Η HELLENiQ ENERGY σήμερα είναι πρωτίστως ένας εξαγωγικός όμιλος». Με αυτή τη φράση ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, Ανδρέας Σιάμισιης, περιέγραψε μιλώντας σε δημοσιογράφους το στίγμα της στρατηγικής για την επόμενη περίοδο, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων ανακατατάξεων στις ενεργειακές ροές.
Όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις του, στο επίκεντρο βρίσκονται υποδομές που μπορούν να λειτουργήσουν ανεξαρτήτως συγκυρίας, με αιχμή την επανεκκίνηση του αγωγού πετρελαίου Θεσσαλονίκης–Βόρειας Μακεδονίας, τη συγκρατημένη προσέγγιση απέναντι σε νέα έργα LNG, θέτοντας επίσης στο επίκεντρο την έρευνα υδρογονανθράκων.
Το 2025 καταγράφεται ως εξαιρετική χρονιά για τη HELLENiQ ENERGY, σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ο οποίος εκτίμησε ότι το 2026 θα είναι ακόμη καλύτερο. Όπως ανέφερε, τα EBITDA αναμένεται να κινηθούν εκ νέου αισθητά πάνω από το 1 δισ. ευρώ και, υπό ευνοϊκές συνθήκες, να προσεγγίσουν ακόμη και τα 1,5 δισ. ευρώ, σε συνάρτηση με την πορεία των διεθνών περιθωρίων διύλισης.
Η επαναλειτουργία του αγωγού Vardax, έπειτα από 13 χρόνια αδράνειας, αποτελεί –σύμφωνα με τον ίδιο– χαρακτηριστικό παράδειγμα υποδομής με άμεσο οικονομικό, γεωπολιτικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ο αγωγός συνδέει το διυλιστήριο της Θεσσαλονίκης με τις εγκαταστάσεις της OKTA στη Βόρεια Μακεδονία και επιτρέπει τη μεταφορά καυσίμων χωρίς την ανάγκη χιλιάδων οδικών μεταφορών. Όπως ανέφερε ο κ. Σιάμισιης, το πρώτο προϊόν μπήκε στον αγωγό την Πρωτοχρονιά του 2026 για λόγους τεχνικής επανεκκίνησης, ενώ ακολουθούν τα επόμενα φορτία ώστε ο αγωγός να λειτουργήσει πλήρως και εμπορικά.
Η σημασία του αγωγού δεν περιορίζεται, ωστόσο, στις πωλήσεις προς τη Βόρεια Μακεδονία. Όπως επισήμανε, δημιουργείται πλέον η δυνατότητα εξαγωγών και προς τη Νότια Σερβία και το Κόσσοβο, ενισχύοντας τον εξαγωγικό χαρακτήρα του Ομίλου, ο οποίος ήδη διαθέτει περίπου το 50% της παραγωγής του εκτός Ελλάδας. Παράλληλα, ο ίδιος μίλησε για έναν «άλλο Κάθετο Διάδρομο», αυτή τη φορά για παραδοσιακό καύσιμο, υπογραμμίζοντας ότι η γεωπολιτική αξία τέτοιων υποδομών γίνεται ιδιαίτερα εμφανής σε περιόδους κρίσεων ή διαταραχών στις μεταφορές.
Παράλληλα, στάθηκε και στη σημασία της ομαλής λειτουργίας και συντήρησης των εγχώριων υποδομών διύλισης. Όπως έκανε γνωστό, εντός του πρώτου τριμήνου του 2026 ο Όμιλος θα προχωρήσει στο προγραμματισμένο shut down του διυλιστηρίου του Ασπροπύργου για λόγους συντήρησης. Αντίστοιχη διαδικασία είχε πραγματοποιηθεί χωρίς απρόοπτα και στο διυλιστήριο της Ελευσίνας την άνοιξη του 2025, επιβεβαιώνοντας –όπως σημείωσε– την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την έμφαση στην ασφάλεια και την αξιοπιστία των εγκαταστάσεων.
«Η αγορά μπορεί να “σηκώσει” το FSRU της Θεσσαλονίκης»
Στο σκέλος του φυσικού αερίου και του LNG, ο κ. Σιάμισιης εμφανίστηκε σαφώς πιο επιφυλακτικός. Τα σχέδια της Enerwave –όπως μετονομάστηκε η Elpedison μετά την απόκτηση του πλήρους ελέγχου της– για την ανάπτυξη FSRU στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης και για τη δημιουργία δεύτερης μονάδας ηλεκτροπαραγωγής στην περιοχή παραμένουν υπό αξιολόγηση, χωρίς να έχει ληφθεί τελική επενδυτική απόφαση. Όπως ξεκαθάρισε, τέτοιου είδους έργα δεν μπορούν να κριθούν αποκομμένα από τη συνολική εικόνα της αγοράς φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και από τις εξελίξεις στις σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY εκτίμησε ότι η ενεργειακή σχέση Ευρώπης–Ρωσίας «κάποια στιγμή θα αποκατασταθεί», προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση η ήπειρος θα οδηγηθεί σε μια παρατεταμένη κατάσταση αντιπαράθεσης, όπου τα ενεργειακά θα αποτελούν δευτερεύον ζήτημα μπροστά σε ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Όμιλος αποφεύγει αποφάσεις που θα βασίζονταν αποκλειστικά στη σημερινή συγκυρία. Όπως σημείωσε, άλλο είναι μια αγορά που «σηκώνει» 6 δισ. κυβικά μέτρα LNG και άλλο μια αγορά που μπορεί να απορροφήσει μόλις 2 δισ., με τη διαφορά αυτή να είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα ενός FSRU.
Παρά τις επιφυλάξεις, ο κ. Σιάμισιης αναγνώρισε ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: βρίσκεται στο κέντρο του εθνικού συστήματος φυσικού αερίου, γεγονός που διευκολύνει τόσο την εσωτερική τροφοδοσία όσο και τις εξαγωγές προς τις γειτονικές αγορές. Ωστόσο, επανέλαβε ότι «είναι πιο εύκολο να ανακοινώνεις επενδύσεις από το να τις πληρώνεις», θέτοντας ως προϋπόθεση την οικονομική βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου.
Enerwave: Επένδυση 50 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση της μονάδας της Θίσβης
Όσον αφορά στην Enerwave, η διοίκηση της Helleniq Energy δήλωσε ικανοποιημένη από την ανταπόκριση που έχουν στο καταναλωτικό κοινό τα νέα προϊόντα που έχει λανσάρει στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού. Ο κ. Σιάμισιης επιβεβαίωσε το στόχο για οργανική αύξηση του μεριδίου αγοράς στο 10% (από περίπου 6% που βρίσκεται σήμερα), χωρίς εξαγορές που δεν βρίσκονται στο ραντάρ της εταιρείας, με αιχμή του δόρατος την αναβάθμιση της εμπειρίας των πελατών και την αξιοποίηση της ισχυρής παρουσίας του μητρικού ομίλου στη λιανική αγορά καυσίμων μέσω του δικτύου της ΕΚΟ. Η Enerwave έχει εισέλθει στην κατηγορία των νέων τιμολογίων σταθερού μηνιαίου ποσού χρέωσης -σε συνάρτηση με την κατανάλωση-, προσφέροντας μέσω του δικτύου των καταστημάτων της προϊόν με χρέωση (που αφορά μόνο το ανταγωνιστικό κόστος ρεύματος) 1 ευρώ την ημέρα ή 30 ευρώ τον μήνα. Η εταιρεία επιδιώκει να κατευθύνει τους πελάτες της από τα πράσινα τιμολόγια στα σταθερά «μπλε» τιμολόγια, όπου βρίσκονται στην παρούσα φάση το 60% των πελατών της.
Σημαντικό ορόσημο για την Enerwave είναι η δρομολογούμενη αναβάθμιση της μονάδας ηλεκτροπαραγωγής στη Θίσβη της Βοιωτίας, μια επένδυση της τάξης τω 50 εκατ. ευρώ που αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2027, με στόχο την ενίσχυση της ευελιξίας της. Η εταιρεία έχει αναλάβει την διαχείριση του χαρτοφυλακίου των ΑΠΕ που αναπτύσσει η Helleniq Renewables σε Ελλάδα και εξωτερικό (Βουλγαρία, Ρουμανία, Κύπρο) και επιδιώκει την δημιουργία νέων πηγών εσόδων π.χ. μέσω υπογραφής PPA με τοπικές εταιρίες και μέσω διασυνοριακών συναλλαγών ηλεκτρισμού (trading), ενώ σε ορίζοντα τριετίας σχεδιάζει και την είσοδο στην λιανική αγορά ρεύματος στις χώρες. Ενίσχυση του προφίλ της επιδιώκει η Enerwave και στην εμπορία φυσικού αερίου, προμηθευόμενη αυξανόμενες ποσότητες αμερικανικού LNG από τα τερματικά τόσο της Ρεβυθούσας όσο και της Αλεξανδρούπολης (όπου έχει κλείσει μακροχρόνια συμφωνία δέσμευσης χωρητικότητας), το οποίο διοχετεύει τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στο εξωτερικό, στη Βουλγαρία και αλλού.
Υδρογονάνθρακες
Αναφορικά με την έρευνα υδρογονανθράκων, ο κ. Σιάμισιης παρουσίασε μια εικόνα ρεαλισμού, μακριά από υπεραισιόδοξες προσδοκίες. Όπως είπε, η δραστηριότητα αυτή συζητείται εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα, ωστόσο τα τελευταία χρόνια υπήρξε επιτάχυνση ώστε, «αν είναι να γίνει, να γίνει γρήγορα», με σαφές θεσμικό πλαίσιο και συμμετοχή μεγάλων διεθνών παικτών. Τόνισε με έμφαση ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν επιβαρύνεται με το κόστος των ερευνών, καθώς το σύνολο των δαπανών καλύπτεται από τις εταιρείες που συμμετέχουν στα σχήματα.
Το Ιόνιο παρουσιάζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, ως η πιο ώριμη περιοχή, με την HELLENiQ ENERGY να συμμετέχει σε κοινοπραξία με την ExxonMobil και την Energean. Ο χρονικός ορίζοντας για τα επόμενα κρίσιμα βήματα τοποθετείται στους 12–18 μήνες, χωρίς ωστόσο καμία βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Για την Κρήτη, ο κ. Σιάμισιης αναγνώρισε ότι πρόκειται για πιο σύνθετη περίπτωση, με αυξημένο τεχνικό και οικονομικό ρίσκο, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προτεραιοποίηση των διεθνών εταιρειών που δραστηριοποιούνται παγκοσμίως.
Όπως ξεκαθάρισε, η πιθανότητα επιτυχούς γεώτρησης θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα για τη χώρα. Πρόκειται, όπως είπε, για μια μακρά διαδικασία με υψηλό κόστος και αβέβαιο αποτέλεσμα, η οποία αξιολογείται με καθαρά επιχειρηματικά κριτήρια, χωρίς να παραγνωρίζεται η ευρύτερη σημασία της για τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας.
Ιράν και Βενεζουέλα στο μικροσκόπιο, «τίποτα δεν είναι στατικό στην αγορά πετρελαίου»
Ο κ. Σιάμισης αναφέρθηκε επίσης στις λεπτές ισορροπίες που διαμορφώνονται σήμερα τη διεθνή αγορά πετρελαίου αεπισημαίνοντας ότι χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα δεν μπορούν να αξιολογούνται με όρους «εύκολης» προσφοράς που οδηγεί αυτόματα σε πτώση των τιμών. Όπως τόνισε, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου είναι σύνθετη και επηρεάζεται περισσότερο από το πού κατευθύνονται οι ροές και λιγότερο από το αν υπάρχει θεωρητικά διαθέσιμη παραγωγή.
Αναφερόμενος στο Ιράν, ο κ. Σιάμισιης χαρακτήρισε τη χώρα ι απρόβλεπτο παράγοντα. Υπενθύμισε ότι, στην παρούσα φάση, το ιρανικό πετρέλαιο δεν συμμετέχει κανονικά στη διεθνή αγορά λόγω των κυρώσεων και διοχετεύεται κυρίως μέσω ειδικών καναλιών προς ασιατικές αγορές. Όπως σημείωσε, σε περίπτωση αλλαγής του γεωπολιτικού πλαισίου και άρσης των περιορισμών, θα μπορούσαν να επανέλθουν στην αγορά επιπλέον 2 έως 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει αυτομάτως κατάρρευση των τιμών.
Ο ίδιος εξήγησε ότι οι βασικοί αποδέκτες τόσο του ιρανικού όσο και άλλων «εκτός συστήματος» ποσοτήτων –όπως των ρωσικών– είναι η Κίνα και η Ινδία. Συνεπώς, τυχόν επιστροφή του ιρανικού πετρελαίου θα επηρέαζε πρωτίστως τις ισορροπίες στις ασιατικές αγορές, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τα ίδια φορτία, και όχι απαραίτητα τις τιμές διεθνώς. Όπως επισήμανε, «η τιμή του πετρελαίου ήδη βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα» και οι μεταβολές δεν λειτουργούν γραμμικά.
Αντίστοιχα προσεκτικός εμφανίστηκε και ως προς τη Βενεζουέλα. Ο κ. Σιάμισιης σημείωσε ότι το βενεζουελάνικο αργό είναι ιδιαίτερα βαρύ και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή εναλλακτική τροφοδοσία. Υπενθύμισε ότι κανένα σύγχρονο διυλιστήριο δεν λειτουργεί με ένα μόνο είδος αργού, αλλά με μίγματα, τα οποία σχεδιάζονται με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά των μονάδων και το συνολικό κόστος επεξεργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε ότι ακόμη και αν το αργό της Βενεζουέλας προσφέρεται σε χαμηλότερη τιμή σε σχέση με άλλα benchmarks, το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποιο ποσοστό μπορεί να ενσωματωθεί στο μείγμα – αν δηλαδή μπορεί να συμμετέχει σε ποσοστά της τάξης του 5%, 10% ή 20% χωρίς να επηρεάζεται αρνητικά η λειτουργία και η απόδοση των διυλιστηρίων. Με τα σημερινά δεδομένα, όπως είπε, δεν υπάρχει άμεση πρόβλεψη για προμήθεια βενεζουελάνικου αργού, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται στο μέλλον, εφόσον αλλάξουν οι συνθήκες της αγοράς.
Ο κ. Σιάμισιης κατέστησε σαφές ότι η πολιτική προμηθειών του Ομίλου βασίζεται σε συνεχή επαναξιολόγηση των δεδομένων, με το μείγμα αργού να προσαρμόζεται τακτικά, ακόμη και σε μηνιαία βάση, ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, τις τιμές και τις τεχνικές δυνατότητες των μονάδων. Όπως τόνισε, «τίποτα δεν είναι στατικό στην αγορά πετρελαίου», ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα τη συνολική οικονομική αποδοτικότητα και όχι με όρους πολιτικής συγκυρίας.
Διαβάστε ακόμη
