Η έννοια της ανθεκτικότητας στις ενεργειακές υποδομές παύει πλέον να αποτελεί ένα στενά τεχνικό ζητούμενο και μετατρέπεται σε καθαρό στρατηγικό διακύβευμα. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η κλιματική κρίση, η γεωπολιτική αστάθεια και η αυξανόμενη εξάρτηση των οικονομιών από τον ηλεκτρισμό αναδιαμορφώνουν τις προτεραιότητες, η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να αποσυνδεθεί ούτε από τη λειτουργική ανθεκτικότητα των δικτύων ούτε από την έννοια της ενεργειακής κυριαρχίας.

Αυτό ακριβώς το πλαίσιο ανέδειξε και η συζήτηση στο Construction Project Management Conference (CPM), όπου το ζήτημα της ανθεκτικότητας των έργων τέθηκε με όρους πραγματικής εφαρμογής: από την πιστοποίηση των υλικών και τον μακροχρόνιο σχεδιασμό διάρκειας 70 έως και 120 ετών, έως την ικανότητα των υποδομών να αντέχουν σε ακραία φυσικά φαινόμενα, τα οποία πλέον δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά νέα κανονικότητα.

Σε αυτή τη συζήτηση, η Γιούλα Τσικνάκου, Διευθύντρια Υδροηλεκτρικών Έργων της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, έθεσε με σαφήνεια τον ρόλο των έργων αντλησιοταμίευσης ως βασικού κορμού στήριξης του ηλεκτρικού συστήματος, ειδικά σε ένα ενεργειακό μείγμα όπου η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυξάνεται ταχύτατα. Όπως υπογράμμισε, η ανθεκτικότητα στα έργα αυτά δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα καλής κατασκευής, αλλά προϊόν συνειδητής στρατηγικής επιλογής ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού.

«Στα έργα αντλησιοταμίευσης, η επιλογή των υλικών δεν γίνεται μόνο με όρους κόστους ή διαθεσιμότητας, αλλά με κριτήριο τον μεγάλο χρόνο ζωής των υποδομών και την ικανότητά τους να αντέχουν σε ακραίες συνθήκες και φυσικές καταστροφές», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έργα που καλούνται να λειτουργούν αξιόπιστα για δεκαετίες, στηρίζοντας τη σταθερότητα ολόκληρου του συστήματος.

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν συνδεθεί με τη διεθνή συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια και κυριαρχία, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από πρόσφατες παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών και πολιτικών ηγεσιών. Η εμπειρία από ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι πρόσφατες χειμερινές καταιγίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και η στοχευμένη καταστροφή ενεργειακών υποδομών στην Ουκρανία, καταδεικνύουν ότι τα ηλεκτρικά συστήματα δεν είναι απλώς τεχνικά δίκτυα, αλλά κρίσιμες στρατηγικές υποδομές που στηρίζουν τη θέρμανση, τη μετακίνηση, την επικοινωνία, τη βιομηχανία και την άμυνα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στην ταχεία αποκατάσταση μετά από ένα συμβάν. Όπως επισημάνθηκε στο CPM, προϋποθέτει σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη σενάρια κλιματικής πίεσης, γεωπολιτικών κινδύνων και αυξημένων απαιτήσεων ευελιξίας του συστήματος. Και σε αυτό το επίπεδο, τα έργα αντλησιοταμίευσης αποκτούν ιδιαίτερο ρόλο, καθώς συνδυάζουν αποθήκευση, ευελιξία και σταθερότητα, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τις μεταβλητές ΑΠΕ.

Η Γιούλα Τσικνάκου στάθηκε ιδιαίτερα και στη διάσταση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, σημειώνοντας ότι τα έργα αυτά στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε τοπικούς πόρους, τεχνογνωσία και βιομηχανική βάση, γεγονός που ενισχύει όχι μόνο την ενεργειακή ασφάλεια αλλά και την κοινωνική αποδοχή τους. «Οι τοπικές κοινωνίες γνωρίζουν την υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία αυτών των επενδύσεων και στηρίζουν τα έργα αντλησιοταμίευσης, ακριβώς επειδή βλέπουν το όφελος να επιστρέφει στο σύστημα και στην περιοχή», ανέφερε.

Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, μέλους του Ομίλου Masdar, να σχεδιάζει και να υλοποιεί κρίσιμες ενεργειακές υποδομές μακράς πνοής, που δεν απαντούν απλώς στις ανάγκες του σήμερα, αλλά είναι σχεδιασμένες να υπηρετούν το σύστημα για δεκαετίες, με τεχνική αρτιότητα, υπευθυνότητα στη χρήση των πόρων και ξεκάθαρο όφελος για την κοινωνία και την οικονομία.

Σε διεθνές επίπεδο, η ανθεκτικότητα αποκτά ακόμη πιο έντονη διάσταση καθώς η ενεργειακή ασφάλεια επαναπροσδιορίζεται μέσα από την εμπειρία της κλιματικής κρίσης και της γεωπολιτικής αστάθειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος των διακοπών ηλεκτροδότησης στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμάται σε περίπου 44 δισ. δολάρια ετησίως. Την ίδια στιγμή, η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης από data centers και η γενικευμένη ηλεκτροδότηση περιορίζουν τα περιθώρια ισχύος που παραδοσιακά διέθεταν οι διαχειριστές δικτύων, ενισχύοντας την εξάρτηση από συγκεκριμένες τεχνολογίες και καύσιμα. Κατά τη διάρκεια πρόσφατης χειμερινής καταιγίδας στις ΗΠΑ, η ευαλωτότητα αυτή αποτυπώθηκε με σαφήνεια, οδηγώντας την αμερικανική κυβέρνηση να ζητήσει τη διαθεσιμότητα άνω των 35 GW εφεδρικής παραγωγής για την αποφυγή εκτεταμένων blackouts.

Την ίδια περίοδο, η στοχευμένη καταστροφή ενεργειακών υποδομών στην Ουκρανία κατέστησε σαφές ότι η ηλεκτρική ενέργεια και τα δίκτυα μεταφοράς αποτελούν πλέον στρατηγικούς στόχους. Συστήματα σχεδιασμένα αποκλειστικά με γνώμονα το κόστος ή τη βραχυπρόθεσμη αποδοτικότητα αποδεικνύονται ανεπαρκή απέναντι σε σκόπιμες διαταραχές, είτε αυτές προέρχονται από ένοπλες συγκρούσεις, είτε από κυβερνοεπιθέσεις, είτε από πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται όλο και στενότερα με την έννοια της ενεργειακής κυριαρχίας, δηλαδή με την ικανότητα των κρατών να καλύπτουν τις ενεργειακές τους ανάγκες με τρόπο αυτόνομο, αξιόπιστο και βιώσιμο, διατηρώντας τον έλεγχο των κρίσιμων υποδομών και της παραγωγής. Όπως έχει επισημανθεί και σε διεθνές επίπεδο, η υποχώρηση των πολυμερών θεσμών ωθεί ολοένα και περισσότερες χώρες στην αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας όχι μόνο στην ενέργεια, αλλά και στα τρόφιμα, στα κρίσιμα ορυκτά και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, όπως επισημαίνει το International Hydropower Association, τα έργα αντλησιοταμίευσης δεν αποτελούν απλώς μία ακόμη ενεργειακή επένδυση, αλλά κρίσιμο θεμέλιο για τη σταθερότητα, την ευελιξία και την ανθεκτικότητα των ηλεκτρικών συστημάτων του μέλλοντος.

Διαβάστε ακόμη