Δεκατρία χρόνια μετά τη διακοπή της λειτουργίας του, ο πετρελαιαγωγός Θεσσαλονίκης–Βόρειας Μακεδονίας επιστρέφει σταδιακά σε λειτουργία, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια υποδομή που μπορεί να αλλάξει τους όρους του εφοδιασμού καυσίμων στα Βαλκάνια και να δημιουργήσει μετρήσιμα οφέλη και για τις δύο πλευρές. Για τη Βόρεια Μακεδονία, η επανενεργοποίηση σημαίνει σταθερότερη τροφοδοσία, ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και σημαντικά δημοσιονομικά έσοδα. Για την ελληνική πλευρά και τη HELLENiQ ENERGY, ανοίγει εκ νέου ένας «κάθετος» δίαυλος διάθεσης πετρελαϊκών προϊόντων προς την ευρύτερη βαλκανική ενδοχώρα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ροές πετρελαιοειδών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αναδιατάσσονται και η ζήτηση για ντίζελ καταγράφει αυξητικές τάσεις όσο υποχωρεί η παρουσία ρωσικών προϊόντων.

Όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις του διευθυντή της AD Naftovod, Ράντοβαν Μιλόσοσκι στον ειδησεογραφικό ιστότοπο «faktor» τα οφέλη μπορούν να μεταφραστούν σε σταθερό δημοσιονομικό όφελος. Η κυβέρνηση όρισε τον περασμένο μήνα ότι η τιμή της υπηρεσίας μεταφοράς θα είναι 20,07 ευρώ ανά μεταφερόμενο κυβικό μέτρο. Με βάση την εκτίμηση ότι ετησίως μπορούν να διακινούνται έως 3 εκατ. κυβικά μέτρα πετρελαίου και άλλων καυσίμων, η δυνητική συνολική «πίτα» εσόδων μπορεί να φτάσει έως και τα 60 εκατ. ευρώ. Δεδομένου ότι η Βόρεια Μακεδονία συμμετέχει με 20% στη VARDAX μέσω της AD Naftovod, το κράτος θα μπορούσε να εξασφαλίζει ετήσια έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια προοπτική που, όπως τονίζεται, διαφοροποιεί πλήρως την εικόνα των δύο εταιρειών.

Οι πρώτες ροές που πραγματοποιήθηκαν παραμονές Πρωτοχρονιάς είχαν προπαρασκευαστικό χαρακτήρα, με σκοπό τον καθαρισμό και την προετοιμασία του αγωγού, ώστε να διασφαλιστεί σταθερή ποιότητα προϊόντων πριν από την πλήρη εμπορική αξιοποίηση. Η πρώτη κανονική παράδοση μέσω του αγωγού τοποθετείται τέλη Ιανουαρίου σηματοδοτώντας και την επίσημη έναρξη.

Ο κ. Μιλόσοσκι ξεκαθαρίζει ότι όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα εντάσσονται στο τεχνικό σκέλος της επανενεργοποίησης και αφορούν την προετοιμασία του συστήματος. Αυτή τη στιγμή όπως σημειώνει βρίσκεται σε εξέλιξη η εγκατάσταση περίπου 18 βαλβίδων, οι οποίες είναι απαραίτητες ώστε, στο συνοριακό σημείο, να γίνεται ακριβής μέτρηση της ποσότητας πετρελαίου που παραλαμβάνεται από τη Helleniq Energy. «Όλα τα τεχνικά εμπόδια έχουν ξεπεραστεί και αναμένω αυτό να αποτελέσει μια στρατηγικά πολύ σημαντική αρχή για τη χώρα μας και για τη γειτονία, λαμβάνοντας υπόψη τα σημερινά γεωπολιτικά δεδομένα».

Ο πετρελαιαγωγός συνδέει τις εγκαταστάσεις διύλισης της Θεσσαλονίκης με εκείνες της OKTA στη Βόρεια Μακεδονία, σε μια γραμμή μήκους περίπου 214 χιλιομέτρων, εκ των οποίων περί τα 70 χιλιόμετρα βρίσκονται εντός ελληνικού εδάφους. Διαχειρίστρια εταιρεία είναι η VARDAX S.A., κοινοπραξία στην οποία η HELLENiQ ENERGY συμμετέχει με 80%, ενώ η Βόρεια Μακεδονία έχει παρουσία με 20% μέσω της AD Naftovod.

Μετά τις επενδύσεις εκσυγχρονισμού, ο αγωγός διαθέτει δυναμικότητα μεταφοράς περίπου 2,5 εκατ. τόνων ετησίως σε αργό πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα, με το ντίζελ να αποτελεί σήμερα το βασικό φορτίο και τον αγωγό να στοχεύει στη διακίνηση τελικών προϊόντων προς τις βαλκανικές αγορές. Οι τελικοί αποδέκτες της ροής, πέρα από τη Βόρεια Μακεδονία, είναι το Κόσοβο, η νότια Σερβία και, σε μικρότερο βαθμό, η Βουλγαρία, ενισχύοντας τη δυναμική του διαδρόμου ως περιφερειακού καναλιού εφοδιασμού.

Μιλώντας με δημοσιογράφους προ ολίγων ημερών ο Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, Ανδρέας Σιάμισιης, έχει περιγράψει την επαναλειτουργία του αγωγού ως παράδειγμα υποδομής με «άμεσο οικονομικό, γεωπολιτικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα». Όπως έχει επισημάνει, ο αγωγός θα είναι σε θέση να τροφοδοτεί τις αγορές της Βόρειας Μακεδονίας, του Κοσόβου, της Σερβίας και της Βουλγαρίας, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τη μεταφορά καυσίμων μέσω χιλιάδων βυτιοφόρων που μέχρι σήμερα κάλυπταν τη διαδρομή Θεσσαλονίκη– Βόρεια Μακεδονία.

«Με την ενεργοποίηση του αγωγού αναμένεται η αύξηση των πωλήσεων του ομίλου στην περιοχή, καθώς επί της ουσίας θα λειτουργεί ως ένας άλλος κάθετος διάδρομος για τη μεταφορά πετρελαίου», έχει τονίσει, συνδέοντας ευθέως το έργο με τη διεύρυνση της εμπορικής παρουσίας της εταιρείας στα Βαλκάνια και με την ευρύτερη αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.

Την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά του έργου αποτυπώνεται σε συγκεκριμένα μεγέθη για τη Βόρεια Μακεδονία, τα οποία –όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις του διευθυντή της AD Naftovod, Ράντοβαν Μιλόσοσκι– μπορούν να μεταφραστούν σε σταθερό δημοσιονομικό όφελος.

Η κυβέρνηση όρισε τον περασμένο μήνα ότι η τιμή της υπηρεσίας μεταφοράς θα είναι 20,07 ευρώ ανά μεταφερόμενο κυβικό μέτρο. Με βάση την εκτίμηση ότι ετησίως μπορούν να διακινούνται έως 3 εκατ. κυβικά μέτρα πετρελαίου και άλλων καυσίμων, η δυνητική συνολική «πίτα» εσόδων μπορεί να φτάσει έως και τα 60 εκατ. ευρώ. Δεδομένου ότι η Βόρεια Μακεδονία συμμετέχει με 20% στη VARDAX μέσω της AD Naftovod, το κράτος θα μπορούσε να εξασφαλίζει ετήσια έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια προοπτική που, όπως τονίζεται, διαφοροποιεί πλήρως την εικόνα των δύο εταιρειών, οι οποίες μέχρι σήμερα κατέγραφαν έσοδα ίσα-ίσα για να παραμένουν λειτουργικές.

Πίσω από την επαναφορά του έργου βρίσκεται μια μακρά περίοδος θεσμικών και νομικών εμπλοκών. Ο αγωγός κατασκευάστηκε το 2002 από ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, ενώ είχε προηγηθεί το 1999 η εξαγορά του 81,51% της OKTA από την ΕΛΠΕΤ Βαλκανική, θυγατρική των τότε Ελληνικών Πετρελαίων. Η λειτουργία του ανεστάλη το 2013, όταν σταμάτησε η διυλιστική δραστηριότητα στην OKTA, καθώς κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη.

Στη συνέχεια, οι εκκρεμότητες μεταξύ της HELLENiQ ENERGY και του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας –με χαρακτηριστικό σημείο την αθέτηση υποχρέωσης που αφορούσε τη δέσμευση αγοράς τουλάχιστον 500.000 τόνων καυσίμων ετησίως– οδήγησαν την υπόθεση στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Παρισιού, το οποίο δικαίωσε την εταιρεία επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 12,98 εκατ. δολαρίων. Η μη καταβολή του ποσού από τη βορειομακεδονική πλευρά αποτέλεσε για χρόνια έναν από τους παράγοντες που βάρυναν την επανεκκίνηση.

Σήμερα, με την υποδομή να περνά από τα τεχνικά στάδια προς την εμπορική λειτουργία, ο αγωγός Θεσσαλονίκης–Βόρειας Μακεδονίας επανέρχεται ως εργαλείο που, από τη μία πλευρά, δίνει στη Βόρεια Μακεδονία έσοδα, σταθερότητα και ρόλο κόμβου logistics και, από την άλλη, προσφέρει στη HELLENiQ ENERGY και στην ελληνική αγορά έναν ταχύτερο και πιο οργανωμένο διάδρομο διάθεσης προϊόντων προς τα Βαλκάνια. Με σαφή αριθμητικά μεγέθη, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και επίσημες τοποθετήσεις, το έργο δείχνει να αποκτά εκ νέου τον ρόλο για τον οποίο σχεδιάστηκε: να αποτελέσει βασικό κρίκο στον εφοδιασμό καυσίμων της περιοχής.

Διαβάστε ακόμη