Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες σχετικά με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απαλλαγή από τον άνθρακα έχουν πυροδοτήσει ένα μοτίβο σχολίων, σύμφωνα με το οποίο η Ευρώπη αποδυναμώνει τις κλιματικές της φιλοδοξίες. Αν και η πρώτη εντύπωση που προκαλεί αυτό είναι αρνητική, εν τούτοις ουδείς μπορεί να παραβλέψει ότι εντάσσεται σε μία νέα τάση που αναδύεται στην Ευρώπη, αυτή του ενεργειακού ρεαλισμού.
Υπενθυμίζεται ότι ένα τέτοιο πλαίσιο περιέγραψε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, τον περασμένο Οκτώβριο σε άρθρο του στους Financial Times, αναλύοντας τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης». Σε αυτό επισημαίνει το κρίσιμο σημείο στο οποίο βρίσκεται η Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ, με τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις να απειλούν τη στρατηγική για την κλιματική ουδετερότητα, και καταλήγει ότι τελικά «μπορεί να κερδίσουμε τον αγώνα για την κλιματική ουδετερότητα, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε ότι κάναμε λάθος αγώνα».
Η θέση αυτή, του ενεργειακού ρεαλισμού, φαίνεται ότι αποτελεί πυξίδα και για το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως επισημαίνει πολύ συχνά στις τοποθετήσεις του ο κ. Σταύρος Παπασταύρου. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η ανάλυση του Leon Stille, διευθυντή του New Energy Institute, ο οποίος εργάζεται ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ενέργειας. Ο Stille σε άρθρο του στο oilprice υπό τον τίτλο «Γιατί η Ευρώπη ενσωματώνει τη γεωπολιτική στην κλιματική της ατζέντα», υπογραμμίζει ότι αυτό που έχει αλλάξει πλέον στην Ευρώπη, σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση δεν είναι ο τελικός στόχος, αλλά η πορεία για να φτάσουμε εκεί. Και αυτή η μετατόπιση, αντί να αντιπροσωπεύει ήττα, μπορεί να είναι η πιο στρατηγικά έξυπνη προσέγγιση που έχει υιοθετήσει μέχρι σήμερα η Ευρώπη. Τονίζει επίσης ότι μπορεί να έχουν γίνει συμβιβασμοί, «αλλά πριν πετάξουμε την κλιματική πορεία της ΕΕ στα σκουπίδια, αξίζει να αναλύσουμε τι έχει πραγματικά συμβεί».
Ο βασικός στόχος παραμένει απαράλλακτος
Ας ξεκινήσουμε με αυτό που δεν έχει αλλάξει: η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Αυτός ο πρωταρχικός στόχος, που κατοχυρώνεται σε συνθήκες, ενισχύεται στο νόμο και απηχείται σε όλα τα κράτη μέλη, δεν έχει καταργηθεί. Αυτό που έχει εξελιχθεί είναι οι ενδιάμεσες οδοί και οι μηχανισμοί ευελιξίας γύρω από τον τρόπο επίτευξης αυτού του στόχου.
Σημειώνεται εδώ, ότι στο Συμβούλιο των Υπουργών Περιβάλλοντος τον περασμένο Νοέμβριο, η ελληνική πλευρά κατάφερε, μετά από παρέμβαση του κ. Παπασταύρου να εντάξει στο τελικό κείμενο τις ρήτρες αναθεώρησης των στόχων για το κλίμα, μέχρι το 2040 ανά δύο η τρία έτη. Η δυνατότητα να προσαρμόζονται οι στόχοι ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρέχει μια «ασφαλιστική δικλείδα» για τη χώρα, ενώ η πρόβλεψη να καλυφθεί ένα μικρό ποσοστό εκπομπών (5%) μέσω διεθνών πιστωτικών μορίων προσφέρει επίσης ευελιξία.
Και αυτή η λεπτομέρεια έχει σημασία. Όπως υπογραμμίζει και ο Stille η απαλλαγή από τον άνθρακα έως το 2050 δεν είναι μια αυτοεκτελούμενη πολιτική. Είναι ένας μακροπρόθεσμος διαρθρωτικός μετασχηματισμός των ενεργειακών συστημάτων, των βιομηχανιών και των κοινωνιών. Η αναγνώριση της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας και η οικοδόμηση μηχανισμών που αυξάνουν τη δυνατότητα συμμόρφωσης δεν αποτελεί συνθηκολόγηση. Είναι μία ρεαλιστική πολιτική δεξιοτεχνία.
Ο συμβιβασμός δεν είναι συνθηκολόγηση
Και συνεχίζει: «Τα αδιέξοδα στις διαπραγματεύσεις περιστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό γύρω από τον ρυθμό και την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, όχι τον ίδιο τον τελικό στόχο. Ορισμένοι τομείς θα έχουν περισσότερο χρόνο. Ορισμένοι κανονισμοί θα είναι πιο ευέλικτοι. Ορισμένοι μηχανισμοί θα βασίζονται σε κίνητρα της αγοράς αντί για αυστηρές εντολές. Οι επικριτές το καταδικάζουν αυτό ως “αποδυνάμωση των στόχων”, αλλά αυτή η κριτική συγχέει την τακτική ευελιξία με τη στρατηγική υποχώρηση».
Η πραγματικότητα σύμφωνα με τον ίδιο έχει ως εξής: οι άκαμπτες, ενιαίες εντολές είναι πιο εύκολο να προωθηθούν θεωρητικά παρά να εφαρμοστούν σε 27 κράτη μέλη με διαφορετικά ενεργειακά μείγματα, βιομηχανικές βάσεις και πολιτικό κλίμα. Αυτό που έχουν κάνει οι διαπραγματευτές είναι να δημιουργήσουν έναν συνασπισμό που μπορεί πραγματικά να υλοποιήσει τη μακροπρόθεσμη φιλοδοξία, αντί να διακινδυνεύσουν να την καταστρέψουν σε βραχυπρόθεσμες ιδεολογικές μάχες.
Η γεωπολιτική νίκη
Μία από τις πιο υποτιμημένες διαστάσεις του νέου πλαισίου της ΕΕ για την απαλλαγή από τον άνθρακα είναι η ρητή αναγνώριση της γεωπολιτικής. Η απαλλαγή από τον άνθρακα δεν αφορά μόνο τη λογιστική καταγραφή του άνθρακα. Αφορά την ενεργειακή ασφάλεια . Η ιστορική εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, φυσικό αέριο από τη Ρωσία και πετρέλαιο από μακρινούς παραγωγούς αποτελεί εδώ και καιρό ένα τρωτό σημείο. Οι ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων ετών έχουν αναδείξει αυτό το τρωτό σημείο. Η επικαιροποιημένη στρατηγική για την απαλλαγή από τον άνθρακα ενσωματώνει αυτήν την γεωπολιτική πραγματικότητα με τρόπους που δεν το έκαναν προηγούμενα έγγραφα. Αντί να προσποιείται ότι καταργεί τις ενεργειακές αλληλεξαρτήσεις, η ΕΕ ευθυγραμμίζει τώρα ανοιχτά την πολιτική για το κλίμα με τη στρατηγική αυτονομία. Και αυτό σύμφωνα με τον Stille είναι «μια μεγάλη νίκη».
Τα πλαίσια πολιτικής επιδιώκουν πλέον να εξισορροπήσουν τις μειώσεις των εκπομπών με τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού, την ανθεκτικότητα των υποδομών και τη μειωμένη έκθεση σε αυταρχικούς παραγωγούς ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η ΕΕ ενσωματώνει την απαλλαγή από τον άνθρακα σε μια ευρύτερη στρατηγική γεωπολιτικής ανθεκτικότητας. Δεν πρόκειται για αποδυνάμωση της κλιματικής φιλοδοξίας – πρόκειται για ενσωμάτωση της κλιματικής φιλοδοξίας στις επιταγές της γεωπολιτικής του 21ου αιώνα.
Προς την έξυπνη εξάρτηση
Μια συχνή κριτική είναι ότι οι πολιτικές της Ευρώπης είναι μη πρακτικές ή δαπανηρές. Αλλά αυτό το παράπονο αγνοεί μια κρίσιμη παρατήρηση: δεν μπορείς να έχεις απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα χωρίς κόστος, αλλά μπορείς να επιλέξεις πώς θα καλυφθούν αυτά τα κόστη.
Αντί να επιβάλλει ομοιόμορφες, εκ των άνω προς τα κάτω εντολές που διακινδυνεύουν οικονομικές αντιδράσεις και πολιτική αντίσταση, η ΕΕ δημιουργεί μηχανισμούς που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις λύσεις στις περιστάσεις τους, συμβάλλοντας παράλληλα στην επίτευξη συλλογικών στόχων. Αυτή είναι η ουσία της έξυπνης εξάρτησης, αναγνωρίζοντας κοινούς στόχους, επιτρέποντας παράλληλα διαφοροποιημένη εφαρμογή.
Στην πράξη, αυτό μοιάζει με:
- Ευέλικτους μηχανισμούς τιμολόγησης άνθρακα
- Επενδυτικά πλαίσια που αξιοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια παράλληλα με δημόσια κεφάλαια
- Ειδικές ανά τομέα οδούς που αναγνωρίζουν καμπύλες τεχνολογικής ωριμότητας
- Αναγνώριση των αναγκών μετάβασης στο δίκτυο, τη βιομηχανία και την εργασία
Αυτά δεν είναι back-paddles. Είναι η αρχιτεκτονική του διαρκούς μετασχηματισμού. Στο ερώτημα λοιπόν, αν η Ευρώπη εγκαταλείπει την απαλλαγή από τον άνθρακα, η απάντηση είναι κατηγορηματική: Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τόνος και η υφή της δέσμευσης, η μετάβαση από την ιδεολογική καθαρότητα στην επιχειρησιακή πραγματικότητα. Η πραγματική δοκιμασία δεν θα είναι το αν η γλώσσα θα είναι επιθετική ή προσεκτική.
Ο Stille επισημαίνει ότι θα είναι το αν τα πλαίσια πολιτικής που έχουν θεσπιστεί σήμερα θα επιτύχουν πράγματι μειώσεις εκπομπών, θα προωθήσουν τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και θα δημιουργήσουν ανθεκτικά ενεργειακά συστήματα. Εάν αυτή η αναπροσαρμοσμένη στρατηγική επιτύχει αυτά τα αποτελέσματα, οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να βλέπουν αυτή τη στιγμή όχι ως μια στιγμή υποχώρησης, αλλά ως το σημείο όπου η Ευρώπη όρισε τη στρατηγική της για το κλίμα σε κάτι που είναι ταυτόχρονα οραματικό και εφικτό. Και αυτό, τελικά, είναι ο ορισμός της επιτυχίας.
Διαβάστε ακόμη
