Η παγκόσμια κούρσα για την τροφοδότηση της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης δίνει στην πυρηνική ενέργεια ένα ισχυρό momentum. Τεχνολογικές εταιρείες, εταιρείες ηλεκτρισμού και κυβερνήσεις στρέφονται ολοένα και περισσότερο στην ατομική ενέργεια αναζητώντας αξιόπιστη, χωρίς εκπομπές άνθρακα ηλεκτρική ισχύ που μπορεί να λειτουργεί αδιάκοπα. Σε αντίθεση με την αιολική και την ηλιακή ενέργεια, οι πυρηνικοί σταθμοί παράγουν σταθερή ισχύ ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες — ένα χαρακτηριστικό που γίνεται όλο και πιο πολύτιμο καθώς τα κέντρα δεδομένων παγκοσμίως καταναλώνουν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια ενισχύθηκε πρόσφατα από την Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Τραμπ πρότεινε ένα σχέδιο ύψους 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων που στοχεύει στην επιδότηση νέων πυρηνικών εγκαταστάσεων και στην επιτάχυνση της έγκρισης πειραματικών σχεδίων αντιδραστήρων.

Η ανάδειξη της Κίνας

Μέσα στο κλίμα που διαμορφώνεται υπέρ της πυρηνικής ενέργειας, η Κίνα προχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς απειλώντας να πάρει τα σκήπτρα από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, μία πρόσφατη ανάλυση των έργων υπό κατασκευή, των ανακοινώσεων εταιρειών και των προβλέψεων της βιομηχανίας δείχνει ότι η πυρηνική ισχύς της Κίνας μπορεί να ξεπεράσει εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών ήδη από το 2032. Αν και οι ΗΠΑ παραμένουν σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς αντιδραστήρες, η παραγωγή τους αναμένεται να σταθεροποιηθεί την επόμενη δεκαετία. Πολλοί αντιδραστήρες γερνούν και ελάχιστοι νέοι βρίσκονται υπό κατασκευή.

Αναβρασμός

Η Κίνα παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Με την υποστήριξη κρατικής χρηματοδότησης και μιας ανεπτυγμένης εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας, η χώρα κατασκευάζει πυρηνικούς αντιδραστήρες με ρυθμούς που δεν συναντώνται πουθενά αλλού στον κόσμο. Το Πεκίνο προσθέτει έως και δέκα νέες μονάδες κάθε χρόνο, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής που συνδυάζει ενεργειακή ασφάλεια, καθαρότερο αέρα και τεχνολογική υπεροχή.
Εάν αυτά τα σχέδια συνεχιστούν, η Κίνα όχι μόνο θα ηγηθεί σε ισχύ αλλά θα μπορούσε να αποκτήσει και στρατηγικό πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό για την ενέργεια που απαιτείται για την τεχνητή νοημοσύνη. Τα κέντρα δεδομένων και τα συστήματα υπολογισμού τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν τεράστιες και συνεχείς ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Η πυρηνική ενέργεια, που μπορεί να παρέχει αδιάκοπη ισχύ χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, θεωρείται ολοένα και περισσότερο ιδανική λύση.

Θέμα κόστους

Το πλεονέκτημα της Κίνας δεν αφορά μόνο την ταχύτητα αλλά και το κόστος. Σύμφωνα με την εταιρεία ενεργειακής έρευνας BloombergNEF, οι κινεζικοί αντιδραστήρες μπορούν να κατασκευαστούν με κόστος μικρότερο από το ένα πέμπτο αντίστοιχων έργων στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη. Δεκαετίες συνεχούς κατασκευής έχουν επιτρέψει στη χώρα να τελειοποιήσει την τεχνική της εμπειρία, να εκπαιδεύσει μεγάλο εργατικό δυναμικό και να οργανώσει την παραγωγή κρίσιμων εξαρτημάτων.

Αντίθετα, τα πυρηνικά έργα στις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες έχουν αντιμετωπίσει σημαντικές καθυστερήσεις και εκτίναξη του κόστους. Ο πυρηνικός σταθμός Vogtle στην πολιτεία Τζόρτζια των ΗΠΑ — που ολοκληρώθηκε το 2024 — ήταν η πρώτη νέα αμερικανική πυρηνική εγκατάσταση που κατασκευάστηκε εδώ και τρεις δεκαετίες. Η ολοκλήρωσή του όμως δεν ήταν ομαλή. Το έργο παραδόθηκε χρόνια αργότερα από το προγραμματισμένο και κόστισε περισσότερο από το διπλάσιο της αρχικής εκτίμησης.

Χάνουν έδαφος οι ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν κάποτε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης στην πυρηνική τεχνολογία. Ο πρώτος πυρηνικός αντιδραστήρας κατασκευάστηκε σε αμερικανικό έδαφος και σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις προήλθαν από εργαστήρια σε πολιτείες όπως το Νέο Μεξικό, το Τενεσί και το Αϊντάχο. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πυρηνική ενέργεια θεωρήθηκε σχεδόν ανεξάντλητη πηγή ηλεκτρισμού που θα μπορούσε να απελευθερώσει τις χώρες από την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Κατά τη δεκαετία του 1960 και του 1970, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε μια τεράστια επέκταση της πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, αυτή η δυναμική κατέρρευσε μετά το ατύχημα του 1979 στο εργοστάσιο Three Mile Island στην Πενσυλβάνια, όπου σημειώθηκε μερική τήξη πυρήνα αντιδραστήρα και προκλήθηκαν έντονες ανησυχίες για την πυρηνική ασφάλεια.

Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν 94 αντιδραστήρες, οι περισσότεροι από τους οποίους κατασκευάστηκαν πριν από δεκαετίες. Η μέση ηλικία τους είναι 44 χρόνια — ήδη πέρα από την τυπική περίοδο αδειοδότησης των 40 ετών. Οι διαχειριστές μπορούν να παρατείνουν τις άδειες λειτουργίας για επιπλέον 20 χρόνια, ενώ ορισμένες εγκαταστάσεις ενδέχεται να λειτουργήσουν έως και 80 χρόνια με την έγκριση των ρυθμιστικών αρχών. Ωστόσο, αυτές οι παρατάσεις δεν αυξάνουν ουσιαστικά τη συνολική δυναμικότητα.

Η βραχυπρόθεσμη στρατηγική επικεντρώνεται κυρίως στη διατήρηση του υφιστάμενου στόλου. Ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξετάζουν ακόμη και την επαναλειτουργία σταθμών που είχαν κλείσει. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ίδιο το Three Mile Island, το οποίο θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει για να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια χωρίς εκπομπές άνθρακα στον τεχνολογικό κολοσσό Microsoft.

Οι SMR

Η κυβερνητική προσπάθεια για την επιτάχυνση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR) και άλλων προηγμένων πυρηνικών τεχνολογιών στοχεύει στην αναζωογόνηση του κλάδου. Αυτά τα νέας γενιάς σχέδια υποτίθεται ότι θα είναι φθηνότερα, ταχύτερα στην κατασκευή και πιο ευέλικτα από τους παραδοσιακούς αντιδραστήρες. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει αργή. Από τις πολλές εταιρείες που αναπτύσσουν τέτοιες τεχνολογίες, μόνο μία — η NuScalePower — έχει λάβει μέχρι στιγμής επίσημη πιστοποίηση σχεδιασμού από τις αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές.

Η αντίθεση με την Κίνα υπογραμμίζει ένα ευρύτερο μάθημα: η πυρηνική ενέργεια ευδοκιμεί κυρίως σε χώρες όπου υπάρχει ισχυρή κρατική υποστήριξη και όπου η κατασκευή σταθμών συνεχίζεται αδιάκοπα για δεκαετίες. Η συνεχής δραστηριότητα επιτρέπει σε μηχανικούς, προμηθευτές και ρυθμιστικές αρχές να διατηρούν την τεχνογνωσία τους, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την αποδοτικότητα.

Ο ρόλος της Ρωσίας

Εκτός από την Κίνα, αρκετές άλλες χώρες προσπαθούν να επεκτείνουν τα πυρηνικά τους προγράμματα. Η Ρωσία αντικαθιστά παλαιούς αντιδραστήρες και επιδιώκει να διπλασιάσει την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας τις επόμενες δεκαετίες, αν και οι οικονομικές πιέσεις που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία ενδέχεται να επιβραδύνουν τα σχέδιά της. Η Ινδία έχει επίσης μπει δυναμικά στον αγώνα, ανοίγοντας τον τομέα σε ιδιωτικές εταιρείες και θέτοντας στόχο την προσθήκη 100 γιγαβάτ πυρηνικής ισχύος έως το 2047.

Την ίδια στιγμή, η δυτική Ευρώπη αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γαλλία, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πυρηνική ενέργεια, παράγει περίπου το 70% της ηλεκτρικής της ενέργειας από αυτήν. Ωστόσο, πολλοί από τους αντιδραστήρες της πλησιάζουν στο τέλος της λειτουργικής τους ζωής. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε σχέδια για την κατασκευή έξι νέων αντιδραστήρων, αλλά ακόμη και αυτά τα έργα ίσως δεν αντισταθμίσουν το κύμα αποσύρσεων που αναμένεται μετά το 2040.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πυρηνικές φιλοδοξίες έχουν επίσης σκοντάψει σε καθυστερήσεις. Το έργο HinkleyPoint C, που προορίζεται να τροφοδοτεί εκατομμύρια νοικοκυριά, έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένες υπερβάσεις κόστους και καθυστερήσεις, με τον πρώτο αντιδραστήρα να αναμένεται πλέον να λειτουργήσει γύρω στο 2030.

Η Ιαπωνία αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών. Μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα το 2011, η χώρα έκλεισε ολόκληρο τον πυρηνικό της στόλο. Περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα, μόνο 14 από τους 33 αντιδραστήρες έχουν επανεκκινήσει υπό αυστηρότερους κανονισμούς ασφαλείας. Το Τόκιο επιχειρεί σταδιακά να επιστρέψει στην πυρηνική ενέργεια ώστε να μειώσει την εξάρτησή του από εισαγόμενα καύσιμα, αλλά η κατασκευή νέων αντιδραστήρων μπορεί να χρειαστεί πάνω από δέκα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη