Ένα χρηματοδοτικό χάσμα 6,5 τρισ. ευρώ χωρίζει τις σημερινές επενδύσεις στο νερό από τις πραγματικές ανάγκες των υποδομών ύδατος έως το 2040, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του World Economic Forum. Σε μια περίοδο που η λειψυδρία, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η γήρανση των δικτύων πιέζουν όλο και περισσότερο τα συστήματα ύδρευσης, το νερό αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο υποχρηματοδοτημένους –αλλά ταυτόχρονα κρίσιμους– τομείς υποδομών διεθνώς. Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό: σήμερα επενδύονται μόλις 326 δισ. ευρώ τον χρόνο για το νερό, όταν οι πραγματικές ανάγκες απαιτούν υπερδιπλασιασμό των κεφαλαίων.
Σύμφωνα με την έκθεση του World Economic Forum με τίτλο «Bridging the €6.5 Trillion Water Infrastructure Gap: A Playbook», που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 σε συνεργασία με την Acea και το University of Cambridge, το συνολικό ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται παγκοσμίως για υποδομές ύδατος έως το 2040 ανέρχεται στα 11,4 τρισ. ευρώ . Με βάση τις σημερινές τάσεις χρηματοδότησης, το κενό μεταξύ αναγκών και πραγματικών ροών κεφαλαίου διαμορφώνεται στα 6,5 τρισ. ευρώ, ποσό που αποτυπώνει με ακρίβεια το μέγεθος της υστέρησης.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Σήμερα, οι παγκόσμιες επενδύσεις στο νερό περιορίζονται σε περίπου 326 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε μόλις 41 ευρώ ανά κάτοικο. Για να καλυφθούν οι ανάγκες έως το 2040, οι ετήσιες επενδύσεις θα πρέπει να φθάσουν τα 757 δισ. ευρώ, δηλαδή να αυξηθούν κατά 431 δισ. ευρώ τον χρόνο. Σε κατά κεφαλήν βάση, αυτό σημαίνει σχεδόν διπλασιασμό της δαπάνης, από τα 41 ευρώ στα 94 ευρώ ετησίως, ενώ ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ η απαιτούμενη δαπάνη προσεγγίζει το 1%.
Η έκθεση αποτυπώνει με σαφήνεια πού κατευθύνονται αυτά τα 11,4 τρισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο κομμάτι, περίπου 5,3 τρισ. ευρώ, αφορά την επέκταση των υποδομών πρόσβασης σε πόσιμο νερό και αποχέτευση, καθώς 2,2 δισ. άνθρωποι παγκοσμίως εξακολουθούν να στερούνται ασφαλές πόσιμο νερό και πάνω από 3,4 δισ. δεν έχουν βασικές υπηρεσίες αποχέτευσης. Άλλα 4,8 τρισ. ευρώ απαιτούνται για την ανανέωση και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υφιστάμενων υποδομών, πολλές από τις οποίες λειτουργούν με δίκτυα ηλικίας 40, 50 ή και 70 ετών, με απώλειες νερού που σε παγκόσμιο επίπεδο φθάνουν κατά μέσο όρο το 30%. Περίπου 1 τρισ. ευρώ κατευθύνεται σε δράσεις κυκλικότητας, όπως η επαναχρησιμοποίηση νερού και η ανάκτηση ενέργειας, ενώ μόλις 300 δισ. ευρώ αφορούν την καινοτομία, την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και τα «έξυπνα» συστήματα διαχείρισης.
Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης. Οι επενδυτικές ανάγκες της ηπείρου εκτιμώνται σε περίπου 1,7 τρισ. ευρώ έως το 2040, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου επενδυτικού κενού στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, το πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι η καθολική πρόσβαση, αλλά η κατάσταση των υποδομών.
Τα ευρωπαϊκά δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης χαρακτηρίζονται από χαμηλούς ρυθμούς ανανέωσης, που σε πολλές χώρες δεν ξεπερνούν το 0,6% ετησίως, όταν το ελάχιστο βιώσιμο επίπεδο θεωρείται το 1% και το βέλτιστο το 2%. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένες απώλειες νερού, υψηλότερο λειτουργικό κόστος και αυξανόμενοι κίνδυνοι αστοχίας, την ώρα που οι υποδομές καλούνται να αντέξουν μεγαλύτερες πιέσεις από ξηρασίες, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα.
Παράλληλα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες απαιτήσεις ποιότητας, καθώς οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας καλούνται να αντιμετωπίσουν αναδυόμενους ρύπους, όπως οι PFAS, που δεν καλύπτονται από τις παραδοσιακές τεχνολογίες. Η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην αναβάθμιση των μονάδων επεξεργασίας και στην ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών, προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα του νερού σε ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Παρά την πρόσκαιρη ενίσχυση που έφεραν οι τελευταίες βροχοπτώσεις, η εικόνα της υδατικής επάρκειας παραμένει εύθραυστη τόσο στην Αττική όσο και στα νησιά, αποτυπώνοντας με σαφήνεια ότι το πρόβλημα έχει περάσει πλέον σε δομική φάση. Στο Λεκανοπέδιο, τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ δείχνουν ότι η αύξηση κατά 14 εκατ. κυβικά μέτρα μέσα σε μία εβδομάδα αντιστοιχεί σε μόλις δύο εβδομάδες κατανάλωσης, την ώρα που τα συνολικά αποθέματα στους ταμιευτήρες Μόρνου, Υλίκης, Ευήνου και Μαραθώνα υπολείπονται κατά περίπου 192 εκατ. κυβικά σε σχέση με πέρυσι και πάνω από 520 εκατ. κυβικά σε σύγκριση με το 2023, με τη μέση ημερήσια κατανάλωση να ξεπερνά το 1 εκατ. κυβικά μέτρα και να «απορροφά» γρήγορα κάθε πρόσκαιρη εισροή.
Η κυβέρνηση –σε συντονισμό με την ΕΥΔΑΠ– έχει ήδη προετοιμάσει ένα πλέγμα ήπιων, άμεσης εφαρμογής μέτρων διαχείρισης της ζήτησης, με στόχο να κερδηθεί κρίσιμος χρόνος έως την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων που θα αυξήσουν διαρθρωτικά την ασφάλεια υδροδότησης. Στον πυρήνα της προσέγγισης βρίσκεται η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών για τη συνετή χρήση του νερού, με καμπάνιες που εστιάζουν στη μείωση της σπατάλης στην καθημερινότητα, χωρίς –όπως έχει ξεκαθαριστεί– την επιβολή περιορισμών ή ποινών.
Ταυτόχρονα, δρομολογείται εντατικοποίηση του ελέγχου διαρροών στο εσωτερικό δίκτυο, επιτάχυνση της αποκατάστασης βλαβών και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων ώστε η παρακολούθηση της κατανάλωσης να γίνεται πιο συστηματικά και, όπου είναι εφικτό, σε πραγματικό χρόνο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται στοχευμένες δράσεις εξοικονόμησης σε δημόσια κτίρια και κρίσιμες υποδομές, καθώς και η σταδιακή εγκατάσταση «έξυπνων» μετρητών, που δίνουν τόσο στον διαχειριστή όσο και στους καταναλωτές σαφέστερη εικόνα χρήσης και τη δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού αποκλίσεων και διαρροών. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: μέχρι να αποδώσουν πλήρως τα μεγάλα έργα, κάθε κυβικό μέτρο μετράει και η εξοικονόμηση λειτουργεί ως απαραίτητο συμπλήρωμα της συνολικής στρατηγικής θωράκισης απέναντι στη λειψυδρία.
Την ίδια στιγμή, σε πολλά νησιά η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο οριακή, καθώς η εξάρτηση από περιορισμένους ταμιευτήρες, γεωτρήσεις και μονάδες αφαλάτωσης, σε συνδυασμό με την έντονη εποχική αύξηση του πληθυσμού τους θερινούς μήνες, δημιουργεί συνθήκες μόνιμης πίεσης, με πολλές περιοχές να λειτουργούν ήδη στα όρια των δυνατοτήτων τους.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ενιαία: τόσο η Αττική όσο και ο νησιωτικός χώρος κινούνται πλέον σε καθεστώς μειωμένων αποθεμάτων, υψηλής κατανάλωσης και περιορισμένων περιθωρίων ασφαλείας, καθιστώντας σαφές ότι χωρίς συστηματικές επενδύσεις σε υποδομές, ανθεκτικότητα και εναλλακτικές πηγές, κάθε βροχή προσφέρει απλώς χρόνο – όχι λύση.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η έκθεση σημειώνει πως η Ασία συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες επενδυτικές ανάγκες, με 5,2 τρισ. ευρώ έως το 2040, αντιπροσωπεύοντας το 46% του συνόλου. Εκεί, το βάρος πέφτει τόσο στην επέκταση της πρόσβασης όσο και στην επαναχρησιμοποίηση, λόγω έντονου υδατικού στρες. Η Βόρεια Αμερική ακολουθεί με επενδύσεις 1,8 τρισ. ευρώ, ενώ η Αφρική και η Μέση Ανατολή προσεγγίζουν συνολικά το 1 τρισ. ευρώ, κυρίως για βασικές υποδομές. Στη Λατινική Αμερική, οι ανάγκες φθάνουν τα 757 δισ. ευρώ, με ιδιαίτερη έμφαση στη μείωση του μη τιμολογούμενου νερού, που σε ορισμένες χώρες αγγίζει το 40%.
Το κρίσιμο στοιχείο της έκθεσης είναι ότι οι επενδύσεις στο νερό δεν παρουσιάζονται ως κόστος, αλλά ως οικονομικός πολλαπλασιαστής. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του World Economic Forum, η κάλυψη του επενδυτικού κενού των 6,5 τρισ. ευρώ θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα ύψους 17,4 τρισ. ευρώ παγκοσμίως και να ενισχύσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 8,4 τρισ. ευρώ έως το 2040 .
Κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στις υποδομές ύδατος αποδίδει κατά μέσο όρο 2,7 ευρώ στην οικονομία και 1,3 ευρώ σε όρους ΑΕΠ, ποσοστά υψηλότερα από εκείνα άλλων βασικών υποδομών, όπως η ενέργεια και οι μεταφορές. Παράλληλα, η επενδυτική ώθηση μπορεί να στηρίξει τη δημιουργία περισσότερων από 206 εκατ. θέσεων πλήρους απασχόλησης έως το 2040, δηλαδή περίπου 14 εκατ. νέες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο.
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι ωμό και αριθμητικό: με 326 δισ. ευρώ τον χρόνο, το σύστημα νερού δεν «βγαίνει». Για να κλείσει το χάσμα, απαιτούνται 757 δισ. ευρώ ετησίως και συνολικές επενδύσεις 11,4 τρισ. ευρώ έως το 2040. Το κενό των 6,5 τρισ. ευρώ δεν είναι απλώς μια εκτίμηση, αλλά ο λογαριασμός που συσσωρεύεται όσο οι υποδομές γερνούν και οι κλιματικές πιέσεις εντείνονται. Για την Ευρώπη, ειδικά, το στοίχημα δεν είναι αν θα επενδύσει, αλλά αν θα προλάβει να το κάνει εγκαίρως.
Διαβάστε ακόμη
