Μια νέα αγορά αρχίζει να ανοίγει γύρω από το τέλος ζωής των αιολικών πάρκων στην Ελλάδα, καθώς ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του στόλου περνά στη φάση όπου θα πρέπει να αποφασιστεί αν θα συνεχίσει να λειτουργεί, αν θα ανανεωθεί μέσω repowering ή αν θα οδηγηθεί σε οριστική απόσυρση. Περισσότερες από 1.100 ανεμογεννήτριες που βρίσκονται σήμερα εγκατεστημένες στη χώρα θα έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 χρόνια έως το 2029, δημιουργώντας σταδιακά ανάγκη για μια πιο οργανωμένη αγορά αποξήλωσης, μεταφοράς, επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης του εξοπλισμού τους.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν παραπέμπει σε εγκαταλειμμένα αιολικά πάρκα. «Δεν πρόκειται να δημιουργηθούν “νεκροταφεία” ανεμογεννητριών στη χώρα μας, ακριβώς επειδή στα υφιστάμενα αιολικά πάρκα υπάρχει προστιθέμενη αξία», τονίζει στο energygame.gr άνθρωπος της αγοράς. Οι θέσεις των παλαιότερων έργων έχουν ήδη αποδεδειγμένο αιολικό δυναμικό, πρόσβαση, υποδομές και, σε πολλές περιπτώσεις, σύνδεση με το δίκτυο. Αυτό σημαίνει ότι το τέλος ζωής μιας παλιάς μηχανής δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και το τέλος του ίδιου του αιολικού έργου· αντίθετα, για αρκετές εγκαταστάσεις ανοίγει ο δρόμος για έναν δεύτερο κύκλο επενδύσεων μέσω repowering.
Ακριβώς γύρω από αυτή τη μετάβαση αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα αντίστροφη αλυσίδα αξίας, η οποία σήμερα λειτουργεί ακόμη σε σχετικά περιορισμένη κλίμακα στην Ελλάδα. Στην αφετηρία της βρίσκονται οι τεχνικοί έλεγχοι και η απόφαση για την τύχη του έργου. Ακολουθούν η αποξήλωση, οι γερανοί, τα εξειδικευμένα συνεργεία, οι ειδικές μεταφορές και συχνά τα πλοία όταν πρόκειται για νησιωτικά πάρκα, ενώ στη συνέχεια ο εξοπλισμός διαχωρίζεται σε διαφορετικά ρεύματα: μεταχειρισμένα εξαρτήματα που μπορούν να αποκτήσουν δεύτερη ζωή, μέταλλα και καλώδια που επιστρέφουν στην ανακύκλωση, σκυρόδεμα και οπλισμός που οδηγούνται σε ξεχωριστή διαχείριση και, στο πιο απαιτητικό κομμάτι, πτερύγια από σύνθετα υλικά.
Εκεί βρίσκεται και το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας. Οι ανεμογεννήτριες ανακυκλώνονται ήδη σε μεγάλο βαθμό, όμως το ζήτημα δεν εξαντλείται στο αν υπάρχει τεχνικά τρόπος διαχείρισης των υλικών τους. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να οργανώσει εγκαίρως έναν μηχανισμό που θα διαχειρίζεται μεγαλύτερους και πιο σταθερούς όγκους παροπλισμένου εξοπλισμού, θα εξασφαλίζει ιχνηλασιμότητα από το αιολικό πάρκο μέχρι τον τελικό αποδέκτη και θα κρατά όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αξίας των υλικών μέσα στην οικονομία. Και όσο οι πρώτες γενιές αιολικών πλησιάζουν σταδιακά την 20ετία και την 25ετία, αυτή η αγορά παύει να είναι θεωρητική.
Πάνω από 1.100 μηχανές στη ζώνη της 20ετίας έως το 2029
Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026 η συνολική αιολική ισχύς στην Ελλάδα είχε φθάσει τα 6.017 MW. Από την άθροιση των μηχανών που η Ένωση καταγράφει ως «still standing» ανά έτος εγκατάστασης προκύπτουν περίπου 3.161 ανεμογεννήτριες.
Από αυτές, 889 είχαν εγκατασταθεί έως και το 2006. Με άλλα λόγια, σχεδόν το 28% του σημερινού αριθμού μηχανών έχει ήδη συμπληρώσει ή συμπληρώνει μέσα στο 2026 είκοσι χρόνια από την εγκατάστασή του. Περίπου 420 ανεμογεννήτριες είχαν εγκατασταθεί έως το 2001 και βρίσκονται πλέον στην περιοχή των 25 ετών και άνω, ενώ εξακολουθούν να καταγράφονται ακόμη και εννέα μηχανές με έτος εγκατάστασης πριν από τρεις δεκαετίες.
Η δεξαμενή αυτή μεγαλώνει γρήγορα. Εφόσον οι σημερινές μηχανές εξακολουθήσουν να βρίσκονται εγκατεστημένες, έως το 2029 1.154 θα έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 χρόνια και 653 τουλάχιστον 25 χρόνια. Δηλαδή, σε όρους σημερινού αριθμού μηχανών, πάνω από μία στις τρεις θα έχει περάσει την 20ετία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι 1.154 ανεμογεννήτριες θα ξηλωθούν μέχρι το 2029. Η ηλικία δεν είναι ημερομηνία λήξης. Μια μηχανή μπορεί, μετά τους απαιτούμενους τεχνικούς ελέγχους και επεμβάσεις, να συνεχίσει να λειτουργεί. Σε άλλη περίπτωση μπορεί να αντικατασταθούν βασικά εξαρτήματα ή να προχωρήσει συνολικό repowering. Οι αριθμοί, όμως, αποτυπώνουν το μέγεθος της αγοράς που περνά σταδιακά στη φάση όπου οι αποφάσεις για το τέλος του πρώτου κύκλου ζωής γίνονται όλο και συχνότερες.
Η διαφορά μεταξύ παλιάς και νέας τεχνολογίας εξηγεί και γιατί το repowering έχει οικονομικό νόημα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η μέση ισχύς των νέων ανεμογεννητριών που εγκαθίσταντο στην Ελλάδα κινούνταν γύρω στα 0,6 MW ανά μηχανή. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 είχε φθάσει τα 4,9 MW. Έτσι, πολλές μικρές ανεμογεννήτριες μιας παλαιότερης γενιάς μπορούν να δώσουν τη θέση τους σε πολύ λιγότερες νέες μηχανές, χωρίς να χάνεται η ενεργειακή αξιοποίηση του χώρου.
Γιατί δεν οδηγούμαστε σε «νεκροταφεία» ανεμογεννητριών
Η εικόνα εγκαταλελειμμένων αιολικών πάρκων, με παλιές μηχανές να παραμένουν επ’ αόριστον στο βουνό, δεν συμβαδίζει ούτε με το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο ούτε, στις περισσότερες περιπτώσεις, με την οικονομική αξία ενός ώριμου αιολικού έργου.
Όταν ένα πάρκο παύσει οριστικά να λειτουργεί, ο φορέας του υποχρεούται να αποξηλώσει τις εγκαταστάσεις και να αποκαταστήσει τον χώρο σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς του όρους. Το Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ προβλέπει μάλιστα ότι η αποκατάσταση και η ασφαλής απομάκρυνση των εγκαταστάσεων γίνεται με δαπάνες του κατόχου του έργου.
Υπάρχει όμως και η δεύτερη πλευρά. Τα παλαιότερα αιολικά πάρκα δεν είναι απλώς παλιός εξοπλισμός. Πολλά αναπτύχθηκαν σε θέσεις που είχαν επιλεγεί ακριβώς επειδή διαθέτουν καλό αιολικό δυναμικό, ενώ στο μεταξύ γύρω τους έχουν δημιουργηθεί πρόσβαση, έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης και άλλες υποδομές. Η υφιστάμενη θέση, συνεπώς, έχει προστιθέμενη αξία. Η οικονομική λογική σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι να εγκαταλειφθεί αλλά να αξιοποιηθεί εκ νέου με ισχυρότερη τεχνολογία. Αυτό έχει ήδη συμβεί στην Ελλάδα.
Η ΔΕΗ Ανανεώσιμες έχει ήδη περάσει από ολόκληρη αυτή τη διαδικασία και, λόγω της ηλικίας του χαρτοφυλακίου της, αποτέλεσε ουσιαστικά το πρώτο ελληνικό εργαστήριο μεγάλης κλίμακας για το τι συμβαίνει όταν μια γενιά αιολικών ολοκληρώνει τον πρώτο κύκλο ζωής της. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας, έχουν αποξηλωθεί 105 παλιές ανεμογεννήτριες σε 10 νησιά του Αιγαίου και της Κρήτης, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από 24 νέες ανεμογεννήτριες ίδιας συνολικής εγκατεστημένης ισχύος, αλλά νεότερης τεχνολογίας. Στα Ψαρά, για παράδειγμα, εννέα παλιές μηχανές έδωσαν τη θέση τους σε μόλις δύο νέες, με βελτιστοποιημένη παραγωγή.
Το ενδιαφέρον αυτού του case study δεν βρίσκεται μόνο στην αναλογία «105 προς 24». Βρίσκεται σε όσα χρειάστηκε να συμβούν από τη στιγμή που σταμάτησε η παλιά μηχανή μέχρι την εγκατάσταση της νέας. Στο πρώτο εκτεταμένο πρόγραμμα repowering της εταιρείας, η ίδια η αποξήλωση αποδείχθηκε σε αρκετές περιπτώσεις επιχείρηση αντίστοιχης πολυπλοκότητας με την κατασκευή ενός αιολικού πάρκου. Τα έργα ήταν διάσπαρτα σε νησιά, όπου δεν υπήρχαν παντού πιστοποιημένες εγκαταστάσεις διαχείρισης. Υλικά έπρεπε να μεταφερθούν σε άλλα νησιά ή στην ηπειρωτική χώρα, ενώ ο προγραμματισμός εξαρτιόταν από τον καιρό, τα δρομολόγια και τη διαθεσιμότητα πλοίων, ακόμη και από τη δυνατότητα ναυλώσεων. Παράλληλα απαιτούνταν εξειδικευμένα συνεργεία και εκ νέου έλεγχος της προσβασιμότητας των θέσεων, καθώς η οδοποιία είχε αλλάξει στα τριάντα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει.
Όπως τονίζουν άνθρωποι του χώρου εδώ φαίνεται η πρώτη νέα αγορά που γεννά το end-of-life, βαριά ανύψωση, εξειδικευμένες εργολαβίες, ειδικές μεταφορές, λιμενικές και ναυτιλιακές υπηρεσίες και reverse logistics. Στην ελληνική γεωγραφία, με μεγάλο αριθμό νησιωτικών και ορεινών έργων, αυτή η παράμετρος μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμη με την ίδια την τεχνολογία ανακύκλωσης.
Από τον πύργο μέχρι το θεμέλιο – Πού πηγαίνει κάθε κομμάτι
Όταν η ανεμογεννήτρια κατέβει, δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο απόβλητο. Όπως λένε άνθρωποι με γνώση του θέματος, στην πραγματικότητα «σπάει» σε διαφορετικά ρεύματα, καθένα από τα οποία έχει δική του αξία και διαφορετικό τελικό προορισμό.
Ο πύργος είναι το πιο εύκολο κομμάτι. Οι σύγχρονοι μεταλλικοί πύργοι αποτελούνται σε ποσοστό άνω του 95% από χάλυβα, ένα υλικό με καθιερωμένη διεθνή αγορά scrap και υψηλή ανακυκλωσιμότητα. Η ίδια η ΔΕΗ Ανανεώσιμες αναφέρει ότι στο πρόγραμμα repowering οι πυλώνες που αποξηλώθηκαν οδηγήθηκαν σε πλήρη ανακύκλωση.
Η άτρακτος ή νασέλα κρύβει μια πιο σύνθετη μικρή βιομηχανία μέσα της: γεννήτρια, κιβώτιο ταχυτήτων όπου υπάρχει, άξονες και πολλά μεταλλικά εξαρτήματα. Εκεί δεν είναι πάντοτε πρώτη επιλογή η τήξη του μετάλλου. Στην εμπειρία της ΔΕΗ Ανανεώσιμες, μέρος του παλαιού εξοπλισμού διοχετεύθηκε στη δευτερογενή αγορά στο εξωτερικό, είτε για να επαναλειτουργήσει μετά από ανακατασκευή είτε για να χρησιμοποιηθεί ως πηγή ανταλλακτικών. Εξαρτήματα όπως κιβώτια, γεννήτριες και άξονες μπορούν να αποκτήσουν δεύτερη εμπορική ζωή εφόσον παραμένουν τεχνικά αξιοποιήσιμα.
Αυτή η διαδρομή είναι σημαντική, γιατί στην κυκλική οικονομία η επαναχρησιμοποίηση βρίσκεται ψηλότερα από την απλή ανάκτηση του υλικού. Ένα λειτουργικό εξάρτημα που συνεχίζει να χρησιμοποιείται κρατά περισσότερη από την αρχική του οικονομική αξία από ό,τι αν λιώσει απλώς για να επιστρέψει ως μέταλλο.
Στα καλώδια και στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, η αξία βρίσκεται κυρίως στα μέταλλα. Χαλκός και αλουμίνιο έχουν ώριμες αγορές ανακύκλωσης, ενώ πίνακες και μετασχηματιστές χρειάζονται διαχωρισμό και εξειδικευμένη διαχείριση. Στο πρόγραμμα της ΔΕΗ, καλώδια, πίνακες και μετασχηματιστές περιλαμβάνονται στα υλικά που η εταιρεία αναφέρει ότι ανακυκλώθηκαν πλήρως.
Και η διαδικασία δεν σταματά εκεί που τελειώνει ο μεταλλικός πύργος. Οι βάσεις από οπλισμένο σκυρόδεμα επίσης αποξηλώθηκαν. Στην περίπτωση της ΔΕΗ, το σκυρόδεμα διαχωρίστηκε από τον μεταλλικό οπλισμό, τα δύο υλικά απομακρύνθηκαν για κατάλληλη διαχείριση και ανακύκλωση και στη συνέχεια τα σκάμματα γεμίστηκαν με υλικό από τη γύρω περιοχή, ώστε οι παλαιές πλατείες εγκατάστασης να αποκατασταθούν.
Η αντίστροφη αλυσίδα αξίας μιας παλιάς ανεμογεννήτριας αρχίζει ήδη να ξεχωρίζει: μεταχειρισμένος εξοπλισμός και ανταλλακτικά προς τη δευτερογενή αγορά, χάλυβας και άλλα μέταλλα προς ανακύκλωση, χαλκός και αλουμίνιο προς ανάκτηση, σκυρόδεμα και οπλισμός προς ξεχωριστή διαχείριση και, στο τέλος, τα σύνθετα υλικά των πτερυγίων προς την πιο δύσκολη διαδρομή.
Το τελευταίο 10%-15% και το πρόβλημα των πτερυγίων
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό τεχνολογικό και οικονομικό κενό. Σήμερα περίπου 85%-90% της μάζας μιας ανεμογεννήτριας μπορεί να ανακυκλωθεί με ήδη καθιερωμένες πρακτικές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί το εύρος στο 80%-95%, σημειώνοντας ότι η μεγαλύτερη δυσκολία αφορά τα πτερύγια, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου 15% της μάζας και αποτελούνται από ενισχυτικές ίνες δεμένες με πολυμερή μήτρα.
Το πτερύγιο είναι, με άλλα λόγια, εξαιρετικό προϊόν όσο βρίσκεται πάνω στην ανεμογεννήτρια και δύσκολο προϊόν όταν κατέβει από αυτήν. Οι ίνες γυαλιού ή άνθρακα και οι ρητίνες έχουν σχεδιαστεί ώστε να μην αποχωρίζονται εύκολα. Αυτή η αντοχή είναι που του επιτρέπει να λειτουργεί επί δεκαετίες, αλλά είναι και το εμπόδιο στην ανακύκλωσή του.
Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη διαδρομή νόμιμης διαχείρισης. Παλιά πτερύγια παραλαμβάνονται από αδειοδοτημένες εταιρείες, κόβονται σε κατάλληλες εγκαταστάσεις και μπορούν στη συνέχεια να οδηγηθούν σε ενεργειακή αξιοποίηση, για παράδειγμα μέσω της τσιμεντοβιομηχανίας. Η ΕΛΕΤΑΕΝ έχει δημοσιεύσει ακόμη και παραδείγματα πιστοποιητικών που εκδίδονται για τη νόμιμη διαχείριση παροπλισμένων πτερυγίων.
Στην εμπειρία της πρώτης μεγάλης ελληνικής απόσυρσης, πιστοποιημένες εταιρείες παραλάμβαναν πτερύγια, τα θρυμματίζουν σε λεπτότερο υλικό και το διοχέτευαν στην τσιμεντοβιομηχανία. Αυτή είναι σήμερα μια από τις πιο ώριμες διεθνείς λύσεις: η οργανική ρητίνη μπορεί να συνεισφέρει ενεργειακά στη διεργασία, ενώ μέρος των ανόργανων συστατικών μπορεί να ενσωματωθεί στην παραγωγή τσιμέντου. Η διαχείριση ή η συνεπεξεργασία δεν ισοδυναμεί με κλειστό κύκλο ανακύκλωσης. Οι αρχικές ίνες δεν επιστρέφουν απαραίτητα στην αγορά με την ίδια ποιότητα ώστε να γίνουν καινούργιο πτερύγιο. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα αξίας που προσπαθεί σήμερα να λύσει η βιομηχανία.
Η μηχανική άλεση και η συνεπεξεργασία είναι ώριμες και σχετικά χαμηλού κόστους, όμως η ΕΛΕΤΑΕΝ επισημαίνει ότι οδηγούν σε σημαντική απώλεια της αξίας του αρχικού υλικού. Αντίθετα, διαδικασίες όπως η πυρόλυση και ο χημικός διαχωρισμός μπορούν να ανακτήσουν υψηλότερης ποιότητας υλικά, αλλά είναι πιο ακριβές ή βρίσκονται ακόμη στη διαδρομή προς τη μαζική βιομηχανική εφαρμογή.
Υπάρχει και μία άλλη διαδρομή που δεν χρειάζεται να διαλύσει το σύνθετο υλικό, να διατηρήσει το ίδιο το πτερύγιο και να του αλλάξει χρήση. Το upcycling έχει ισχυρό συμβολισμό και κρατά το υλικό εκτός ρεύματος αποβλήτων για περισσότερο χρόνο. Δεν αποτελεί όμως λύση για τη βιομηχανική κλίμακα που έρχεται. Δεν μπορούν δεκάδες χιλιάδες τόνοι σύνθετων υλικών να μετατραπούν όλοι σε παγκάκια, τραπέζια και στάσεις λεωφορείων. Η επαναχρησιμοποίηση είναι ένα κομμάτι της λύσης, όχι ολόκληρη η απάντηση.
Το κενό δεν είναι η νομιμότητα – Είναι η κλίμακα και η οργάνωση
Πάντως, η χώρα δεν στερείται νόμιμης οδού διαχείρισης. Υπάρχουν αδειοδοτημένες επιχειρήσεις, υπάρχουν ώριμες αλυσίδες για μέταλλα και αδρανή, υπάρχει εμπειρία αποξήλωσης, δευτερογενής αγορά εξοπλισμού και υπάρχει ήδη διαδρομή διαχείρισης για τα πτερύγια.
Αυτό που δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί σε αντίστοιχη κλίμακα είναι ένας ενιαίος, ορατός μηχανισμός που να μετατρέπει την αυξανόμενη ροή παλαιού αιολικού εξοπλισμού σε σταθερή βιομηχανική αγορά.
Ο ίδιος ο δημόσιος κατάλογος των Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης του ΕΟΑΝ περιλαμβάνει διακριτά ρεύματα για συσκευασίες, λιπαντικά έλαια, ελαστικά, μπαταρίες, οχήματα τέλους ζωής, ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό και απόβλητα εκσκαφών και κατεδαφίσεων. Ξεχωριστό ρεύμα για πτερύγια ανεμογεννητριών ή για σύνθετα υλικά δεν εμφανίζεται.
Ήδη από το 2022 η ΕΛΕΤΑΕΝ είχε θέσει την ανάγκη συνεργασίας Πολιτείας, επιχειρήσεων και κοινωνίας ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί οικονομικά αποτελεσματικά ένα σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης ανεμογεννητριών. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα τώρα που το ηλικιακό προφίλ του στόλου μεταβάλλεται.
Παράλληλα, δεν υπάρχει σήμερα εύκολα προσβάσιμη, συγκεντρωμένη δημόσια αποτύπωση που να απαντά με μία ματιά σε κρίσιμα ερωτήματα: πόσα πτερύγια και πόσοι τόνοι composites αποσύρονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, πόσα επαναχρησιμοποιούνται, πόσα πηγαίνουν σε συνεπεξεργασία, πόσα εξάγονται, ποιο είναι το κόστος ανά τόνο και ποια δυναμικότητα μπορεί να απορροφήσει η εγχώρια αγορά. Χωρίς αυτή την ορατότητα είναι δυσκολότερο και για έναν επενδυτή να γνωρίζει εάν υπάρχει επαρκής και σταθερή «πρώτη ύλη» για μια νέα εξειδικευμένη εγκατάσταση.
Από 300 έως 780 ευρώ ο τόνος – Γιατί η οικονομία έχει σημασία
Η οικονομική εξίσωση των πτερυγίων δείχνει γιατί η αγορά χρειάζεται κλίμακα. Πρόσφατη ευρωπαϊκή τεχνοοικονομική μελέτη υπολογίζει για το 2030 ενδεικτικό κόστος περίπου 305-344 ευρώ ανά τόνο πτερυγίου για δύο διαδρομές συνεπεξεργασίας στην τσιμεντοβιομηχανία, μαζί με μέση μηχανική προεπεξεργασία και μεταφορά. Για πιο προηγμένη διαδρομή πυρόλυσης, το αντίστοιχο μέγεθος ανεβαίνει περίπου στα 780 ευρώ ανά τόνο. Πρόκειται για ευρωπαϊκά μοντέλα και όχι για ελληνικό τιμοκατάλογο, αλλά αποτυπώνουν τη διαφορά μεταξύ μιας ώριμης λύσης ανάκτησης και μιας τεχνολογίας που προσπαθεί να διατηρήσει μεγαλύτερο μέρος της αξίας του αρχικού υλικού.
Στην Ελλάδα ο παράγοντας μεταφορά μπορεί να είναι ακόμη πιο καθοριστικός. Ένα πτερύγιο είναι πολύ μεγάλο σε όγκο σε σχέση με το βάρος του και βρίσκεται συχνά σε απομακρυσμένη κορυφογραμμή ή νησί. Πριν φτάσει σε οποιαδήποτε μονάδα πρέπει να κατέβει με γερανό, να κοπεί ή να προσαρμοστεί σε μεταφέρσιμες διαστάσεις, να βγει από το βουνό, να περάσει πιθανόν από λιμάνι και να φτάσει σε εγκατάσταση επεξεργασίας. Το κόστος της ανακύκλωσης, επομένως, αρχίζει πολύ πριν την πόρτα του εργοστασίου, λένε πηγές της αγοράς.
Πώς μοιάζει μια πραγματική βιομηχανία πτερυγίων
Η Ισπανία δίνει μια εικόνα για το πώς μπορεί αυτή η αγορά να μετακινηθεί από τη διαχείριση μεμονωμένων φορτίων σε βιομηχανική κλίμακα. Το 2025 οι Iberdrola και FCC εγκαινίασαν στη Ναβάρα την EnergyLOOP, μονάδα ειδικά σχεδιασμένη για πτερύγια, με επένδυση περίπου 10 εκατ. ευρώ, δυναμικότητα έως 10.000 τόνους τον χρόνο και εκτίμηση για περίπου 100 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας σε βάθος δεκαετίας. Η ίδια η μονάδα περιγράφει μια αλυσίδα έξι σταδίων: τεχνικός προγραμματισμός στο αιολικό πάρκο, πιστοποιημένα logistics για υπερμεγέθη φορτία, κοπή και ταξινόμηση, βιομηχανική επεξεργασία, διαχωρισμός ινών και διάθεση των ανακτημένων υλικών σε νέες αγορές, με πλήρη ιχνηλασιμότητα.
Η Ευρώπη ανεβάζει τον πήχη
Η πίεση προς αυτή την κατεύθυνση θα αυξάνεται. Η WindEurope υπολογίζει ότι από τα περίπου 290 GW αιολικής ισχύος στην Ευρώπη, περίπου 80 GW θα έχουν φθάσει έως το 2030 στο θεωρητικό τέλος της αρχικής λειτουργικής ζωής τους. Πολλά θα συνεχίσουν να λειτουργούν, αλλά ο ετήσιος όγκος υλικού από αποσυρόμενα πτερύγια εκτιμάται ότι θα ανέλθει περίπου στους 55.000 τόνους το 2030.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά παράλληλα ότι τα σύνθετα απόβλητα από παροπλισμένα πτερύγια μπορεί να φθάσουν περίπου τους 400.000 τόνους έως το 2040. Από τις 30 Ιουνίου 2026, στις δημόσιες προμήθειες που εμπίπτουν στο σχετικό πεδίο του Net-Zero Industry Act, τα πτερύγια πρέπει να εμφανίζουν τουλάχιστον 70% ανακυκλωσιμότητα κατά βάρος.
Η κατεύθυνση είναι σαφής: η συζήτηση μετατοπίζεται από το «πού θα πετάξουμε το πτερύγιο» στο «πόση από την αξία του θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε».
Διαβάστε ακόμη
