασίας. Καθώς και το έργο 183 MW στη Μεγαλόπολη, με αναμενόμενη έναρξη λειτουργίας μετά το 2030, ενώ έχει υποβάλει στο ΥΠΕΝ αίτημα έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργο αντλησιοταμίευσης στον ταμιευτήρα του Υδροηλεκτρικού Σταθμού Σφηκιάς, με μέγιστη ισχύ έγχυσης 467 MW και μέγιστη ισχύ απορρόφησης 441 MW.

Οι κινήσεις των άλλων παικτών

Την ίδια ώρα, στον αδειοδοτικό κύκλο αποθήκευσης ενέργειας Φεβρουαρίου της Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) περιλήφθηκε και αντλησιοταμιευτικό 630 MW της Anemos RES, θυγατρικής της Motor Oil, το οποίο σχεδιάζεται στα Γρεβενά. Στο ίδιο κάδρο εντάσσεται και η HELLENiQ Renewables, η οποία έχει εξασφαλίσει βεβαίωση παραγωγού από τη ΡΑΑΕΥ για έργο 538 MW στους Δήμους Γρεβενών και Δεσκάτης, βρισκόμενο σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης.

Στον χάρτη των επενδύσεων αρχίζει να εμφανίζεται και ο όμιλος AKTOR. Ο όμιλος AKTOR εξετάζει επίσης την είσοδό του στον τομέα της αντλησιοταμίευσης, μέσω της AKTOR Ανανεώσιμες, με στόχο τη δημιουργία χαρτοφυλακίου έργων συνολικής ισχύος που, σε πλήρη ανάπτυξη, θα μπορούσε να φθάσει περίπου το 1,5 GW έως το 2030. Το συγκεκριμένο μέγεθος αποτελεί το ανώτατο σενάριο ανάπτυξης, με μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση να τοποθετεί την τελική ισχύ γύρω στα 700 MW.

Γενικότερα, η Ελλάδα συγκεντρώνει ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα της αντλησιοταμίευσης, με το συνολικό pipeline να ξεπερνά ήδη τα 20 GW, υπερκαλύπτοντας τους εθνικούς στόχους για έργα αποθήκευσης που, βάσει του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα έως το 2030, θα φτάσουν τα 6 GW (4,3 GW σε συστήματα μπαταριών και 1,9 GW σε αντλησιοταμίευση).

Ένα έργο με «άρωμα» Ελλάδας στην … Ουκρανία

Τα βλέμματα της αγοράς στρέφονται όμως και σε μια κίνηση που υπερβαίνει τα ελληνικά σύνορα. Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ συμμετέχει σε ένα από τα πρώτα μεγάλα ενεργειακά εγχειρήματα ανασυγκρότησης της Ουκρανίας, μέσω συνεργασίας με την κρατική εταιρεία υδροηλεκτρικής ενέργειας Ukrhydroenergo. Οι δύο πλευρές υπέγραψαν στο Κίεβο, στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης κατασκευών και υποδομών KyivBuildUkraine 2026, Εκτελεστικό Έγγραφο Εμπιστευτικότητας (Non Disclosure Agreement – NDA), το οποίο εξειδικεύει την αρχική συμφωνία που είχε συναφθεί τον περασμένο Νοέμβριο για την από κοινού ανάπτυξη μεγάλων υδροηλεκτρικών και αντλησιοταμιευτικών έργων στη χώρα.

Το επενδυτικό αντικείμενο της σύμπραξης εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 1,5 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει την ανάπτυξη του αντλησιοταμιευτικού σταθμού Δνείστερου (Dniester PSPP) ισχύος 1.263 MW, καθώς και την κατασκευή νέου αντλιοστασίου ισχύος 220 MW. Η συμφωνία θεωρείται ιδιαίτερης σημασίας, καθώς αποτελεί την πρώτη συνεργασία ελληνικού και ευρωπαϊκού ομίλου υποδομών στον ενεργειακό τομέα της Ουκρανίας μετά τις εκτεταμένες ζημιές που έχει υποστεί το ενεργειακό της σύστημα από τις ρωσικές επιθέσεις. Οι δύο εταιρείες δρομολογούν τη δημιουργία κοινών ομάδων εργασίας για την τεχνική και οικονομική ωρίμανση των έργων, ενώ εξετάζεται και η αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων για την υλοποίησή τους.

Καθώς η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται, η σημασία των υποδομών αποθήκευσης γίνεται ολοένα πιο κρίσιμη. Η επόμενη φάση της πράσινης μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από την ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ, αλλά και από την ικανότητα του συστήματος να αποθηκεύει και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά την παραγόμενη ενέργεια. Σε αυτό το νέο ενεργειακό τοπίο, η αντλησιοταμίευση αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας.