Τα τελευταία χρόνια, η ύπαρξη ακραίων καιρικών φαινομένων στην Ευρώπη και στη χώρα μας έχει γίνει συχνότερο φαινόμενο. Περιπτώσεις όπως οι κακοκαιρίες Elias και Daniel το 2023, οι πρόσφατες πλημμύρες και ζημιές από την κακοκαιρία Byron, αλλά και οι παρατεταμένοι καλοκαιρινοί καύσωνες και οι πολυήμερες καταστροφικές πυρκαγιές, έχουν μπει στην «ατζέντα» της Ελλάδας, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη κατασκευής ανθεκτικών υποδομών. Ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε φυσικές καταστροφές είναι μεγάλα ενεργειακά έργα, όπως φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, σταθμοί αποθήκευσης ενέργειας και ηλεκτρικά δίκτυα, επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων που κινδυνεύουν να γίνουν στάχτη απ’ τις φλόγες, να βραχυκυκλώσουν ή να παρασυρθούν απ’ το νερό σε κάθε ακραίο καιρικό συμβάν.

Μείζονα ρόλο στη διασφάλιση μιας ενεργειακής επένδυσης παίζει ο ασφαλιστικός κλάδος, ο οποίος αναλαμβάνει να επωμιστεί ένα σημαντικό μέρος του ρίσκου και να αποζημιώσει τον επενδυτή σε περίπτωση ζημιάς σε ένα έργο. Για την παροχή αυτών των υπηρεσιών, οι ασφαλιστικές εταιρείες αμείβονται από τους πελάτες τους με την πληρωμή ασφαλίστρων. Ωστόσο, οι φυσικές καταστροφές των τελευταίων ετών σε Ελλάδα και εξωτερικό έχουν κάνει την ασφαλιστική αγορά πιο «σφιχτή» απέναντι στα ρίσκα που αναλαμβάνει και πιο απαιτητική από τους δυνητικούς πελάτες της, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα αυξανόμενα αιτήματα αποζημιώσεων λόγω ζημιών που οφείλονται σε ακραία καιρικά φαινόμενα.

Όπως αναφέρουν στο energygame πηγές του ασφαλιστικού κλάδου, για οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο που βρίσκεται σε λειτουργία και έχει σημαντική οικονομική αξία, υπάρχει η νομική υποχρέωση να είναι ασφαλισμένο. Η ασφάλιση ενεργειακών έργων όπως φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα ή ηλεκτρικά δίκτυα είναι υποχρεωτική από τον νόμο, τουλάχιστον για το 70% της αξίας τους.

Η ασφαλιστική αγορά σκλήρυνε πολύ τη στάση της μετά τα φαινόμενα Elias και Daniel, καθώς κλήθηκε να πληρώσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις. Οι ασφαλιστικές εταιρείες πιάστηκαν εξαπίνης, αφού δεν ήταν έτοιμες για τόσο ξαφνικές και μεγάλες καταστροφές. Όπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι πλέον ένας παράγοντας που υπολογίζεται πάρα πολύ από τους ασφαλιστές και ανεβάζει ξεκάθαρα το ασφάλιστρο, ειδικά σε έργα ΑΠΕ και ηλεκτρικά δίκτυα. Οι ασφαλιστές αναγκάζονται να θέσουν πιο αυστηρούς όρους ανάληψης των κινδύνων, υψηλότερα ασφάλιστρα, καθώς και μεγαλύτερες απαλλαγές, δηλαδή σε περίπτωση ζημιάς θα πρέπει και ο ίδιος ο επενδυτής να καλύψει ένα μέρος της.

Ενσωματώνουν κάποια σενάρια φυσικών κινδύνων στα μοντέλα καταστροφικών φαινομένων και δίνουν έμφαση σε πλημμύρες, καταιγίδες και πυρκαγιές. Μάλιστα, σημαντικό ρόλο παίζει και η τοποθεσία ενός έργου. Για παράδειγμα, οι ασφαλιστές αξιολογούν περιοχές όπως η Θεσσαλία ως περιοχές υψηλού ρίσκου από κλιματική σκοπιά.

Εφόσον αυξάνεται η πιθανότητα και η ένταση ζημιών από φυσικά φαινόμενα, αυξάνονται και τα ασφάλιστρα για μια ενεργειακή επένδυση, ενώ αυξάνονται και οι απαλλαγές, ώστε να μοιράζεται ο κίνδυνος μεταξύ ασφαλιστή και επενδυτή-ιδιοκτήτη. Υπάρχουν, δε, περισσότεροι όροι και εξαιρέσεις γύρω από τους κινδύνους που προέρχονται από φυσικά φαινόμενα, ως προϋπόθεση για την πλήρη κάλυψη.

Σύμφωνα με τις πηγές του κλάδου, η εικόνα της αγοράς δείχνει ότι υπάρχει αυξητική τάση στις αποζημιώσεις λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, ειδικά σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Παρόλο που ο αριθμός των συμβάντων μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος, υπάρχουν γεγονότα που παράγουν δυσανάλογα μεγάλες αποζημιώσεις σε ενεργειακά assets.

Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν τα ενεργειακά έργα από έντονα καιρικά φαινόμενα

Ένας από τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα φωτοβολταϊκά είναι το χαλάζι, αφού ένα ισχυρό χαλάζι μπορεί να καταστρέψει τα panels. Αντίστοιχα, μεγάλος κίνδυνος προκύπτει από πλημμύρες, ενώ οι παρατεταμένοι καύσωνες μπορούν να δημιουργήσουν θερμικό stress σε panels, inverters και καλωδιώσεις, προκαλώντας βλάβες και γεννώντας διεκδικήσεις αποζημιώσεων από τους επενδυτές.

Τα αιολικά πάρκα είναι εκτεθειμένα και στον κίνδυνο να χτυπηθούν από κεραυνούς. Όπως σχολιάζουν οι πηγές, υπάρχουν αντικεραυνικά συστήματα που προστατεύουν τις ανεμογεννήτριες από τους κεραυνούς, αλλά ο κίνδυνος να χτυπηθεί ανεμογεννήτρια από κεραυνό δεν εκμηδενίζεται, είναι υπαρκτός. Η αποκατάσταση της ζημιάς απαιτεί την ύπαρξη συγκεκριμένων συνθηκών, οπότε το μεγαλύτερο κόστος προέρχεται από την απώλεια κέρδους μέχρι να αποκατασταθεί μια βλάβη.

Επίσης, το απαρχαιωμένο δίκτυο είναι ακόμα ένας αρνητικός παράγοντας σε ακραία καιρικά φαινόμενα, γιατί με τις ριπές του ανέμου μπορεί να υπάρξει πτώση δικτύου και να επηρεάσει οικονομικά πάρα πολλές επιχειρήσεις. Οι πλημμύρες, δε, επηρεάζουν και τους υποσταθμούς, με τεράστιες επιπτώσεις από τη διακοπή λειτουργίας φωτοβολταϊκών, μπαταριών ή αιολικών πάρκων. Αξίζει να σημειωθεί πως, πέρα από τα υπέργεια καλώδια, υπάρχουν και οι υποθαλάσσιες διασυνδέσεις. Σε περίπτωση που υπάρξει βλάβη σε υποθαλάσσια διασύνδεση, είναι πολύ δαπανηρή η αποκατάστασή της λόγω του κόστους ναύλωσης κατάλληλου σκάφους και της εύρεσης των ανθρώπων που θα φτάσουν στο σημείο και θα αποκαταστήσουν τη ζημιά.

Τι εξετάζουν οι εταιρείες πριν ασφαλίσουν ένα ενεργειακό έργο;

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει είναι τι εξετάζουν οι ασφαλιστές προκειμένου να καταθέσουν μια προσφορά σε έναν δυνητικό πελάτη που θέλει να υλοποιήσει ένα ενεργειακό έργο. Αρχικά, πολύ βασικός παράγοντας είναι η τεχνολογία. Όπως σημειώνουν πηγές του κλάδου, η τεχνολογία πρέπει να είναι εγκεκριμένη και «δουλεμένη» τουλάχιστον πέντε χρόνια στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, ο πελάτης πρέπει να λειτουργεί με διεθνή πρότυπα πυρασφάλειας, πυρανίχνευσης και αντιμετώπισης πυρκαγιάς. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρχει κοντά πυροσβεστικός σταθμός.

Ως προς τα έργα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπάρχει μια καλή απόσταση ανάμεσα στα containers των μπαταριών, άνω των έξι μέτρων. Ο λόγος είναι πως αν ξεσπάσει πυρκαγιά σε πάρκο με μπαταρίες, τότε είναι πάρα πολύ δύσκολο να σβήσει και υπάρχει κίνδυνος να καεί όλο το πάρκο. Πέρα από τα πρότυπα πυρασφάλειας, εξετάζεται και το response time, δηλαδή σε πόση ώρα μπορεί να ανταποκριθεί η πυροσβεστική και η ίδια η εταιρεία με τα πυροσβεστικά της συστήματα για να σβήσει μια φωτιά. «Όσο πιο σύγχρονες τεχνολογίες εφαρμόζονται, τόσο πιο εύκολα ασφαλίζεται ένα πάρκο και τόσο πιο μεγάλο όριο ασφάλισης (ακόμα και 100%) θα πάρει ο εργολάβος – επενδυτής», υπογραμμίζεται.

Ένας άλλος παράγοντας που εξετάζεται είναι τα μέτρα προστασίας. Πρέπει να υπάρχουν κάμερες, μέτρα για κλοπές, περιπολίες από φύλακες, φράχτες με συρματόπλεγμα, οπτική ίνα που ανιχνεύει κίνηση κ.α. Επιπλέον, όταν ξεκινήσει η λειτουργία του έργου, θα πρέπει να ξέρει η ασφαλιστική εταιρεία ποιο είναι το πρωτόκολλο συντήρησης και λειτουργίας του. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, σημαντική είναι και η τοποθεσία του έργου, ενώ σχετίζεται άμεσα και με την πιθανότητα σεισμού, ένα φαινόμενο που βρίσκεται ψηλά στη λίστα κινδύνων των ασφαλιστών.

Τα τελευταία πέντε χρόνια τα ασφάλιστρα σε διεθνές επίπεδο αυξήθηκαν απότομα, ενώ οι φυσικές καταστροφές συνέβαλαν σε αυτό. Ωστόσο, μέσα στο 2025 οι τιμές ασφάλισης έπεσαν σε πιο χαμηλά επίπεδα, ενώ η τάση αυτή είναι πιθανό να συνεχιστεί και το 2026. Παρόλα αυτά, η κλιματική κρίση και η συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων αποτελούν παράγοντες που αυξάνουν το ρίσκο ζημιών σε ενεργειακές επενδύσεις μεγάλης αξίας. Τα επόμενα χρόνια τέτοια φαινόμενα είναι πιθανό να ενταθούν, καθιστώντας απαραίτητη τη δημιουργία πιο ανθεκτικών υποδομών. Οι επενδυτές και ο ασφαλιστικός κλάδος θα πρέπει να συνεργαστούν στενά ώστε να σχεδιάσουν τα επόμενα έργα που θα συμβάλουν στο ενεργειακό σύστημα της χώρας.

Διαβάστε ακόμη