Η μετάβαση από το φυσικό αέριο στα ανανεώσιμα αέρια δεν βρίσκεται πια μόνο στο επίπεδο των ευρωπαϊκών στρατηγικών και των πολιτικών διακηρύξεων. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα από συγκεκριμένα έργα δικτύων, μελέτες ετοιμότητας και «πιλοτικές» παρεμβάσεις που δείχνουν πότε, πού και με ποιους όρους οι υποδομές μπορούν πραγματικά να υποδεχθούν υδρογόνο. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πότε θα είναι έτοιμοι οι αγωγοί, και κυρίως πότε θα είναι έτοιμη η ίδια η αγορά ώστε να «σηκώσει» τις πράσινες επενδύσεις δισεκατομμυρίων.

«Τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται οι πρώτες ρεαλιστικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει υπόσταση η παραγωγή υδρογόνου στη χώρα, υπό τρεις όμως σαφείς όρους», τονίζουν πηγές στο energygame.gr. Πρώτον, ότι θα προχωρήσουν τα έργα μεταφοράς και οι εξαγωγικοί διάδρομοι, ώστε να υπάρχει πραγματική διέξοδος για τις παραγόμενες ποσότητες. Δεύτερον, ότι θα ωριμάσει η εγχώρια και περιφερειακή ζήτηση, ιδίως από τη βιομηχανία και την ηλεκτροπαραγωγή, ώστε να στηριχθεί ένα βιώσιμο εμπορικό μοντέλο. Και τρίτον, ότι θα κλείσουν τα θεσμικά και χρηματοδοτικά κενά, τα οποία σήμερα εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη για τη λήψη δεσμευτικών επενδυτικών αποφάσεων. Όπως συνοψίζουν πηγές της αγοράς, «τα δίκτυα μπορεί να γίνουν έτοιμα πριν από την αγορά». Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι πότε θα ανοίξει ο πρώτος αγωγός υδρογόνου, αλλά ποιος θα βάλει το υδρογόνο μέσα σε αυτόν και ποιος θα είναι διατεθειμένος να το αγοράσει σε ανταγωνιστική τιμή.

Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι υποδομές. Πρώτα απ’ όλα, ο Διαδριατικός Αγωγός (TAP), που αποτελεί το δυτικό άκρο του Νοτίου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου και συνδέει την Κασπία με την Ιταλία μέσω Ελλάδας και Αλβανίας, θεωρείται μία ώριμη υφιστάμενη υποδομή για μελλοντικές ροές υδρογόνου. Η στρατηγική του βασίζεται σε σταδιακή μετάβαση, με πρώτο βήμα την ανάμειξη υδρογόνου με φυσικό αέριο (blending) και, σε βάθος χρόνου, τη δυνατότητα μεταφοράς καθαρού υδρογόνου. Ήδη από το 2021, μελέτες ετοιμότητας έδειξαν ότι ο αγωγός διαθέτει τις βασικές τεχνικές προδιαγραφές για να υποστηρίξει μείγματα φυσικού αερίου και υδρογόνου. Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η «hydrogen gap analysis», που έχει ανατεθεί στην εταιρεία Penspen και ξεκίνησε στις αρχές του 2025, γισ να εντοπιστούν τα τμήματα και ο εξοπλισμός που χρειάζονται αναβάθμιση. Το 2026- 2027 θεωρείται καθοριστικό έτος για αποφάσεις σχετικά με το αν και σε ποιον βαθμό ο TAP μπορεί να προχωρήσει σε εμπορική μεταφορά μειγμάτων υδρογόνου. Σύμφωνα με τη διοίκησή του, η πλήρης μετάβαση σε 100% υδρογόνο αποτελεί μακροπρόθεσμο σενάριο, που θα εξαρτηθεί κυρίως από τη ζήτηση της αγοράς και τις ποσότητες στην ευρύτερη περιοχή.

Σε αντίθεση με τον TAP, ο αγωγός H2DRIA (που αναμένεται να συνδέσει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία) δεν σχεδιάζεται ως υποδομή φυσικού αερίου που θα μετατραπεί εκ των υστέρων, αλλά ως ένας νέος αγωγός αποκλειστικά για τη μεταφορά 100% καθαρού υδρογόνου. Το έργο, μήκους περίπου 570 χιλιομέτρων από τους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας έως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, έχει ενταχθεί στις λίστες Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που του εξασφαλίζει επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Τον Ιούνιο του 2025 ο ΔΕΣΦΑ ανέθεσε τη μελέτη βασικού σχεδιασμού στην C&M Engineering, με τον επίσημο στόχο να τοποθετεί την έναρξη λειτουργίας του διασυνοριακού τμήματος Ελλάδας–Βουλγαρίας στο τέλος του 2029. Η αρχική δυναμικότητα του αγωγού έχει προσδιοριστεί στα 80 GWh υδρογόνου την ημέρα, με προϋπολογισμό που προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι, παρά την ένταξη του έργου στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) και την πρόοδο των μελετών, δεν έχει ληφθεί ακόμη επενδυτική απόφαση. Όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, πρόκειται για έργο εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι ο H2DRIA «θα ακολουθήσει την αγορά και όχι το αντίστροφο», με τον ρυθμό υλοποίησης να εξαρτάται άμεσα από το αν και πότε θα υπάρξει επαρκής παραγωγή και ζήτηση υδρογόνου στην Ελλάδα και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Στον δυτικό διάδρομο υδρογόνου εντάσσεται ο αγωγός Poseidon, που προβλέπεται να συνδέσει την Ελλάδα με την Ιταλία και εξελίσσεται πλέον ως αυτόνομη υποθαλάσσια υποδομή ειδικά για τη μεταφορά καθαρού υδρογόνου, στο πλαίσιο του SoutH₂ Corridor. Το έργο αφορά αγωγό συνολικού μήκους περίπου 340 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τα 210 χλμ. είναι υπεράκτια και τα 130 χλμ. χερσαία στην ιταλική πλευρά. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο Poseidon θα μπορεί να μεταφέρει αρχικά έως 90 GWh υδρογόνου την ημέρα, με δυνατότητα αναβάθμισης στις 150 GWh/ημέρα. Φορείς υλοποίησης είναι η Edison, η ΔΕΠΑ και η Snam, ενώ το έργο έχει λάβει ισχυρή πολιτική στήριξη. Πηγές της αγοράς τοποθετούν τον χρονικό του ορίζοντα μετά το 2030, σε συνάρτηση με την ωρίμανση της αγοράς υδρογόνου και τη διαθεσιμότητα επαρκών ελληνικών ποσοτήτων.

Στο πλέγμα των διασυνοριακών διαδρομών εντάσσεται και ο αγωγός Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας, ο οποίος έχει σχεδιαστεί εξαρχής ως hydrogen-ready υποδομή και περιλαμβάνεται στο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ. Το έργο αφορά αγωγό συνολικού μήκους περίπου 123 χιλιομέτρων, εκ των οποίων μόλις 5 χιλιόμετρα βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, και προορίζεται να λειτουργήσει τόσο για τη μεταφορά φυσικού αερίου όσο και, σε μεταγενέστερη φάση, για τη μεταφορά μειγμάτων με υδρογόνο. Σύμφωνα με πηγές, το έργο έχει μετατεθεί χρονικά για το 2027, λόγω εκκρεμοτήτων στη χρηματοδότηση, στις αδειοδοτήσεις και στον συγχρονισμό με την «άλλη πλευρά». Όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές, πρόκειται για ένα μικρότερο, χαμηλότερου ρίσκου διασυνδετήριο έργο, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πιλοτικός διάδρομος για τις πρώτες περιφερειακές ροές υδρογόνου στα Βαλκάνια, πριν από την υλοποίηση των μεγάλων εξαγωγικών αξόνων προς Κεντρική Ευρώπη.

Υδρογόνο: Τα έργα «πυξίδες» και το πλεονέκτημα της Βόρειας Ελλάδας

Και ενώ τα μεγάλα διασυνοριακά έργα κινούνται σε ορίζοντα δεκαετίας, ο ΔΕΣΦΑ στρέφει το βάρος σε επενδύσεις στο εσωτερικό σύστημα, που θεωρούνται καθοριστικές για να φανεί αν το υδρογόνο μπορεί να αποκτήσει πραγματικό ρόλο στην ελληνική αγορά. Η σύνδεση Πτολεμαΐδας V – Αγίου Δημητρίου, ένας νέος αγωγός μήκους περίπου 50 χιλιομέτρων που θα «ενώσει» τις ενεργειακές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία με το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου. Το έργο, προϋπολογισμού 69 εκατ. ευρώ, αναμένεται να τεθεί σε εμπορική λειτουργία το 2027 και έχει σχεδιαστεί εξαρχής ώστε να είναι 100% συμβατό με υδρογόνο. Πηγές της αγοράς τονίζουν πως η ολοκλήρωσή του «κλειδώνει» στο πρώτο εξάμηνο του 2026 και συγκεκριμένα λίγο πριν το Πάσχα γεγονός που «βάζει τον αγωγό στην καρδιά της ενεργειακής μετάβασης» και δημιουργεί τις πρώτες συνθήκες για τοπική παραγωγή και κατανάλωση υδρογόνου, ιδίως μέσω blending στην ηλεκτροπαραγωγή. «Είναι σημαντικό να προχωρήσει η Δυτική Μακεδονία. Εκεί θα φανεί αν υπάρχει όντως αγορά», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Στην ίδια «αλυσίδα» υποδομών εντάσσεται ο νέος ηλεκτροκίνητος Σταθμός Συμπίεσης στη ΒΙΠΕ Κομοτηνής (24,6 MW), που ενισχύει τις δυνατότητες ροής του ελληνικού συστήματος προς τις αγορές του Βορρά. Ο σταθμός είναι σχεδιασμένος για να υποδέχεται και μείγματα φυσικού αερίου με υδρογόνο, προσθέτοντας ένα πρώτο, πρακτικό “H₂-ready” στοιχείο στο δίκτυο.
Πηγές της αγοράς τοποθετούν στο επίκεντρο του μελλοντικού χάρτη παραγωγής υδρογόνου τη Βόρεια Ελλάδα, και ειδικότερα τη Θράκη, την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Μακεδονία, όπου συγκεντρώνονται τόσο κρίσιμες ενεργειακές υποδομές όσο και ισχυρό δυναμικό ανάπτυξης ΑΠΕ. Ειδικότερα, οι περιοχές της Κομοτηνής, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, και του Μετσόβου, στην Ήπειρο, συγκαταλέγονται μεταξύ των καταλληλότερων τοποθεσιών για την ανάπτυξη μονάδων παραγωγής υδρογόνου, με την Κομοτηνή να διαθέτει ιδιαίτερα ευνοϊκά χαρακτηριστικά λόγω της εγγύτητάς της με τον Κάθετο Διάδρομο και τις διασυνδέσεις προς Βουλγαρία.

Στο γεωγραφικό τόξο της Βόρειας Ελλάδας εντάσσεται και το έργο Thalis 1, το οποίο έχει χαρακτηριστεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προορίζεται να λειτουργήσει ως κόμβος μεγάλης κλίμακας παραγωγής πράσινου υδρογόνου. Το project χωροθετείται σε στρατηγική εγγύτητα με τον European Hydrogen Backbone και τον διάδρομο προς την Κεντρική Ευρώπη και φαίνεται πως θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικές ποσότητες υδρογόνου τόσο για εγχώρια χρήση όσο και για μελλοντικές εξαγωγές μέσω των υπό σχεδιασμό αγωγών. Η ύπαρξη τέτοιων παραγωγικών κόμβων ενισχύει το επιχείρημα ότι η Βόρεια Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα της ελληνικής αγοράς υδρογόνου, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσουν παράλληλα οι υποδομές μεταφοράς και θα ωριμάσει η ζήτηση.

Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το έργο παραγωγής πράσινου υδρογόνου της Hellenic Hydrogen στο Αμύνταιο, το οποίο εξελίσσεται στο πιο ώριμο μέχρι σήμερα εγχείρημα μεγάλης κλίμακας στην Ελλάδα και λειτουργεί ως de facto δοκιμασία για το αν μπορεί να στηθεί πραγματική αγορά υδρογόνου στη χώρα. Εντός των επόμενων ημερών αναμένεται το «πράσινο φως» από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης για τη χρηματοδότηση της μονάδας, με το ύψος του grant να διαμορφώνεται κοντά στα 20 εκατ. ευρώ, όσο και το σχετικό αίτημα του developer. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κομβική, καθώς ανοίγει τον δρόμο για τη μετάβαση του έργου στην επόμενη φάση ανάπτυξης και θέτει ως βασικό ορόσημο τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης μέσα στους επόμενους 2–3 μήνες.

Διαβάστε επίσης