Στο σημείο μηδέν βρίσκεται η ελληνική ενεργοβόρος βιομηχανία που περιμένει εδώ και μήνες «στο ακουστικό της» για τα μέτρα ελάφρυνσης του ενεργειακού της κόστους, για τα οποία δεσμεύθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο ο Πρωθυπουργός από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ, προαναγγέλλοντας την εξειδίκευσή τους το αμέσως επόμενο διάστημα. Έκτοτε έχουν περάσει πάνω από τρεις μήνες  και οι χώρες της Ευρώπης η μια μετά την άλλη υιοθετούν μέτρα στήριξης των βιομηχανιών τους προσπαθώντας να αποφύγουν περαιτέρω «κρούσματα» αποβιομηχάνισης (με τελευταίο την απόφαση της δανέζικης εταιρείας VIoneo, θυγατρικής του κολοσσού των ναυτιλιακών μεταφορών AP Moller Maersk να κατασκευάσει στην Κίνα και όχι στην Αμβέρσα του Βελγίου τη νέα μονάδα πλαστικών που σχεδίαζε).

Η Ιταλία, η Γερμανία, η Βουλγαρία έχουν υιοθετήσει ευρεία σχήματα στήριξης των ενεργοβόρων βιομηχανιών τους, ενώ η Γαλλία πιο στοχευμένα μέτρα, όπως για παράδειγμα το 20ετές συμβόλαιο για παροχή φθηνής πυρηνικής ενέργειας στην χαλυβουργία Arcelor Mittal από την κρατική EDF. Η Ελλάδα που υστερεί στο θέμα  του ενεργειακού κόστους έναντι των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία με τη σειρά της υστερεί -και κατά πολύ μάλιστα-  των εμπορικών της εταίρων, δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου και των ατέρμονων ζυμώσεων, επισημαίνουν στο powergame.gr πηγές της βιομηχανίας, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την ανταγωνιστικότητά της που πλήττεται.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία -και στον απόηχο της κυβερνητικής απόφασης να στηρίξει τους αγρότες με ρεύμα με τιμή 8,5 ευρώ/κιλοβατώρα για τα επόμενα χρόνια-, επανέρχεται στο προσκήνιο η πρόταση του ΣΕΒ για την υιοθέτηση του «ιταλικού μοντέλου», το οποίο έχει ξεκινήσει από 1η Ιανουαρίου 2026 να εφαρμόζεται στην χώρα προέλευσής του, την Ιταλία, προσφέροντας στις επιχειρήσεις της γείτονος ρεύμα σε τιμή 65 ευρώ/MWh για την επόμενη τριετία, μέσω ενός «ενεργειακού δανείου». Σε αντάλλαγμα, θα αναλαμβάνουν την υλοποίηση  ή τη χρηματοδότηση νέων έργων ΑΠΕ, αυτόνομα ή από κοινού με παραγωγούς, επιστρέφοντας όχι μόνο την ενέργεια που θα λάβουν, αλλά και το όφελος που θα αποκομίσουν από την σταθερή και προβλέψιμη χαμηλή τιμή. Αυτό αντιστοιχεί στον «τόκο» του δανείου και γι’ αυτό -όπως εξηγούν καλά πληροφορημένες πηγές- το ιταλικό σχήμα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και γι’ αυτό η Ελλάδα μπορεί να το εφαρμόσει άμεσα, ακόμα και με παραλλαγές σε σχέση με την πρωτότυπη εκδοχή του που να το καθιστούν πιο αποδοτικό, όπως για παράδειγμα με την προσθήκη μπαταριών στα έργα ΑΠΕ που θα κατασκευαστούν.

Γιατί το ιταλικό μοντέλο δεν είναι ασύμβατο με το ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF

Στον επιχείρημα που ακούγεται στο δημόσιο διάλογο το τελευταίο διάστημα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή….έστησε «μπλόκα» στο  δρόμο του «ιταλικού μοντέλου» προς την Ελλάδα επειδή έχει υιοθετήσει ένα πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες σε επίπεδο ΕΕ, το λεγόμενο CISAF και από τότε που τέθηκε αυτό σε ισχύ αποκλείει ουσιαστικά άλλα σχήματα κρατικών ενισχύσεων, υπάρχει ισχυρός και τεκμηριωμένος αντίλογος: Η σχετική επιστολή (comfort letter) που έστειλε η Κομισιόν στην Ιταλία με την οποία έδινε το πράσινο φως για την εφαρμογή του  έχει ημερομηνία 27 Ιουνίου 2025, ενώ το CISAF τέθηκε σε ισχύ δυο ημέρες νωρίτερα, στις 25 Ιουνίου 2025. Αυτή η μικρή διαφορά των δυο ημερών έχει μεγάλη σημασία, καθώς σημαίνει ότι το ιταλικό μοντέλο εγκρίθηκε ενώ το CISAF είχε ήδη τεθεί σε ισχύ και όχι νωρίτερα.

Γιατί το ιταλικό μοντέλο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση

Στο έτερο επιχείρημα που επίσης έχει διατυπωθεί ότι το «ιταλικό μοντέλο» συνιστά κρατική ενίσχυση και γι’ αυτό απαιτείται κοινοποίησή του στην Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ (DG COMP) -μια διαδικασία εξαιρετικά χρονοβόρα ακόμα και στην καλύτερη των περιπτώσεων,- όπως προαναφέρθηκε το ιταλικό μοντέλο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Γι΄ αυτό άλλωστε η Ιταλία  προχώρησε στην εφαρμογή του χωρίς να το κοινοποιήσει εκ των προτέρων στην Κομισιόν, η οποία το έβαλε στο «μικροσκόπιό» της εκ των υστέρων. Όπως δε προκύπτει και από το comfort letter της Ιταλίας, οι Βρυξέλλες έκριναν ουσιαστικά ότι δε συνιστά κρατική ενίσχυση,  εφόσον δεν έλαβε χώρα λεπτομερής αξιολόγηση συμβατότητάς του με το ευρωπαϊκό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων, που είναι η συνήθης διαδικασία για τα εθνικά σχήματα κρατικών ενισχύσεων, σε κάθε περίπτωση αναγνωρίζοντας ότι «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το συνολικό πλεονέκτημα μετακυλίεται στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές».

Την επιχειρηματολογία αυτή, μάλιστα, ενισχύει έτι περαιτέρω και η  απάντηση που έδωσε η αντιπρόεδρος της Κομισιόν (και εποπτεύουσα την DG COMP) Τερέζα Ριμπέρα στις 18 Αυγούστου, σε ερώτηση που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Μανιάτης σχετικά με το Energy Release 2.0 όπως είναι η επίσημη ονομασία του ιταλικού μοντέλου, απάντησε ότι «τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν μόνο τα μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση». Διατύπωση που εξηγεί γιατί δεν το κοινοποίησε η Ιταλία και επομένως δεν χρειάζεται να το κοινοποιήσει ούτε η Ελλάδα, εφόσον αποφασίσει να το εφαρμόσει.

 Γιατί το CISAF δεν αρκεί για τη στήριξη της βιομηχανίας

Συμπερασματικά, όπως  εξηγούν οι πηγές της βιομηχανίας, υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα στη φαρέτρα της ελληνικής κυβέρνησης για να προωθήσει το ιταλικό μοντέλο.  Στο δε ερώτημα «εφόσον υπάρχει ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο γενικής εφαρμογής, το CISAF, γιατί δεν το υιοθετεί και η Ελλάδα; «Η απάντηση είναι ότι πρώτον, δεν είναι επαρκές από μόνο του για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Και αυτό προκύπτει από τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του περασμένου Οκτωβρίου, αφού δηλαδή το CISAF είχε τεθεί σε ισχύ, όπου οι ηγέτες των «27» ζήτησαν από την Κομισιόν «να αναπτύξει περαιτέρω τους αναγκαίους ευνοϊκούς όρους για τη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, υπό το πρίσμα του αρνητικού αντίκτυπου των υψηλών τιμών της ενέργειας στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της».

Ο βασικός λόγος που το CISAF κρίθηκε εμμέσως πλην σαφώς ανεπαρκές είναι ότι  συνοδεύεται από τόσους όρους και προϋποθέσεις, ώστε τελικά καθίσταται σε μεγάλο βαθμό «δώρον άδωρον». Μεταξύ άλλων,  η επιδότηση για το ρεύμα που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% της τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς αφορά μόνο το 50% της κατανάλωσης των ενερνοβόρων βιομηχανιών, επομένως το υπόλοιπο 50% παραμένει εκτεθειμένο στις υψηλές τιμές.  Επιπροσθέτως, επιβάλλει το 50% του ποσού που εξοικονομούν οι βιομηχανίες λόγω της επιδότησης να κατευθύνεται υποχρεωτικά σε επενδύσεις για τον «πράσινο» μετασχηματισμό του. Συνεπώς, μέρος των πόρων δεν είναι διαθέσιμα για τη βραχυπρόθεσμη μείωση του κόστους και άρα για την προσφορά φθηνότερων προϊόντων. «Είναι σαν να υποθέτει η Κομισιόν ότι έχουμε άφθονη ρευστότητα στην άκρη, πράγμα που καθόλου δεν ισχύει», αναφέρεται χαρακτηριστικά.  Ένα ακόμα «αγκάθι» είναι ότι οι ενισχύσεις που προβλέπει το CISAF δεν μπορούν να «σωρευθούν» με άλλες ενισχύσεις που λαμβάνουν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις από άλλα εγκεκριμένα σχήματα, όπως είναι η αντιστάθμιση έναντι του κινδύνου διαρροής άνθρακα, δηλαδή η επιδότηση που λαμβάνουν βιομηχανίες που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό για τη μετακύλιση του κόστους CO2 της ηλεκτροπαραγωγής στις τιμές ρεύματος. Η αντιστάθμιση είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στήριξης των επιλέξιμων ενεργοβόρων βιομηχανιών, το οποίο θα κινδύνευε να απενεργοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό σε περίπτωση εφαρμογής του CISAF και ενώ ήδη αντιμετωπίζεται με έντονο προβληματισμό από την ενεργοβόρο βιομηχανία η μείωση του εθνικού συντελεστή για το ανθρακικό αποτύπωμα της Ελλάδας σε 0,58 (από 0,73 προηγουμένως) για την πενταετία 2026-2030 που εγείρει κίνδυνο μειωμένων εσόδων για την αντιστάθμιση. Στον αντίποδα, το ιταλικό μοντέλο ως “no aid” δεν εμφανίζει ασυμβατότητα με άλλα σχήματα κρατικών ενισχύσεων, επομένως θα μπορούσε να εφαρμοστεί παράλληλα με το εργαλείο της αντιστάθμισης, μεγεθύνοντας τη στήριξη προς την ελληνική βιομηχανία.

Όλα δείχνουν ότι «ήγγικεν η ώρα» για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, ώστε να μην μείνουν οι ελληνικές βιομηχανίες στην τελευταία ταχύτητα της Ευρώπης. Γιατί δεν είναι προς το συμφέρον τους την ώρα που η Ιταλία και άλλες χώρες εξασφαλίζουν φθηνό και σταθερό για τις δικές τους επιχειρήσεις, οι ελληνικές επιχειρήσεις  να συνεχίζουν να λειτουργούν με τιμές που συχνά ξεπερνούν τα 100 ευρώ/MWh και να είναι εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των χονδρεμπορικών τιμών. Το αποτέλεσμα είναι η ελληνική βιομηχανία να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της στην Ευρώπη και διεθνώς, να δυσκολεύεται να συγκρατήσει το κόστος παραγωγής και να βλέπει την ανταγωνιστικότητά της να διαβρώνεται.  Μια κατάσταση την οποία η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει…χθες.

Διαβάστε ακόμη