Η διάδοση της ηλεκτροκίνησης αντιμετώπισε πρόσφατα «αντίθετο άνεμο», αλλά τώρα τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν μια ισχυρή ανιούσα μέχρι το 2035. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας ματιάς στο μέλλον της ηλεκτροκίνησης, σε μια μελέτη της συμβουλευτικής εταιρείας Strategy&, που ανήκει στην PWC. Αν και για τους συμβούλους ο όρος «αντίθετος άνεμος» σημαίνει ότι η εξέλιξη των πωλήσεων για τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα (BEV) δεν πήγε πρόσφατα τόσο καλά όσο στην αισιόδοξη πρόβλεψη του 2023, οι αριθμοί δείχνουν τώρα μια απότομη άνοδο.

Σύμφωνα με το FAZ, η κορύφωση της παραγωγής αυτοκινήτων με κινητήρα εσωτερικής καύσης έχει ήδη ξεπεραστεί από το 2017. Η διάδοση των BEV έχει πλέον προχωρήσει τόσο πολύ, που από το 2025 θα γίνουν αισθητές οι οικονομίες κλίμακας στην κατασκευή αυτών των ηλεκτρικών οχημάτων. Ωστόσο, η ανάπτυξη της αγοράς BEV είναι πολύ διαφορετική ανά περιοχή: Στην Κίνα το 2024 πουλήθηκαν περίπου 6,7 εκατομμύρια BEV, με τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα να φτάνουν μερίδιο αγοράς 26%. Στην Ευρώπη, οι πωλήσεις BEV έφτασαν τα δύο εκατομμύρια ή 15% μερίδιο αγοράς, ενώ στις ΗΠΑ το 2024 αντιστοιχούσαν στα BEV μόνο 1,2 εκατομμύρια πωλήσεις και οκτώ τοις εκατό της αγοράς. Η Strategy& αναμένει ότι, με τη νέα δυναμική για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, το παγκόσμιο μερίδιο των BEV θα αυξηθεί από 15% το 2024 σε σχεδόν 60% το 2035.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία της μελέτης, τα τελευταία χρόνια η κατανάλωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων βαίνει μειούμενη και η αυτονομία τους αυξάνεται, με τον μέσο όρο να υποχωρεί από τις 19,5 kWh/100 km το 2018 στις 17,5 kWh/100 km το 2024 (μείωση 5–10%) και να εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 15,5 kWh/100 km το 2030 (μείωση 10–15%). Παράλληλα, το μερίδιο των ηλεκτρικών οχημάτων στις παγκόσμιες πωλήσεις αυξάνεται δυναμικά: το 2025 αναμένεται να φτάσουν το 17% έναντι 83% των συμβατικών και υβριδικών, το 2030 το 38% και το 2035 το 58%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα παραδοσιακά μοντέλα. Η ανάπτυξη αυτή θα είναι εντονότερη στην Κίνα (30% το 2025 και 79% το 2035) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (20% το 2025 και 89% το 2035), ενώ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ακολουθήσουν, αν και με χαμηλότερους ρυθμούς (10% το 2025 και 58% το 2035).

Οι σύμβουλοι βλέπουν τρεις κινητήριες δυνάμεις για την αύξηση των πωλήσεων BEV: Πρώτον, είναι οι τεχνικές καινοτομίες, οι οποίες συνδέονται εν μέρει με το μειωμένο κόστος παραγωγής για τα αυτοκίνητα – αυτός είναι ο δεύτερος λόγος. Τρίτον, το συνολικό κόστος χρήσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων είναι χαμηλότερο για τους αγοραστές.

Θετική επίδραση στην εξέλιξη των πωλήσεων ηλεκτρικών αυτοκινήτων έως το 2030 θα έχουν επίσης οι φόροι CO2 για τα αυτοκίνητα με κινητήρα εσωτερικής καύσης, οι οποίοι θα καταστήσουν τη λειτουργία τους σχετικά ακριβότερη. Μια επαρκής διαθεσιμότητα υποδομών φόρτισης δίνει ήδη φέτος μια ώθηση στη διάδοση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Η θετική εξέλιξη για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα εξασφαλίσει επίσης, μέχρι το 2030, ότι η απώλεια αξίας των μεταχειρισμένων ηλεκτρικών αυτοκινήτων θα εξισωθεί με αυτή των συμβατικών. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να καταστήσει την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων πιο ελκυστική και επιπλέον να μειώσει τα μισθώματα leasing.

Τεχνικές Βελτιώσεις και Κύκλοι Καινοτομίας

Η χημεία των κυψελών μπαταρίας και η τεχνολογία των ηλεκτρικών κινητήρων προσφέρουν συνεχώς νέες τεχνικές βελτιώσεις, σύμφωνα με την εκτίμηση της Strategy&. Αυτό διευκολύνει την αύξηση της ηλεκτρικής αυτονομίας, που κάποτε θεωρούνταν κρίσιμος παράγοντας. Από την άλλη, η Strategy& πιστεύει ότι υπάρχει ένα σημαντικό κίνητρο για τη μείωση της κατανάλωσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων: Με αυτόν τον τρόπο, η αυτονομία μπορεί να αυξηθεί χωρίς να γίνονται οι μπαταρίες ολοένα και μεγαλύτερες και συνεπώς ακριβότερες.

«Η προσπάθεια για χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας είναι ένας τομέας όπου οι ευρωπαίοι κατασκευαστές οχημάτων μπορούν να δείξουν την τεχνογνωσία τους», λέει ο Jörn Neuhausen, επικεφαλής ηλεκτροκίνησης στη Strategy&. Η κατανάλωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, που παλαιότερα υπολογιζόταν σε πάνω από 20 κιλοβατώρες (kWh) ανά 100 χιλιόμετρα, έχει ήδη μειωθεί κατά πέντε έως δέκα τοις εκατό από το 2018. Τώρα αναμένεται περαιτέρω μείωση έως και 15 τοις εκατό. Για τους οδηγούς, αυτό σημαίνει ότι το κόστος λειτουργίας θα μπορούσε να γίνει ακόμη χαμηλότερο.

Ο ρυθμός των καινοτομιών απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των αυτοκινητοβιομηχανιών. Οι γερμανικοί όμιλοι, όπως η Volkswagen, σχεδιάζουν μέχρι τώρα με κύκλους προϊόντων έξι έως οκτώ ετών για τα συμβατικά μοντέλα.

Αλλά το ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι ένας άλλος κόσμος, υποστηρίζει ο Neuhausen: «Στα καθιερωμένα και βελτιστοποιημένα για δεκαετίες μοντέλα εσωτερικής καύσης, η καμπύλη καινοτομίας είναι πλέον πιο επίπεδη από ό,τι στον ηλεκτρικό κόσμο». Στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η ταχύτητα της αλλαγής παραμένει υψηλή: «Έξι έως οκτώ χρόνια για έναν κύκλο προϊόντος είναι ένα μεγάλο διάστημα, που θα σήμαινε ότι σήμερα θα βασιζόμασταν σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα του 2019», λέει ο Neuhausen. «Αυτό είναι συγκρίσιμο με την εξέλιξη του iPhone, το οποίο μετά από έξι χρόνια δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που περιμένει κανείς σήμερα».

Η Αυτονομία και η Φόρτιση ως Πρότυπο

Εκτός από τις μεγαλύτερες αυτονομίες και τη χαμηλότερη κατανάλωση, η ολοένα και καλύτερη τεχνολογία για τη φόρτιση καθιστά τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα πιο ελκυστικά. Αυτονομίες 500 έως 800 χιλιομέτρων και ισχύς φόρτισης νέων μοντέλων έως 400 kW θέτουν νέα πρότυπα. «Πιστεύουμε ότι έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο απόδοσης ως προς την αυτονομία και την ταχύτητα φόρτισης, με το οποίο μπορεί κανείς να διαχειριστεί καλά τις μεγάλες αποστάσεις», λέει ο Neuhausen. Ενώ ένα αυτοκίνητο με αυτονομία άνω των 1000 χλμ. είναι τεχνικά εφικτό, δεν θεωρείται οικονομικά βιώσιμο για μαζική παραγωγή. Η τεχνολογία 800 Volt και η ισχύς φόρτισης 400 kW αναμένεται να γίνουν το πρότυπο.

Κίνδυνοι και Ανατροπές για την Ευρώπη

Η αναμενόμενη επιτάχυνση της στροφής προς την ηλεκτροκίνηση θα επιφέρει ανατροπές στην αυτοκινητοβιομηχανία. Η σημαντικότερη είναι η ανάπτυξη του κλάδου μπαταριών και ηλεκτρικών κινητήρων. Ο συνολικός διεθνής τζίρος του θα υπερδιπλασιαστεί σε πέντε χρόνια, από 272 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 σε 634 δισεκατομμύρια ευρώ το 2030. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τα συνδυασμένα έσοδα των VW, Stellantis και Mercedes-Benz το 2024.

Ωστόσο, εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος: το 2030, αναμένεται ότι στην παγκόσμια παραγωγή κυψελών μπαταρίας, η Κίνα θα κατέχει μερίδιο αγοράς 70%, η Νότια Κορέα 15% και η Ευρώπη μόλις 5%. Για τον Neuhausen, μια ασιατική κυριαρχία στην παραγωγή κυψελών μπαταρίας αποτελεί ένα απειλητικό σενάριο για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία: «Χωρίς δική της παραγωγή κυψελών μπαταρίας, η Ευρώπη χάνει ολοένα και περισσότερη προστιθέμενη αξία προς την Ασία. Αυτό επηρεάζει τους προμηθευτές ακόμη περισσότερο από τους κατασκευαστές. Η μετατόπιση της προστιθέμενης αξίας θα μας κοστίσει θέσεις εργασίας. Για κάθε αυτοκίνητο, 5.000 έως 8.000 ευρώ από το κόστος κατασκευής για τις μπαταρίες θα πηγαίνουν στην Ασία».

Ως λύση, οι ειδικοί προτείνουν την ευρωπαϊκή στήριξη για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών κινδύνων στην κατασκευή κυψελών μπαταρίας. Ταυτόχρονα, προτείνουν στην Ευρώπη να αντιγράψει παλαιότερες στρατηγικές της Κίνας: «Πριν από μερικές δεκαετίες, η πρόσβαση στην αγορά της Κίνας ήταν δυνατή για τις ευρωπαϊκές εταιρείες μόνο αν δημιουργούσαν κοινοπραξίες με κινεζικές εταιρείες, επειδή οι Κινέζοι ήθελαν να επιτύχουν μεταφορά τεχνολογίας», λέει ο Philipp Rose, διευθυντής στη Strategy&. «Αντίστοιχα, η Ευρώπη θα πρέπει τώρα να επιδιώξει τεχνολογικές συνεργασίες για να μάθει από την τεχνογνωσία ανάπτυξης και, κυρίως, εκβιομηχάνισης των Ασιατών προμηθευτών».

Διαβάστε ακόμη