Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρούνται αυξανόμενες επιθέσεις στο βασικό εργαλείο κλιματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης: To Σύστημα Εμπορίας Eκπομπών CO2 της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ETS) αναδεικνύεται σε ένα μεγάλο «μέτωπο» συζητήσεων για τα κράτη – μέλη της ΕΕ. Η συζήτηση «φούντωσε» μετά από τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση της Ιταλίας για αφαίρεση του εν λόγω κόστους από τις τιμές που διαμορφώνονται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Η Ιταλία και μια σειρά χωρών από την Ανατολική Ευρώπη (Ουγγαρία, Σλοβακία, Πολωνία) έχουν ταχθεί υπέρ της αναστολής ή της ευρείας αναμόρφωσης του ETS, θέση που προωθεί και η ενεργοβόρος βιομηχανία της Ευρώπης. Στον αντίποδα, άλλες χώρες και οι εταιρείες που βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας έχουν ταχθεί υπέρ της διατήρησής του με κάποιες προσαρμογές, θέση που φαίνεται να υιοθετεί και η Κομισιόν όπως αποτυπώνεται σε σχετική δήλωση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: «χωρίς το ETS θα καταναλώναμε 100 κυβικά μέτρα φυσικό αέριο παραπάνω από ότι τώρα, καθιστώντας την ΕΕ πιο ευάλωτη και πιο εξαρτημένη (σ.σ. από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα).
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ανάλυση του Bruegel λίγες ημέρες πριν το ζήτημα αυτό και πάλι στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής της ΕΕ στις 19-20 Μαρτίου στις Βρυξέλλες. Όπως τονίζει το Ινστιτούτο, η αποδυνάμωση του ETS που έχει αποφέρει στην ΕΕ έσοδα άνω των 258 δισ. ευρώ όχι μόνο δεν θα σώσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία αλλά αντίθετα, θα αποτελέσει πλήγμα τόσο για τη δημοσιονομική σταθερότητα όσο και για τη μακροπρόθεσμη οικονομική της ανθεκτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει ότι αν και είναι δυνατές ορισμένες προσαρμογές, η ενίσχυση του ETS απαιτεί κυρίως τη στρατηγική αξιοποίηση των δισεκατομμυρίων ευρώ που παράγει, ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική ευημερία της Ευρώπης.
Πέντε λόγοι για τους οποίους η ΕΕ δεν πρέπει να «κάνει πίσω»
- Λύση και όχι η αιτία το ETS για τη μεταβλητότητα των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας: Η συζήτηση συχνά ξεκινά από την υπόθεση ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη βρίσκονται ακόμη σε επίπεδα κρίσης, στην πραγματικότητα, όμως, λέει το Bruegel, οι τιμές έχουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί στα προ κρίσης επίπεδα, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αύξηση που προκάλεσαν οι ενέργειες των ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Στο πλαίσιο αυτό τονίζει η ανάλυση, το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται όχι από το ETS αλλά από το φυσικό αέριο που αποτελεί και το βασικό παράγοντα καθορισμού των οριακών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Υπογραμμίζει, δε, ότι η αποδυνάμωση του ETS θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη στο σύστημα, θα αποθάρρυνε τις ιδιωτικές επενδύσεις και θα παρέτεινε την εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο. Όπως σημειώνει, ο μόνος βιώσιμος τρόπος για να μειωθούν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είναι να μειωθούν οι ώρες κατά τις οποίες το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή μέσω της ανάπτυξης των ΑΠΕ.
- Επιβράβευση όσων αντιστάθηκαν στην πράσινη μετάβαση: Εστιάζοντας στο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, το Βruegel υπογραμμίζει πως στην ουσία απειλείται, όχι από την τιμολόγηση του άνθρακα, αλλά από μια ευρύτερη αποτυχία διαχείρισης της τεχνολογικής μετάβασης. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει πως αν οι πολιτικοί αναστρέψουν την πορεία του ETS, θα τιμωρήσουν ουσιαστικά τις εταιρείες που επένδυσαν νωρίς στην απανθρακοποίηση και θα ανταμείψουν εκείνες που αντιστάθηκαν στην αλλαγή. Όπως επισημαίνει, αν οι επιχειρήσεις πιστέψουν ότι η πολιτική πίεση μπορεί απλώς να «σβήσει» το κόστος του άνθρακα, θα σταματήσουν να επενδύουν σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών.
- Το κρυφό δημοσιονομικό κόστος της αποδυνάμωσης της τιμής του άνθρακα: Η αποδυνάμωση του ETS θα επιφέρει δύο δημοσιονομικές επιβαρύνσεις που οι υποστηρικτές της φαίνεται να παραβλέπουν λέει το Bruegel: Πρώτον, θα μειώσει άμεσα τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών που οι χώρες της ΕΕ μπορούν να χρησιμοποιήσουν για τη χρηματοδότηση της βιομηχανικής μετάβασης και της κοινωνικής στήριξης. Δεύτερον, πολλά έργα ΑΠΕ υποστηρίζονται μέσω συμβολαίων τύπου «contracts for difference». Μια χαμηλότερη τιμή άνθρακα συχνά μειώνει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας βραχυπρόθεσμα, γεγονός που αυξάνει το κενό επιδότησης που πρέπει να καλύψουν οι κυβερνήσεις. Μόνο για τη Γερμανία, πχ, μια μείωση 10% στις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα αύξανε το κόστος στήριξης των ΑΠΕ κατά περίπου 3 – 4 δισ. ευρώ ετησίως.
- Αποτροπή μεταφοράς κερδών σε εξαγωγείς ορυκτών καυσίμων: Ένα συχνά παραγνωρισμένο οικονομικό όφελος της τιμολόγησης του άνθρακα είναι ότι συγκεντρώνει τη ζήτηση της ΕΕ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Κάνοντας την ενέργεια υψηλών εκπομπών πιο ακριβή, το ETS μειώνει την κατανάλωση φυσικού αερίου σε μια τεράστια αγορά. Επειδή η ΕΕ εισάγει μεγάλες ποσότητες αερίου – κυρίως ως υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) – η μείωση της ζήτησης ασκεί καθοδική πίεση στις παγκόσμιες τιμές LNG. Έτσι, μέρος του «φόρου άνθρακα» πληρώνεται ουσιαστικά από τους εξαγωγείς. Αν εγκαταλειφθεί το ETS, το Bruegel υποστηρίζει ότι θα σταλεί μήνυμα στους καταναλωτές ότι δεν χρειάζεται να μειώσουν την κατανάλωση και σε άλλους εισαγωγείς ότι πρέπει επίσης να επιδοτήσουν το φυσικό αέριο, γεγονός που θα αυξήσει τις παγκόσμιες τιμές. Έτσι, τα έσοδα που προηγουμένως κατέληγαν στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς θα μετατραπούν τότε σε καθαρό κέρδος για τους εξαγωγείς LNG.
- Ο κίνδυνος των εθνικών επιδοτήσεων: Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, καθώς το ETS αποτελεί ένα ώριμο, ενιαίο και βασισμένο στην αγορά πλαίσιο που διασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά της ΕΕ, η υπονόμευση του θα μπορούσε να προκαλέσει επικίνδυνο κατακερματισμό, αναγκάζοντας τα κράτη της ΕΕ να επιστρέψουν σε ένα μωσαϊκό εθνικών επιδοτήσεων και αντικρουόμενων κανονισμών, δημιουργώντας σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά.
Διαβάστε ακόμη
