Για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, η υπουργική σύνοδος του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) στο Παρίσι δεν κατάφερε να εκδώσει ένα κοινό ανακοινωθέν, επιλέγοντας αντ’ αυτού μια «σύνοψη της προεδρίας» — μια διαδικαστική λύση που περισσότερο κατέγραψε τις διαφωνίες παρά τις γεφύρωσε. Η απουσία κοινής δήλωσης δεν είναι μια απλή διπλωματική λεπτομέρεια. Στις συνόδους του IEA, το ανακοινωθέν λειτουργεί ως ένδειξη ενότητας και κοινής στρατηγικής κατεύθυνσης. Η φετινή αδυναμία συμφωνίας αντανακλά βαθύτερες και πλέον εμφανείς αποκλίσεις για το πώς —και αν— θα πρέπει να επιδιωχθεί ο στόχος των μηδενικών καθαρών εκπομπών (net zero) έως τα μέσα του αιώνα.

Η αμερικανική πρόκληση στο αφήγημα του net zero

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ. Κατά τη διάρκεια της διήμερης συνάντησης, ο Ράιτ εξαπέλυσε μετωπική επίθεση στην ατζέντα του net zero, την οποία χαρακτήρισε «ανέφικτη», πολιτικά υποκινούμενη και οικονομικά επιζήμια. Όπως δήλωσε, «το net zero είναι μια πλατφόρμα που έκανε την ενέργεια ακριβότερη και περιόρισε την ανάπτυξη της ενεργειακής παραγωγής», εκτιμώντας ότι υπάρχει «μηδέν κόμμα μηδέν πιθανότητα» να επιτευχθεί.

Η τοποθέτηση αυτή έφερε την Ουάσιγκτον σε ευθεία σύγκρουση με κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που έχουν ενσωματώσει δεσμευτικούς στόχους κλιματικής ουδετερότητας στη νομοθεσία τους. Αν και οι ΗΠΑ δεν ανακοίνωσαν πρόθεση αποχώρησης από τον οργανισμό, ο Ράιτ έχει κατηγορήσει στο παρελθόν τον IEA ότι λειτουργεί ως «μαζορέτα» της κλιματικής ατζέντας, προειδοποιώντας ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επανεξετάσει τη συμμετοχή της εάν συνεχιστεί η —κατά την άποψή του— προώθηση μη ρεαλιστικών σεναρίων.

Υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο την ενίσχυση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων και την αμφισβήτηση διεθνών κλιματικών πλαισίων. Ωστόσο, η στρατηγική τους έναντι του IEA φαίνεται να είναι «εκ των έσω» επιρροή, παρά αποχώρηση — ιδίως σε μια περίοδο που η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές αποτελεί γεωπολιτική ανησυχία.

Η ενεργειακή ασφάλεια ως κοινός παρονομαστής

Της συνόδου προήδρευσε η Ολλανδή υπουργός Ενέργειας Σόφι Χέρμανς, η οποία επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη μετωπική σύγκρουση για το net zero σε ένα πιο συναινετικό έδαφος: την ενεργειακή ασφάλεια. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πολέμους, εμπορικές εντάσεις και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η ασφάλεια εφοδιασμού επανέρχεται ως θεμέλιο της ενεργειακής πολιτικής.

Η «σύνοψη της προεδρίας» ανέφερε ότι η μεγάλη πλειονότητα των υπουργών υπογράμμισε τη σημασία της ενεργειακής μετάβασης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, παραπέμποντας στη συμφωνία της COP28 για παγκόσμια μετάβαση προς μηδενικές καθαρές εκπομπές. Ταυτόχρονα, όμως, επιβεβαίωνε τη «συνεχιζόμενη σημασία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου» — διατύπωση που αποτυπώνει μια πιο ρεαλιστική και λιγότερο ιδεολογική προσέγγιση.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA Φατίχ Μπιρόλ: «Η ενεργειακή ασφάλεια είναι το θεμέλιο των πάντων». Ο οργανισμός, που ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1970 μετά την πετρελαϊκή κρίση, είχε αρχικά ως αποστολή τη διασφάλιση επάρκειας για τις βιομηχανικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια, υπό την ηγεσία Μπιρόλ, εξελίχθηκε σε ένθερμο υποστηρικτή της καθαρής μετάβασης, δημοσιεύοντας επιδραστικά σενάρια για επίτευξη net zero έως το 2050. Αυτή η διττή ταυτότητα —ασφάλεια και απανθρακοποίηση— δοκιμάζεται πλέον.

Η ευρωπαϊκή απάντηση: μετάβαση με ρεαλισμό

Οι Ευρωπαίοι υπουργοί υπερασπίστηκαν τη στρατηγική της μετάβασης, χωρίς ωστόσο να αγνοούν τις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις. Ο Βρετανός υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ δήλωσε ότι «για τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών, η καθαρή ενεργειακή μετάβαση είναι ασταμάτητη», αναγνωρίζοντας παράλληλα το δικαίωμα κάθε χώρας να καθορίζει το εθνικό της συμφέρον.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Γάλλος υπουργός Ρολάν Λεσκίρ τόνισε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί πραγματική και επείγουσα απειλή, απαιτώντας «μαζικές επενδύσεις σε απανθρακοποιημένη ενέργεια». Και οι δύο άφησαν ανοιχτό το πεδίο συνεργασίας με τις ΗΠΑ σε τομείς όπως η πυρηνική ενέργεια.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προχωρήσει σε επιμέρους προσαρμογές χρονοδιαγραμμάτων και μέτρων, αντανακλώντας πολιτικό ρεαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος σε άρθρο του στους Financial Times παρουσίασε τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης», δίνοντας έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική αποδοχή και την ασφάλεια εφοδιασμού.

Το κόστος στο προσκήνιο: η ελληνική εμπειρία

Σημαντική ήταν και η παρέμβαση του υφυπουργού Ενέργειας Νίκου Τσάφου, ο οποίος ανέδειξε ως κεντρικό ζήτημα την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας. Όπως σημείωσε, το βασικό ερώτημα που κυριάρχησε στις συζητήσεις ήταν «πώς να μειωθούν τα κόστη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις». Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σχετικά χαμηλές, ενώ ένα νέο κύμα προσφοράς LNG —κυρίως από τις ΗΠΑ— αναμένεται να ασκήσει πτωτική πίεση στις τιμές φυσικού αερίου τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, το πιο δύσκολο κομμάτι της εξίσωσης είναι η ηλεκτρική ενέργεια.

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ηλεκτρικό σύστημα μετασχηματίστηκε ταχύτατα: από εξάρτηση στον λιγνίτη σε ένα μείγμα που βασίζεται σε ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο. Από έκτος μεγαλύτερος καθαρός εισαγωγέας στην Ευρώπη, η χώρα έγινε έβδομος μεγαλύτερος καθαρός εξαγωγέας. Ωστόσο, οι τιμές χονδρικής το 2025 παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα του 2019, κυρίως λόγω του φυσικού αερίου και του κόστους CO₂.

Η ελληνική πρόταση στη σύνοδο επικεντρώθηκε σε καλύτερες και ταχύτερες περιφερειακές αντιδράσεις σε κρίσεις υψηλών τιμών, ισχυρότερη ρύθμιση για πλήρη αξιοποίηση της διασυνοριακής χωρητικότητας, σαφέστερα κίνητρα για επενδύσεις σε υποδομές που ωφελούν το σύνολο του συστήματος και καλύτερο συντονισμό στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ένας οργανισμός σε σταυροδρόμι

Η φετινή απουσία κοινού ανακοινωθέντος έρχεται σε αντίθεση με τη σύνοδο του 2024, όταν οι υπουργοί προειδοποιούσαν για την «τριπλή πλανητική κρίση» και την επείγουσα ανάγκη επιτάχυνσης της μετάβασης. Σήμερα, η γλώσσα είναι πιο συγκρατημένη — ένδειξη όχι απαραίτητα εγκατάλειψης των στόχων, αλλά προσαρμογής σε ένα πιο αβέβαιο περιβάλλον.

Παρά τις διαφωνίες, υπήρξαν σημεία σύγκλισης: ενίσχυση της παρακολούθησης κρίσιμων πρώτων υλών για μπαταρίες και ΑΠΕ, προώθηση πρόσβασης σε καθαρά καύσιμα μαγειρέματος στις αναπτυσσόμενες χώρες και αναγνώριση της ανάγκης συνεργασίας. Ωστόσο, ο συμβολισμός παραμένει ισχυρός. Ο IEA καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον ιστορικό του ρόλο ως θεματοφύλακα της ενεργειακής ασφάλειας και στη νεότερη ταυτότητά του ως υποστηρικτή της ενεργειακής μετάβασης.

Διαβάστε ακόμη