Η παγκόσμια αγορά ηλεκτρικών οχημάτων εισέρχεται σε φάση βαθιάς αναταραχής, καθώς η Κίνα –ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας EVs στον κόσμο– αναγνωρίζει πλέον επισήμως ότι έχει δημιουργήσει ένα τέρας υπερπαραγωγής στο εσωτερικό της, την ίδια στιγμή που οι δυτικές οικονομίες αρχίζουν να χαλαρώνουν τα εμπορικά αναχώματα που είχαν υψώσει για να προστατεύσουν τις δικές τους αυτοκινητοβιομηχανίες.

Σύμφωνα με το Bloomberg, το Πεκίνο επιχειρεί εσπευσμένα να συγκρατήσει τον ανελέητο πόλεμο τιμών και την εκρηκτική επέκταση παραγωγικής δυναμικότητας στους κλάδους των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των μπαταριών, ενώ η Ευρώπη, ο Καναδάς και επιμέρους ευρωπαϊκά κράτη ανοίγουν εκ νέου την πόρτα στα κινεζικά EVs, υιοθετώντας πιο ήπιες μορφές εμπορικής άμυνας. Το αποτέλεσμα είναι ένα αντιφατικό και δυνητικά εκρηκτικό μείγμα: μια Κίνα που φρενάρει και μια Δύση που υποχωρεί.

Για περισσότερο από μία δεκαετία, διεθνείς ηγέτες, κεντρικοί τραπεζίτες και επιφανείς οικονομολόγοι προειδοποιούσαν ότι η γενναία κρατική στήριξη της Κίνας σε στρατηγικούς τομείς, με προεξάρχοντα την ηλεκτροκίνηση, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και σε πλημμυρίδα αθέμιτα φθηνών εξαγωγών. Το Πεκίνο απέρριπτε τις αιτιάσεις περί «βιομηχανικής υπερδυναμικότητας» ως υπερβολικές ή πολιτικά υποκινούμενες, ενώ η Ουάσιγκτον καλούσε τους συμμάχους της να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο απέναντι στις μακροοικονομικές ανισορροπίες που δημιουργούσε το κινεζικό μοντέλο ανάπτυξης.

Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Η Κίνα είναι εκείνη που κρούει πρώτη τον κώδωνα του κινδύνου για τις στρεβλώσεις που η ίδια προκάλεσε. Την περασμένη εβδομάδα, κινεζικές ρυθμιστικές αρχές προειδοποίησαν με «αυστηρές ποινές» αυτοκινητοβιομηχανίες που έχουν επανειλημμένα αγνοήσει κυβερνητικές παραινέσεις να περιορίσουν τον πόλεμο τιμών σε μια αγορά ηλεκτρικών οχημάτων που χαρακτηρίζεται πλέον επισήμως ως «παράλογη». Νωρίτερα μέσα στον μήνα, κεντρικό κυβερνητικό υπουργείο απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τους κατασκευαστές μπαταριών να σταματήσουν την αλόγιστη επέκταση και τον καταστροφικό ανταγωνισμό, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η εποχή της άνευ όρων ανάπτυξης έχει φτάσει στα όριά της.

Οι παρεμβάσεις αυτές αντανακλούν την αυξανόμενη ανησυχία του Πεκίνου ότι η υπερπαραγωγή απειλεί πλέον όχι μόνο τη βιωσιμότητα δεκάδων εγχώριων εταιρειών, αλλά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή σε περιοχές που εξαρτώνται από τη βιομηχανία ηλεκτροκίνησης. Η Κίνα διαθέτει σήμερα παραγωγική δυναμικότητα για πολύ περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και μπαταρίες από όσα μπορεί να απορροφήσει τόσο η εγχώρια όσο και η παγκόσμια αγορά, γεγονός που συμπιέζει δραματικά τα περιθώρια κέρδους και οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο εκπτώσεων, ζημιών και επιθετικής εξαγωγικής στρατηγικής.

Την ίδια στιγμή, και ενώ το Πεκίνο επιχειρεί να μαζέψει τα εσωτερικά του μέτωπα, ο υπόλοιπος κόσμος δείχνει σημάδια χαλάρωσης απέναντι στην κινεζική πλημμυρίδα. Σύμφωνα με το Bloomberg, μετά την επιβολή υψηλών δασμών στις εισαγωγές κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων το 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο να αντικαταστήσει τα μέτρα αυτά με συμφωνίες ελάχιστης τιμής εισαγωγής, επιδιώκοντας έναν πιο «διαχειρίσιμο» συμβιβασμό με το Πεκίνο αντί για μια ανοιχτή εμπορική σύγκρουση.

Ο Καναδάς, που είχε υιοθετήσει ακόμη πιο επιθετική γραμμή, επιβάλλοντας βαρείς δασμούς στα κινεζικά αυτοκίνητα πριν από δύο χρόνια, προχώρησε την περασμένη εβδομάδα σε εντυπωσιακή στροφή. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ ανακοίνωσε ότι η χώρα θα επιτρέπει την εισαγωγή 49.000 ηλεκτρικών οχημάτων ετησίως με δασμό μόλις 6,1%, αίροντας έναν πρόσθετο τιμωρητικό δασμό 100%. Όπως δήλωσε, προσδοκά «σημαντικές» κινεζικές επενδύσεις εντός της επόμενης τριετίας, με συνεργασίες ανάμεσα σε κινεζικούς και καναδικούς ομίλους ώστε να διατηρηθούν ή να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Γερμανία ανακοίνωσε ότι το νέο κρατικό πρόγραμμα επιδότησης ηλεκτρικών οχημάτων ύψους 3 δισ. ευρώ, το οποίο θα τεθεί σε ισχύ το 2025, θα είναι ανοικτό σε όλους τους κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών εταιρειών. Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς συμπίπτει με τη θεαματική άνοδο της κινεζικής BYD, η οποία έχει πλέον αναδειχθεί στον μεγαλύτερο πωλητή πλήρως ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως, καταγράφοντας οκταπλασιασμό των πωλήσεών της στη Γερμανία μέσα σε έναν μόλις χρόνο και ξεπερνώντας την Tesla σε παγκόσμιες παραδόσεις.

Παρά τη ραγδαία αυτή άνοδο, η κινεζική παρουσία στη γερμανική αγορά παραμένει ακόμη περιορισμένη σε απόλυτους αριθμούς. Για κάθε ένα αυτοκίνητο που πούλησε η BYD στη Γερμανία πέρυσι, η Volkswagen ταξινόμησε περίπου 2.300 οχήματα με το δικό της σήμα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιείται από το Βερολίνο για να υποβαθμίσει τον κίνδυνο. Ο υπουργός Περιβάλλοντος της Γερμανίας, Κάρστεν Σνάιντερ, δήλωσε στις 19 Ιανουαρίου ότι δεν βλέπει καμία ένδειξη «μαζικής εισροής» κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών στη χώρα, ούτε στα στατιστικά στοιχεία ούτε στους δρόμους. «Γι’ αυτό και αντιμετωπίζουμε τον ανταγωνισμό χωρίς να επιβάλλουμε περιορισμούς», ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τόνο συναγερμού που εκπέμπουν κορυφαία στελέχη της δυτικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ford, Τζιμ Φάρλεϊ, δήλωσε τον περασμένο μήνα, με αφορμή τη στρατηγική συνεργασία με τη Renault για την από κοινού ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων, ότι «βρισκόμαστε σε έναν αγώνα για τη ζωή μας και για την επιβίωση της βιομηχανίας μας». Η δήλωση αποτυπώνει τον φόβο ότι ο συνδυασμός κινεζικής υπερπαραγωγής, χαμηλού κόστους και κρατικής στήριξης μπορεί να αποδειχθεί συντριπτικός για πολλούς δυτικούς κατασκευαστές.

Σύμφωνα με το Bloomberg, το τοπίο που διαμορφώνεται είναι βαθιά αντιφατικό. Από τη μία πλευρά, η Κίνα προσπαθεί να συγκρατήσει τις συνέπειες μιας βιομηχανικής στρατηγικής που δημιούργησε υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και αποσταθεροποίησε τις τιμές στο εσωτερικό. Από την άλλη, οι δυτικές κυβερνήσεις δείχνουν κόπωση από τη σκληρή γραμμή των δασμών και αναζητούν πιο ευέλικτες φόρμουλες συνύπαρξης με την κινεζική βιομηχανική ισχύ, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται εντεινόμενο ανταγωνισμό για τις εγχώριες επιχειρήσεις τους.

Το μόνο βέβαιο, καταλήγει το Bloomberg, είναι ότι ο παγκόσμιος κλάδος των ηλεκτρικών οχημάτων οδεύει προς αναπόφευκτη αναδιάρθρωση. Η υπερπροσφορά, ο ανελέητος πόλεμος τιμών και η είσοδος ολοένα περισσότερων παικτών σε μια ήδη κορεσμένη αγορά καθιστούν τη συγκέντρωση, τις συγχωνεύσεις και τις χρεοκοπίες πρακτικά αναπόφευκτες. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα έρθει η εξυγίανση, αλλά πόσο οδυνηρή και χαοτική θα αποδειχθεί η διαδικασία αυτή για τις βιομηχανίες και τις οικονομίες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης.

Διαβάστε ακόμη