Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα η οποία αναθεωρεί τα φιλόδοξα σχέδια για την πράσινη μετάβαση προκειμένου να περιορίσει την επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αλλά και να διατηρήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ξεκινούν τώρα το πιο δύσκολο κομμάτι: τη λήψη των πραγματικών μέτρων που απαιτούνται για την επίτευξη αυτού του φιλόδοξου στόχου. Τα κράτη μέλη της ΕΕ καλούνται να αναθεωρήσουν τους Εθνικούς τους Στόχους γύρω από την Ενέργεια και το Κλίμα με σκοπό να έρθουν ένα βήμα πιο κοντά στην «Πράσινη Συμφωνία» της ΕΕ. Η δημιουργία μίας ανεξάρτητης ενεργειακά Ευρώπης και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της ΕΕ βρίσκονται στο επίκεντρο μίας ιδιαίτερα δύσκολης και δαπανηρής πολιτικής. Σύμφωνα με το Bloomberg, θα χρειαστούν μαζικές ιδιωτικές δαπάνες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προσπαθούν να σχεδιάσουν νέους μηχανισμούς για την προσέλκυση κεφαλαίων. Η ΕΕ εκτιμά ότι η επίτευξη του στόχου του 2040 θα απαιτήσει περίπου 1,5 τρισεκατομμύρια ευρώ (1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια) κάθε χρόνο από το 2031 και έπειτα.

Το υψηλό κόστος είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν προς τα πίσω τους φιλόδοξους κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους της ΕΕ. Ο δεύτερος είναι οι αγρότες. Οι πρόσφατες ενέργειες των αγροτών αναδεικνύουν πόσο δύσκολο θα είναι για την ΕΕ όχι μόνο να προχωρήσει σε νέους κανονισμούς, αλλά ακόμη και να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι πολιτικοί της ΕΕ έχουν χαλαρώσει τους κανόνες προστασίας της φύσης, έχουν θέσει όρια στην εισαγωγή αδασμολόγητων σιτηρών από την Ουκρανία και κατήργησαν τη νέα, περιοριστική για τη χρήση φυτοφαρμάκων νομοθεσία. Από την Πολωνία έως την Πορτογαλία, οι αγρότες και οι αγρότισσες εξασφάλισαν αξιοσημείωτες παραχωρήσεις ως απάντηση στις οργανωμένες δράσεις τους στις ευρωπαϊκές πόλεις, αναδιαμορφώνοντας την πράσινη πολιτική της ΕΕ λίγους μήνες προ των ευρωεκλογών.

Η χώρα μας θέλει να εντάξει πιο βαθιά στο ενεργειακό της μείγμα της τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) προτείνοντας η διείσδυσή τους να φτάσει στο 87% έως το 2030. Περισσότερη ενέργεια από ΑΠΕ και λιγότερη από τις νέες τεχνολογίες υδρογόνου και βιομεθανίου περιλαμβάνει το προσχέδιο των αναθεωρημένων στόχων του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) σε σχέση με αυτό που εστάλη τον περασμένο Δεκέμβριο στις Βρυξέλλες. Το τελικό σχέδιο αναμένεται να οριστικοποιηθεί το επόμενο διάστημα για να κατατεθεί προς έγκριση στην ΕΕ μέσα στον Ιούνιο και με βάση τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της χθεσινής σύσκεψης στο ΥΠΕΝ. Το τελευταίο draft παρουσιάστηκε προχθές από τον πρόεδρο του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ) κ. Δημήτριο Καρδοματέα στα μέλη της Επιτροπής ΕΣΕΚ, παρουσία της υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κυρίας Αλεξάνδρας Σδούκου και του Γενικού Γραμματέα Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών κ. Αριστοτέλη Αϊβαλιώτη.

Ειδικότερα, το μερίδιο συμμετοχής των μονάδων παραγωγής από ΑΠΕ στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας προτείνεται να φτάσει στο 87% το 2030 από 80% που ήταν ο στόχος που είχε τεθεί στο προηγούμενο draft του ΕΣΕΚ που είχε σταλεί τον Νοέμβριο στις Βρυξέλλες και επέστρεψε με παρατηρήσεις. Παράλληλα, ο δεσμευτικός στόχος ανάπτυξης των ΑΠΕ ειδικά για θέρμανση και ψύξη τίθεται στο 52% για το 2030 (από 46% στο προηγούμενο σχέδιο). Αντίθετα, πέφτει ο πήχης στο 26% για τη διείσδυση της «πράσινης» ενέργειας στον τομέα των μεταφορών (από 29% που είναι ο στόχος της ΕΕ), γεγονός που μεταφράζεται ως «φρένο» στην ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης. Επίσης, χαμηλώνουν και οι στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας.

Οι στόχοι για την αποθήκευση παραμένουν ίδιοι για το 2030, αλλά αυξάνονται σημαντικά για το 2040. Συγκεκριμένα, η συνολική ισχύς αποθήκευσης (μπαταρίες και αντλησιοταμίευση) το 2030 μειώνεται οριακά στα 5,136 GW από 5,3 GW. H ισχύς της αντλησιοταμίευσης αυξάνεται στα 4,9 GW το 2040 από 2,2 GW το 2030 και στα 6,4 GW το 2050. Η ισχύς για τα υπεράκτια αυξάνεται οριακά από 1,9 GW σε 1,95 GW το 2030. Ωστόσο, έντονη αίσθηση προκάλεσε βέβαια η πρόθεση του ΥΠΕΝ να βάλει φρένο στους υπερφιλόδοξους στόχους του προηγούμενου σχεδίου για το «πράσινο» υδρογόνο και το βιομεθάνιο μετά το 2030. «Φρένο» μπαίνει και μπαίνει στην κατανάλωση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, η οποία από τις 12,5 τεραβατώρες στο αρχικό σχέδιο περιορίζεται στις 5,6 τεραβατώρες το 2030, ως αποτέλεσμα των προβολών για την εξέλιξη της ζήτησης που εμφανίζεται μειούμενη. Η συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου, ωστόσο, παραμένει στα ίδια επίπεδα, στις 37 τεραβατώρες τον χρόνο
Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει λάθος και οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν ακόμη περισσότερα τα επόμενα χρόνια. Αν οι στόχοι για το κλίμα δεν αλλάξουν ριζικά στην ΕΕ οι εταιρείες και οι καταναλωτές θα πληρώσουν έναν τεράστιο λογαριασμό πολλών τρισεκατομμυρίων ευρώ για την πράσινη μετάβαση, ενώ παράλληλα θα δώσουν προβάδισμα στην Κίνα και τις ΗΠΑ, σημειώνει το Bloomberg. Η ενέργεια είναι ένα από τα μέτωπα που αναμένεται να κρίνει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Στην κούρσα της πράσινης μετάβασης όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ

Όπως αναφέρει το Bloomberg, η πράσινη μετάβαση αναμένεται να είναι ένα από τα πιο καυτά ζητήματα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2024. Αυτά τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το πόσο γρήγορα θα κινηθεί η ΕΕ στη μελλοντική δράση για το κλίμα. Η Πράσινη Συμφωνία κινδυνεύει να παραλύσει από τον πολιτικό διχασμό. Ενώ οι έρευνες δείχνουν ότι οι ευρωπαίοι πολίτες υποστηρίζουν την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, είναι λιγότερο σαφές εάν είναι πρόθυμοι να επωμιστούν το κόστος. Οι διπλωμάτες της ΕΕ λένε ότι η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα θα βρεθεί στην κορυφή του καταλόγου των προτεραιοτήτων μόλις αναλάβει καθήκοντα η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά τις εκλογές. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ευρώπης βασίζονταν στη βιομηχανική της αριστεία, στις συνεχείς καινοτομίες στα βιομηχανικά προϊόντα και διαδικασίες παραγωγής, στις πλέον εξελιγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες του κόσμου, στην υψηλή εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού, την φθηνή ενέργεια και τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν αλλάξει.

Ο κίνδυνος να χάσει η ΕΕ νέες επενδύσεις στην καθαρή τεχνολογία σε μια εποχή που τις έχει περισσότερο ανάγκη έχει επιδεινωθεί από τον νόμο των ΗΠΑ για τη μείωση του πληθωρισμού (IRA), ο οποίος περιλαμβάνει περίπου 500 δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες πράσινες δαπάνες και φορολογικές ελαφρύνσεις για μια δεκαετία. Οι αλλαγές που απαιτούνταν για την επίτευξη των επιθετικών στόχων μετουσιώθηκαν σε πυρετώδεις διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη και το κοινοβούλιο του μπλοκ. Οι επιπτώσεις της πανδημίας διατάραξαν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και ανέδειξαν την εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών. Στη συνέχεια, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αύξησε το κόστος της ενέργειας, πλήττοντας μια οικονομία που προσπαθεί να ανακάμψει από τα «λουκέτα».

Η συγκράτηση του ενεργειακού κόστους είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Η ενέργεια ήταν ιστορικά πιο ακριβή από ό,τι στις ΗΠΑ ή την Κίνα, αλλά ο πόλεμος δημιούργησε ένα μεγαλύτερο χάσμα, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα του μπλοκ. Γι’ αυτό η δράση από πλευράς κρατών – μελών είναι μονόδρομος. «Πρέπει να εξηγήσουμε καλύτερα και απλούστερα τα οφέλη της μετάβασης», δήλωσε ο ΓΓ του ΥΠΕΝ, Πέτρος Βαρελίδης. Τόσο εθνικές κυβερνήσεις όσο και παράγοντες της ελληνικής και διεθνούς αγοράς υποστηρίζουν ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν και ότι έχουν προβλεφθεί και δαπανηθεί ήδη μεγάλα ποσά για την πράσινη μετάβαση αλλά δεν έχει δοθεί η προσήκουσα έμφαση στην προσαρμογή. Υπενθυμίζεται πως η Ελλάδα ήταν μεταξύ των χωρών που είπαν όχι στην πρόταση της Κομισιόν για μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90 % έως το 2040 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, έναν επιπλέον ενδιάμεσο στόχο (πέραν του υπάρχοντος στόχου για μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030) έως ότου η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050.