Την ενίσχυση των ευρωπαϊκών επενδύσεων στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών και της ενέργειας επισφράγισε η νέα διμερής συμφωνία μεταξύ Βρυξελλών και Οτάβας. Έπειτα από εκτενείς συνομιλίες υψηλόβαθμων Ευρωπαίων αξιωματούχων με την καναδική κυβέρνηση στο Μόντρεαλ, η ΕΕ επιβεβαίωσε την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για ένα νέο πλαίσιο που θα «διευκολύνει τις ευρωπαϊκές επενδύσεις σε κρίσιμους πόρους του Καναδά, ιδίως σε κρίσιμες πρώτες ύλες», διευρύνοντας το διμερές εμπόριο.
Οι ροές των κεφαλαίων θα υλοποιηθούν μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), του επίσημου χρηματοδοτικού βραχίονα της Ένωσης. Ταυτόχρονα, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να προχωρήσουν σε «μακροπρόθεσμη μελέτη σκοπιμότητας» για την εξαγωγή καναδικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά. Παρότι ο Καναδάς διαθέτει πλούσια αποθέματα φυσικού αερίου, στερείται επί του παρόντος των απαραίτητων υποδομών υγροποίησης και εξαγωγής στην ανατολική του ακτή.
Στρατηγική συνεργασία
Οι δεσμεύσεις αυτές αποτελούν μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας εμβάθυνσης των σχέσεων. Οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ομοϊδεάτισσες δημοκρατίες, μέσα σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον που απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τη βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη που κυριάρχησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην κοινή ανακοίνωση ΕΕ και Καναδά περιγράφεται ρητά η επενδυτική στόχευση: «Θα επιταχύνουμε τη συνεργασία μας για τη στήριξη επενδύσεων σε έργα κρίσιμων πρώτων υλών, τόσο στον Καναδά όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εξόρυξης, επεξεργασίας, διύλισης, μεταποίησης και ανακύκλωσης».
Επιπλέον, οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να «διερευνήσουν ευκαιρίες συνεργασίας σε έργα πρώτων υλών σε τρίτες χώρες, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως έργα κοινού ενδιαφέροντος». Η κοινή δήλωση, που έχει ως θεμέλιο την οικοδόμηση μιας «ακόμη στενότερης σχέσης μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ενέργεια. Αντιθέτως, περιλαμβάνει τη συνεργασία στους τομείς της ασφάλειας, του εμπορίου, της τεχνολογίας και της ΑΙ, καλύπτοντας παράλληλα ζητήματα πολιτικής ανταγωνισμού, χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και πολιτιστικών ανταλλαγών.
Διαβάστε ακόμη
