Τι κοινό χαρακτηριστικό έχει η πετρελαϊκή κρίση του 1970 -όταν ο άνθρακας ήταν το κυρίαρχο καύσιμο και οι τιμές στις αγορές ρεύματος της Ευρώπης ορίζονταν διοικητικά, καθώς δεν υπήρχαν χρηματιστήρια ενέργειας αλλά κρατικά μονοπώλια- με την κρίση του 2022 που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με τις ΑΠΕ έχουν πάρει το «πάνω χέρι» στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής και τις τιμές ρεύματος στις απελευθερωμένες αγορές ηλεκτρισμού να καθορίζονται από το Target Model; Ότι και στις δυο περιπτώσεις, παρά τις τεράστιες διαφορές στη δομή της αγοράς ηλεκτρισμού, το κυρίαρχο καύσιμο στην ηλεκτροπαραγωγή και το «οριακό καύσιμο», αυτό δηλαδή που καθορίζει την τιμή των υπόλοιπων τεχνολογιών, εντέλει είναι τα ορυκτά καύσιμα που «δίνουν τον τόνο» στις τιμές ηλεκτρισμού. Με άλλα λόγια, αυτός ο «ανίερος» δεσμός -που επανήλθε στο προσκήνιο του δημόσιου ενεργειακού διαλόγου στην Ευρώπη το τελευταίο διάστημα με φόντο την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή- έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να κοπεί, παρά τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες.
Αυτό είναι το συμπέρασμα νέας μελέτης του Ινστιτούτου Ενεργειακών Σπουδών της Οξφόρδης (Oxford Institute of Energy Studies- OIES) που «φωτίζει» ένα εύρημα, το οποίο, αν και γνωστό στη θεωρία, εντούτοις εν πολλοίς αγνοείται στη δημόσια συζήτηση για τη μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας: Το ότι η διαρθρωτική εξάρτηση των τιμών ρεύματος από τις τιμές των ορυκτών καυσίμων, είτε πρόκειται για πετρέλαιο είτε για φυσικό αέριο, δεν μειώθηκε ούτε με την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών αγορών, ούτε με τη μαζική ανάπτυξη ΑΠΕ.
Η μελέτη εξετάζει τις πέντε μεγαλύτερες κρίσεις τιμών των τελευταίων 50 ετών:
- Την κρίση που προκλήθηκε από το εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου των αραβικών χωρών το 1973 ως απάντηση στη στήριξη της Ευρώπης στο Ισραήλ στον πόλεμο του Yom Kippur.
- Το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ της περιόδου 1979-1980, μετά την ιρανική επανάσταση -που αφαίρεσε την παραγωγή του Ιράν που ήταν τότε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μαύρου χρυσού στον κόσμο- και το ξέσπασμα του πολέμου Ιράν-Ιράκ,
- Την έκρηξη των τιμών των ορυκτών καυσίμων και το σοκ που έφερε η έναρξη της τιμολόγησης του άνθρακα την περίοδο 2005-2008
- Το ράλι των τιμών το 2021 εξαιτίας της «στενότητας» στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου μετά την άρση των περιορισμών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και την επιστροφή της οικονομικής δραστηριότητας στην κανονικότητα
- Το ενεργειακό σοκ του 2022-2023 λόγω της εισβολής της Ρωσίας στη Ουκρανία.
Η μελέτη δείχνει ότι σε κάθε περίπτωση, η κρίση ξεκίνησε έξω από την αγορά του ηλεκτρισμού, πλην όμως μεταδόθηκε στις τιμές ρεύματος σε όλες τις κρίσεις έστω και με διαφορετικό τρόπο: Στις πρώτες περιπτώσεις, μέσω διοικητικά καθοριζόμενων αυξήσεων στα τιμολόγια -που αντανακλούσαν σε ένα βαθμό το αυξημένο κόστος παραγωγής των μεγάλων κρατικών μονοπωλίων της εποχής- και στη συνέχεια, με την απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρισμού της Ευρώπης , τη δημιουργία των Χρηματιστηρίων Ενέργειας και την εισαγωγή του Target Model, οι επιπτώσεις μεταφέρονταν αστραπιαία στις τιμές, όπως έγινε σαφές κατά την τελευταία κρίση της περιόδου 2022-2023. Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η απελευθέρωση άλλαξε την φύση του μηχανισμού μετάδοσης (των αυξήσεων στα ορυκτά καύσιμα στις τιμές ρεύματος), χωρίς να αντιμετωπίσει την εξάρτηση των δυο. Οι τιμές ρεύματος ανταποκρίνονταν στις αυξήσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων (του φυσικού αερίου εν προκειμένω) πιο γρήγορα και πιο εμφανώς και ο κίνδυνος μετακυλίστηκε από τους ενεργειακούς ομίλους (που προ της απελευθέρωσης των αγορών συχνά υποχρεώνονταν από τις κυβερνήσεις να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος) στους τελικούς καταναλωτές. «Δημιουργήθηκαν μεν νέα εργαλεία αντιστάθμισης, από τις προθεσμιακές αγορές έως τα PPAs, όμως η θεμελιώδης διασύνδεση με τις τιμές των ορυκτών καυσίμων παρέμεινε αλώβητη, κάτι ιδιαίτερα προβληματικό με δεδομένη και την γεωπολιτική διάσταση πολλών κρίσεων που συχνά «απενεργοποιεί» τα όποια εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου», αναφέρει ο αναλυτής του OIES Rahmat Poudineh. Οι δε αλλεπάλληλες ενεργειακές μεταβάσεις δεν έσπασαν τον κύκλο, αλλά τον αναπαρήγαγαν σε νέες μορφές: Η απομάκρυνση από το πετρέλαιο δημιούργησε εξάρτηση από το φυσικό αέριο, η οποία εντάθηκε με την επιταχυνόμενη απανθρακοποίηση. Η δε διείσδυση των ΑΠΕ κατέστησε το φυσικό αέριο κρίσιμο ρυθμιστικό παράγοντα για την κάλυψη της ζήτησης για ρεύμα σε περιόδους αιχμής και για την ευστάθεια των ηλεκτρικών συστημάτων, διασφαλίζοντας τη διατήρηση αυτού του δεσμού. Εν κατακλείδι, κάθε απάντηση μεταφέρει τους σπόρους της επόμενης κρίσης. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο σχεδιασμός ενός ηλεκτρικού συστήματος που να μην είναι «εθισμένο» στα ορυκτά καύσιμα απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στην παράμετρο της συστημικής ανθεκτικότητας, στην ανάπτυξη ευέλικτων πόρων που να μην σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα, όπως τις μπαταρίες, την αντλησιοταμίευση και τα πυρηνικά και στην ανάπτυξη αποτελεσματικών εργαλείων για την μακροπρόθεσμη προμήθεια ηλεκτρισμού, ώστε να μειωθεί η έκθεση στην βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των ορυκτών καυσίμων.
Ο κομβικός ρόλος του συστήματος οριακής τιμολόγησης
Το κεντρικό μήνυμα της μελέτης είναι το εξής: Υπό το σύστημα οριακής τιμολόγησης που διέπει τόσο τα ρυθμιζόμενα συστήματα της δεκαετίας του 1970 όσο και τις σημερινές απελευθερωμένες χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρισμού — η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από το βραχυχρόνιο οριακό κόστος της ακριβότερης μονάδας παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από το ποιο καύσιμο κυριαρχεί στο μείγμα παραγωγής, είναι το καύσιμο που βρίσκεται στο «περιθώριο» — δηλαδή στο τέλος της σειράς εισαγωγής των μονάδων στο σύστημα — που ρυθμίζει τη δυναμική των τιμών.
Η παραδοχή αυτή ερμηνεύει εν πολλοίς αυτό που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση με παράδοξο: Το 1973, ο άνθρακας και η υδροηλεκτρική ενέργεια κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής, αλλά ήταν το πετρέλαιο που καθόριζε τις τιμές, επειδή οι μονάδες πετρελαίου βρίσκονταν στην οριακή θέση. Κατά τρόπο αντίστοιχο, το 2022 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυπταν σχεδόν το 39% της παραγωγής ηλεκτρισμού στην ΕΕ, αλλά οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούσαν να καθορίζουν τη χονδρική τιμή στο 55% των ωρών συναλλαγών. Η κυριαρχία μιας τεχνολογίας στο μείγμα παραγωγής είναι, από πλευράς τιμολόγησης, σε μεγάλο βαθμό άνευ σημασίας εφόσον μια τεχνολογία που σχετίζεται με τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθεί να κατέχει τη θέση του οριακού παραγωγού.
Τι άλλαξε — και τι όχι — με την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών αγορών
Η μετάβαση από τα ρυθμιζόμενα μονοπώλια στις ανταγωνιστικές χονδρεμπορικές αγορές μετέβαλε ριζικά τον χαρακτήρα μετάδοσης των τιμών, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίσει τη βαθύτερη δομική εξάρτηση. Πριν από την απελευθέρωση, οι αυξήσεις μεταφέρονταν στους καταναλωτές μέσα από διοικητικά εγκεκριμένες αναπροσαρμογές τιμολογίων — μια διαδικασία αργή με έντονη την παρουσία της πολιτικής διαμεσολάβησης: Στη Μ. Βρετανία, για παράδειγμα, μετά το πετρελαϊκό σοκ του 1973, οι οικιακές τιμές ρεύματος αυξήθηκαν κατά 86% μεταξύ Μαρτίου 1974 και Ιουνίου 1975, αλλά η αύξηση αυτή εγκρίθηκε μέσω Επιτροπής Τιμών, όχι μέσω αγοράς.
Μετά την απελευθέρωση, η μετάδοση έγινε άμεση: μια αύξηση στην τιμή του φυσικού αερίου το απόγευμα της Τρίτης αντικατοπτρίζεται σε πλείστες περιπτώσεις στη spot τιμή ηλεκτρισμού μέχρι το πρωί της Τετάρτης. Η ταχύτητα αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό του σχεδιασμού της αγοράς, ώστε να εκπέμπει ακριβή σήματα τιμών που υποτίθεται ότι κινητοποιούν τις επενδύσεις και τη ζήτηση των τελικών καταναλωτών (demand response). Αλλά η ίδια αμεσότητα σημαίνει ότι τα σοκ καυσίμων μεταδίδονται με εμβέλεια και ταχύτητα που το ρυθμιζόμενο σύστημα δομικά απέτρεπε.
Η μελέτη τονίζει ωστόσο ότι αυτό δεν σημαίνει πως η απελευθέρωση μεγέθυνε τα σοκ τιμών. Το ότι οι αυξήσεις ήταν διοικητικά καθορισμένες δεν εξαφάνιζε το κόστος, απλώς το απορροφούσαν οι ισολογισμοί των δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, επιχορηγούνταν από τις κυβερνήσεις και τελικά ανακτώνταν μέσω μεταγενέστερων τιμολογιακών αυξήσεων και γενικής φορολογίας. Η ρύθμιση δημιουργούσε καθυστέρηση στη μετάδοση των τιμών, όχι «ασυλία» στις υποκείμενες αυξήσεις κόστους. Ταυτόχρονα, η απελευθέρωση προσέφερε εργαλεία διαχείρισης κινδύνου, προθεσμιακά συμβόλαια, μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, διασυνοριακό εμπόριο που δεν υπήρχαν στο ρυθμιζόμενο σύστημα, αν και η κρίση του 2021–22 απέδειξε ότι αυτά τα εργαλεία μπορεί να αποδειχθούν ανεπαρκή ενώπιον ενεργειακών κρίσεων με γεωπολιτικό «πρόσημο».
Το παράδοξο των ΑΠΕ
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διαπίστωση της μελέτης αφορά τη σχέση μεταξύ ανάπτυξης ΑΠΕ και αστάθειας τιμών. Η περίοδος με την υψηλότερη διείσδυση ΑΠΕ στην ιστορία του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος το 2022 συνέδεσε με το μεγαλύτερο σοκ τιμών που έχει καταγραφεί ποτέ ιστορικά.
Ο μηχανισμός λειτουργεί ως εξής: καθώς αυξάνεται η ανανεώσιμη παραγωγή, εκτοπίζει μονάδες υψηλότερου μεταβλητού κόστους από τη σειρά εισαγωγής στο σύστημα αυτό είναι το γνωστό «merit-order effect» που μειώνει τις μέσες τιμές. Αλλά παράλληλα, η ζήτηση που δεν μπορούν να καλύψουν οι ΑΠΕ (το λεγόμενο υπολειπόμενο φορτίο) συγκεντρώνεται σε λιγότερες αλλά πιο ακραίες ώρες, χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ, υψηλής ζήτησης ή και των δύο ταυτόχρονα. Οι μονάδες φυσικού αερίου, που πλέον καλούνται μόνο για να εξυπηρετήσουν αυτό το υπολειπόμενο φορτίο, μετατοπίζονται από τις τελευταίες θέσεις της σειράς εισαγωγής προς την κορυφή. Οι ώρες λειτουργίας τους μειώνονται μεν. αλλά ο ρόλος τους ως διαμορφωτές τιμής στις ώρες που λειτουργούν γίνεται πιο κρίσιμος.
Το αποτέλεσμα είναι μια ασύμμετρη κατανομή τιμών: περισσότερες ώρες σε πολύ χαμηλές τιμές όταν οι ΑΠΕ αφθονούν, και μια μικρότερη αλλά ολοένα πιο ακραία «σειρά» υψηλών τιμών σε συνθήκες πίεσης. Οι μέσες τιμές πέφτουν· η σφοδρότητα των ακραίων αιχμών αυξάνεται. Η μελέτη διευκρινίζει ότι αυτό δεν αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό συστημάτων υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ, αλλά κίνδυνο που αντιμετωπίζουν συστήματα στα οποία η ανάπτυξη ΑΠΕ προηγήθηκε της ανάπτυξης των ευέλικτων πόρων που απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί η έντονη μεταβλητότητα της ανανεώσιμης παραγωγής: Στο πλαίσιο αυτό, είναι αξιοσημείωτο ότι τα συστήματα των Σκανδιναβικών χωρών -όπου η υψηλή υδροηλεκτρική παραγωγή έχει αυτόν ακριβώς τον εξισορροπητικό ρόλο- έχουν ιστορικά δείξει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε κρίσεις τιμών.
Ο κύκλος μιας επικίνδυνης εξάρτησης “παντός καιρού”
Η ανάλυση αναδεικνύει ένα μοτίβο που εκτείνεται σε πέντε δεκαετίες: κάθε σοκ τιμών πυροδοτεί μια πολιτική αντίδραση που στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης από το καύσιμο που προκάλεσε την κρίση — αλλά το υποκατάστατο καύσιμο ή τεχνολογία καταλαμβάνει αναπόφευκτα μια διαφορετική θέση στο ενεργειακό σύστημα και δημιουργεί νέα μορφή ευπάθειας. Οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 επιτάχυναν την πυρηνική επέκταση και την αναβίωση του άνθρακα. Η μετάβαση μακριά από τον άνθρακα στη συνέχεια βάθυνε την εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Η ανάπτυξη ΑΠΕ δεν εξάλειψε αυτή την εξάρτηση αλλά μετέτρεψε τον χαρακτήρα της, καθιστώντας το αέριο τον κρίσιμο πάροχο ευελιξίας.
Η γεωπολιτική διάσταση αυτού του κύκλου εντάθηκε σε κάθε επανάληψη. Τα πετρελαϊκά σοκ του 1973 και 1979 ήταν γεωπολιτικής προέλευσης αλλά έλαβαν χώρα στο κάδρο μιας παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου με βάθος, με πολλαπλούς προμηθευτές και στρατηγικά αποθέματα. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή κρίση αερίου του 2022 αποκάλυψε μια πολύ πιο ευάλωτη αγορά, στην οποία η εξάρτηση ητς Ευρώπης από έναν μόνο προμηθευτή -τη Ρωσία- είχε βαθύνει επί δεκαετίες. Πριν από την εισβολή, το ρωσικό αέριο κάλυπτε περίπου το 40% της κατανάλωσης αερίου της ΕΕ. Εκεί που η διαταραχή του εφοδιασμού αποτύπωσε μια ηθελημένη στρατηγική απόφαση, τα τυπικά εργαλεία διαχείρισης κινδύνου αγοράς αποδείχθηκαν ανεπαρκή.
Τα διδάγματα που προκύπτουν
Το βασικό συμπέρασμα που εξάγεται από τη μελέτη είναι ότι η ανάπτυξη ΑΠΕ και η σταθερότητα της αγοράς ηλεκτρισμού δεν είναι ούτε τόσο αυτονόητες, ούτε τόσο αλληλένδετες έννοιες όσο υποθέτει το κυρίαρχο αφήγημα της ενεργειακής μετάβασης. Η επίτευξη και των δύο ταυτόχρονα απαιτεί όχι απλώς αύξηση της δυναμικότητας των καθαρών πηγών ενέργειας, αλλά παράλληλη επένδυση σε σταθερές τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, αποθήκευση μεγάλης διάρκειας, ευελιξία ζήτησης, πυρηνική ενέργεια που μπορούν να αντικαταστήσουν τις μονάδες φυσικού αερίου ως κυρίαρχη πηγή ευελιξίας.
Την ίδια στιγμή, οι μεταρρυθμίσεις που εστιάζουν αποκλειστικά στον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρισμού (αλλαγές στις δημοπρασίες, σύζευξη αγορών, διαχείριση συμφορήσεων) δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή τη θεμελιώδη πηγή της μεταβλητότητας των τιμών, που εντοπίζεται σε ένα διαφορετικό πεδίο, σε αυτό της γεωπολιτικής και των πρωτογενών αγορών ορυκτών καυσίμων. Ο σχεδιασμός της αγοράς παραμένει σημαντικός , καθώς καθορίζει πώς μεταδίδονται τα σοκ, σε ποιον και με ποια ταχύτητα. Αλλά η επίτευξη σταθερών τιμών μέσω μόνο της μεταρρύθμισης της αγοράς ηλεκτρισμού δεν φαντάζει ως ρεαλιστικός στόχος, με βάση και την εμπειρία του παρελθόντος.
Η μεγαλύτερη ίσως συνεισφορά της ανάλυσης είναι ότι αναδεικνύει την φύση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής που λειτουργεί πυροσβεστικά και όχι προληπτικά: κάθε αντίδραση προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις παρενέργειες της τελευταίας κρίσης αντί να χτίσει «τείχη» για την αναχαίτιση της επόμενης κρίσης με την αντιμετώπιση των δομικών ευπαθειών του συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, μια στρατηγική μετάβασης με κεντρικό στόχο την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα θα είχε ουσιώδεις διαφορές από την κεντρική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής σήμερα. Και τούτο διότι θα αντιμετώπιζε το φυσικό αέριο ως μεταβατικό καύσιμο με καθορισμένο και φθίνοντα ρόλο και θα έδινε προτεραιότητα στη διαφοροποίηση τεχνολογιών και προμηθευτών ως επένδυση στην ανθεκτικότητα του συστήματος. Και το κυριότερο ; Θα τοποθετούσε τη διαφοροποίηση των πηγών ευελιξίας στο επίκεντρο του σχεδιασμού και όχι μόνο την ανάπτυξη ΑΠΕ και την σταθεροποίηση των τιμών υπό κανονικές συνθήκες (που κάθε άλλο παρά εγγυημένες είναι…) που μέχρι σήμερα κυριαρχούν στη συζήτηση περί των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στην αρχιτεκτονική της αγοράς ενέργειας της ΕΕ.
Διαβάστε ακόμη
