Φόβοι για επανάληψη της κρίσης του 2022
Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση των ευρωπαϊκών θεσμών. Τότε, οι γενναιόδωρες κρατικές παρεμβάσεις συνέβαλαν στον περιορισμό των κοινωνικών επιπτώσεων, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσαν τον πληθωρισμό και επιβάρυναν σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις μιας ενεργειακής κρίσης δεν περιορίζονται σε έναν τομέα, αλλά διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία. Όπως ανέφερε, η Επιτροπή επιχειρεί μια «συντονισμένη προσπάθεια» ώστε τα μέτρα στήριξης να μην προκαλέσουν αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες.
Άνοδος τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Οι πρόσφατες αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν έχουν οδηγήσει σε άνοδο περίπου 60% στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη, εντείνοντας τους φόβους για ελλείψεις σε ντίζελ και καύσιμα αεροσκαφών. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο νέου πληθωριστικού κύματος, σε μια περίοδο που η Ευρώπη προσπαθεί ακόμη να σταθεροποιήσει τις οικονομίες της μετά από διαδοχικά σοκ.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι τα γενικευμένα μέτρα στήριξης μπορεί να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας υπερβολικά τη ζήτηση και οδηγώντας σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Αντίθετα, τάσσεται υπέρ «προσωρινών, στοχευμένων και προσαρμοσμένων» παρεμβάσεων.
Η ανησυχία των Βρυξελλών εστιάζει κυρίως στα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια των κρατών-μελών. Μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση του 2022, το δημόσιο χρέος στην ΕΕ έχει αυξηθεί αισθητά. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ από 77,8% το 2019 ανήλθε σε πάνω από 82% το 2024, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα νέων μεγάλων παρεμβάσεων.
Ο επίτροπος Οικονομίας, Valdis Dombrovskis, έχει καταστήσει σαφές ότι οι κυβερνήσεις διαθέτουν πλέον «περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο». Προειδοποίησε ότι η υπερβολική δαπάνη θα μπορούσε να έχει «σοβαρές δημοσιονομικές επιπτώσεις», ειδικά σε μια περίοδο αυξημένων αμυντικών δαπανών.
Πιέσεις από τα κράτη-μέλη για χαλάρωση κανόνων
Παρά τις προειδοποιήσεις της Επιτροπής, αρκετές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε μέτρα στήριξης. Η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία έχουν μειώσει φόρους στα καύσιμα, ενώ η Ρώμη πιέζει για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων ώστε να αυξηθεί η ευελιξία στους προϋπολογισμούς.
Ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών, Giancarlo Giorgetti, χαρακτήρισε «αναπόφευκτη» μια πιο επιεική στάση της ΕΕ ως προς τα όρια ελλείμματος. Ήδη, το ιταλικό έλλειμμα για το 2025 εκτιμάται στο 3,1% του ΑΕΠ, πάνω από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Μπροστά στην αυξανόμενη πίεση, πέντε χώρες (Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Αυστρία) προτείνουν την επιβολή πανευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών. Η πρόταση αυτή παραπέμπει στο μοντέλο του 2022, όταν επιβλήθηκαν προσωρινά όρια στα έσοδα των εταιρειών ηλεκτροπαραγωγής.
Στόχος είναι να χρηματοδοτηθούν μέτρα στήριξης χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου σε επίπεδο ΕΕ παραμένει πολιτικά και τεχνικά σύνθετη.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φοβούνται ότι η τρέχουσα κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί στην τρίτη μεγάλη οικονομική κρίση της τελευταίας εξαετίας, μετά την πανδημία Covid-19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και στις δύο περιπτώσεις, η απάντηση βασίστηκε σε εκτεταμένα πακέτα στήριξης που αύξησαν το δημόσιο χρέος.
Η Επιτροπή επιμένει ότι αυτή τη φορά απαιτείται μεγαλύτερη πειθαρχία και καλύτερος συντονισμός. Τα κράτη-μέλη καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των πολιτών και στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Ένα επιπλέον δίλημμα αφορά τη συμβατότητα των μέτρων στήριξης με τους στόχους της πράσινης μετάβασης. Οι Βρυξέλλες προειδοποιούν ότι ακόμη και σε συνθήκες κρίσης, οι παρεμβάσεις δεν πρέπει να υπονομεύουν τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Όπως σημείωσε ο Γιόργκενσεν, σε περιόδους κρίσης οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να στηρίξουν ακόμη και δραστηριότητες που υπό κανονικές συνθήκες θα απέφευγαν. Ωστόσο, αυτή η στήριξη πρέπει να έχει αυστηρά προσωρινό χαρακτήρα, ώστε να μην εκτροχιαστεί η μακροπρόθεσμη στρατηγική της ΕΕ.
Διαβάστε ακόμη
