Παράταση της αναμονής για τα «αποκαλυπτήρια» της υπεσχημένης κυβερνητικής παρέμβασης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των ελληνικών βιομηχανιών και αλλαγή της αρχιτεκτονικής της προδιαγράφουν οι ενστάσεις που, σύμφωνα με πληροφορίες, εγείρουν οι Βρυξέλλες στο πακέτο των μέτρων που προωθούσε η κυβέρνηση, στο οποίο κεντρική θέση επείχε το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» που είχε εισηγηθεί ο ΣΕΒ. Όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, στις διαπραγματεύσεις που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα μεταξύ της κυβέρνησης και της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (DG COMP) δεν βγήκε «λευκός καπνός», καθώς τα στελέχη της Επιτροπής επεσήμαναν στην ελληνική πλευρά ότι υπάρχει πλέον εγκεκριμένο γενικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της ΕΕ, το λεγόμενο CISAF. Αυτό σε αδρές γραμμές προβλέπει -υπό πολύ αυστηρούς όρους-  την επιδότηση του 50% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρισμού των επιλέξιμων βιομηχανιών κατά τρόπο ώστε η τιμή του ρεύματος να μειώνεται έως τα 50 ευρώ/MWh και προβάλλεται πλέον ως ο ενδεδειγμένος «δρόμος» για την μείωση του ενεργειακού κόστους. Κρίσιμη παράμετρος είναι ότι η στήριξη μέσω CISAF δεν επιτρέπεται από την Κομισιόν να σωρευθεί με άλλες ενισχύσεις, όπως είναι η αντιστάθμιση του κόστους των δικαιωμάτων CO2 για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις της ΕΕ που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό, κάτι που «εξηγεί»  την επιφυλακτικότητα των βιομηχανιών από χώρες της ΕΕ όπως η Ελλάδα αλλά και η Γερμανία για την αποτελεσματικότητα του εν λόγω εργαλείου.

Οι ενστάσεις της Κομισιόν για το ιταλικό μοντέλο …

Την ίδια στιγμή, στο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς ότι η Ιταλία εξασφάλισε προέγκριση του δικού της μοντέλου από την Επιτροπή (με μορφή comfort letter, το οποίο πάντως ενσωμάτωσε σημαντικές αλλαγές στην αρχική πρόταση της Ρώμης), η απάντηση των αξιωματούχων των Βρυξελλών ήταν ότι το Energy Release 2.0 όπως είναι η επίσημη ονομασία του «ιταλικού μοντέλου» προηγήθηκε χρονικά του CISAF, τώρα όμως που τέθηκαν οι νέοι κανόνες σε επίπεδο ΕΕ δεν υπάρχουν περιθώρια για «εθνικές παρεκκλίσεις»

…και οι παγίδες του ευρωπαϊκού σχήματος CISAF για τη βιομηχανία

Στο ερώτημα που εγείρεται είναι εάν το νέο κοινοτικό πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει σε ουσιώδη ελάφρυνση των τιμών του βιομηχανικού ρεύματος, η απάντηση στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις επ΄αυτού και ότι το CISAF «κρύβει» πολλές παγίδες και αιρεσιμότητες. Όπως, για παράδειγμα, επιβάλλει το 50% του ποσού που εξοικονομούν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις λόγω της επιδότησης να κατευθύνεται σε επενδύσεις για τον «πράσινο» μετασχηματισμό του. Συνεπώς, μέρος των πόρων δεν είναι διαθέσιμα για τη βραχυπρόθεσμη μείωση του κόστους και άρα για την προσφορά φθηνότερων προϊόντων. Γι’ αυτό άλλωστε η ελληνική κυβέρνηση εισηγήθηκε ένα πακέτο που κινούνταν σε διαφορετική λογική, με το μείγμα να περιέχει κατά πληροφορίες τόσο το «ιταλικό μοντέλο»  (τριετές ενεργειακό «δάνειο» με αντάλλαγμα οι ωφελούμενοι να επιστρέψουν διπλάσια ενέργεια από αυτήν που απορρόφησαν σε 20 χρόνια), όσο και αύξηση των ποσών που εισπράττουν σήμερα οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις ως αντιστάθμιση του κόστους C02.

Πλην όμως, οι «κόκκινες κάρτες» της Κομισιόν σε μέτρα που παρεκκλίνουν από το CISAF -όπως είναι το ιταλικό μοντέλο-  υποχρεώνουν την Αθήνα εκ των πραγμάτων να επανεξετάσει τη στάση της. Καθώς η Ελλάδα -όπως και άλλες χώρες- δεν φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη των Βρυξελλών ότι το CISAF αρκεί για να μειώσει το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας και με δεδομένο το «αγκάθι» της ασυμβατότητάς του με άλλα σχήματα κρατικών ενισχύσεων όπως είναι η αντιστάθμιση, μπαίνουν στο τραπέζι και άλλα σενάρια. Όπως επισημαίνεται από αρμόδιες πηγές έχει ανοίξει ένας νέος κύκλος επαφών με την Κομισιόν που προσδοκάται να ολοκληρωθεί «σύντομα», χωρίς όμως να υπάρχουν εγγυήσεις επ’ αυτού. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η ελληνική βιομηχανία θα πρέπει να περιμένει και άλλο «στο ακουστικό της» για να δει την ελάφρυνση του ενεργειακού της κόστους για την οποία δεσμεύθηκε επισήμως ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ στις αρχές του περασμένου Οκτωβρίου.

Τα νέα δεδομένα για την αντιστάθμιση CO2 και οι κινήσεις του ΥΠΕΝ

Επί τάπητος έχει τεθεί από την Ελλάδα -αλλά και κυβερνήσεις άλλων χωρών- το ενδεχόμενο βελτιώσεων στο CISAF, κάτι πάντως που δεν είναι εύκολο με δεδομένο ότι το νέο πλαίσιο εγκρίθηκε και τέθηκε σε ισχύ μόλις την περασμένη άνοιξη. Παράλληλα, όπως αναφέρουν πηγές του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας καταβάλλεται προσπάθεια να αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό ο μηχανισμός της αντιστάθμισης CO2 για τη βιομηχανία, σε συνέχεια της επικαιροποίησης από την Κομισιόν των κατευθυντηρίων γραμμών για τις επιλέξιμες επιχειρήσεις για την περίοδο 2026-2030.  Το κατά πόσο η «άσκηση» αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα τη διοχέτευση στις ελληνικές βιομηχανίες πόρων αντίστοιχων με αυτών που θα προέκυπταν εάν είχε εγκριθεί η αρχική δέσμη μέτρων που προωθούσε η Ελλάδα δεν έχει διευκρινιστεί.

Η αντιστάθμιση υπολογίζεται στη βάση ενός εθνικού συντελεστή εκπομπών CO2 που λαμβάνει υπόψη το ανθρακικό αποτύπωμα κάθε χώρας στην ενέργεια. Όσο μεγαλύτερο το αποτύπωμα, έχει μια χώρα, τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση των επιλέξιμων βιομηχανιών από  τους ρύπους, άρα τόσο περισσότερα χρήματα μπορούν να λάβουν ως αποζημίωση. Όπως έγραψε το energygame.gr, κατά την τελευταία επικαιροποίηση (Δεκέμβριος 2025) ο συντελεστής για την  Ελλάδα θα μειωθεί βαθμιαία έως το 2030 από 0,73 τόνους tCO₂/ MWh σε 0,58 tCO₂/MWh, δηλαδή κατά 25%, λόγω της δραστικής μείωσης του εξαιρετικά ρυπογόνου λιγνίτη από το ενεργειακό μείγμα της χώρας. Το ΥΠΕΝ επιδιώκει την αναπροσαρμογή του συντελεστή και συζητά με τις Βρυξέλλες να ληφθεί υπόψη ο περιφερειακός συντελεστής που συνυπολογίζει το υψηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Την ίδια στιγμή, αξιολογεί ως θετική εξέλιξη την αύξηση της έντασης της ενίσχυσης από 75% σε 80% για τις επιλέξιμες βιομηχανίες. Περαιτέρω, επιδιώκει και την ένταξη της τσιμεντοβιομηχανίας στους επιλέξιμους κλάδους για αντιστάθμιση, κάτι που δεν συμβαίνει πλέον καθώς πρόκειται για κλάδο που σε επίπεδο ΕΕ δεν είναι εκτεθειμένος στον διεθνή ανταγωνισμό και στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες που ανταγωνίζονται εν πολλοίς εταιρίες σε χώρες εκτός ΕΕ όπως η Τουρκία που δεν υπόκεινται στους ευρωπαϊκούς περιορισμούς. Όπως όμως υπογραμμίζουν κύκλοι της αγοράς με γνώση του θέματος, για να υπαχθεί η τσιμεντοβιομηχανία στην αντιστάθμιση θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να τεκμηριώσει στην Κομισιόν ότι ο κλάδος πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ευρωπαϊκό.

ΕΒΙΚΕΝ: Να προχωρήσουν τα αυτονόητα μέτρα για τη βιομηχανία

Με ανησυχία παρακολουθεί τις τελευταίες εξελίξεις η ενεργοβόρος βιομηχανία, με τον πρόεδρο του επίσημου φορέα της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνη Κοντολέοντα, να δηλώνει στο energygame.gr ότι θα περιμένει την επίσημη ενημέρωση από το ΥΠΕΝ για να τοποθετηθεί συνολικά επί του θέματος, προσθέτοντας ότι εάν ευσταθούν οι τελευταίες πληροφορίες θα πρόκειται για ανατροπή όσων σχεδιάζονταν επί τόσους μήνες ερήμην της βιομηχανίας. «Η όποια εμπλοκή στην εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου δεν αιτιολογεί γιατί δεν προχωρούν αυτονόητα μέτρα που μπορούν να μειώσουν το καθημερινό κόστος της βιομηχανίας, όπως η απόδοση των 17 εκατ./έτος που οφείλονται από το 2022 έως σήμερα για το ΕΤΜΕΑΡ (Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων), η διόρθωση της λάθους χρέωσης του ΕΤΜΕΑΡ στη Μέση Τάση, η ενίσχυση της ΡΑΕΕΥ ώστε να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος της λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού και δη των αυξήσεων στο κόστος της αγοράς εξισορρόπησης», υπογραμμίζει ο κ. Κοντολέων που διερωτάται καταληκτικά «Γιατί δεν μειώνονται οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας ενώ έχουν τεθεί σε λειτουργία οι διασυνδέσεις με την Κρήτη και τις Κυκλάδες, ενώ αυξάνονται οι Χρεώσεις Χρήσης Συστήματος καθώς οι βιομηχανίες δεν ευθύνονται για το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού ΥΚΩ (ΕΛΥΚΩ);»

Διαβάστε ακόμη