Το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης «πολιτικής φόρτισης», ίσως από τις πιο αμφιλεγόμενες των τελευταίων δεκαετιών. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν μια σύνθετη εξίσωση: να ισορροπήσουν ανάμεσα στην οικονομική προσιτότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τις δεσμεύσεις για το κλίμα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) βρίσκεται στο επίκεντρο αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων.
Κατά την ετήσια υπουργική σύνοδο που ξεκίνησε χθες στο Παρίσι, οι αποκλίσεις απόψεων έγιναν ιδιαίτερα εμφανείς. Οι συζητήσεις για την κατεύθυνση της κλιματικής πολιτικής, την έννοια της ενεργειακής ασφάλειας και τον ρόλο που οφείλουν να διαδραματίζουν οι διεθνείς οργανισμοί αποκάλυψαν μια ουσιαστική διάσταση μεταξύ των ΗΠΑ και αρκετών από τους παραδοσιακούς συμμάχους τους.
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται ένα κρίσιμο στρατηγικό δίλημμα: θα πρέπει ο κορυφαίος διεθνής θεσμός στον τομέα της ενέργειας να δίνει προτεραιότητα σε προβολές και πολιτικές που επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση και την απανθρακοποίηση, ή να επαναπροσδιορίσει την αποστολή του, επιστρέφοντας στον αρχικό του ρόλο, με έμφαση στην παροχή ουδέτερων δεδομένων και στη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας;
Διελκυστίνδα δυνάμεων
Ο εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΑ, Fatih Birol, έχει προειδοποιήσει ότι μια «διάρρηξη της παγκόσμιας τάξης» επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τις ενεργειακές επιλογές. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι χώρες δεν κινούνται πλέον προς μια κοινή κατεύθυνση όσον αφορά την ενέργεια και το κλίμα. Αντίθετα, αναδύονται διαφορετικές στρατηγικές:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απομακρύνονται από τις κλιματικές δεσμεύσεις, απειλώντας παράλληλα με αποχώρηση από τον Οργανισμό.
Η Ευρώπη και η Κίνα συνεχίζουν να προωθούν τον εξηλεκτρισμό και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών.
Άλλα κράτη υιοθετούν πιο ευέλικτες ή μικτές προσεγγίσεις, επηρεασμένες από οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες.
Η μετατόπιση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη διεθνή αστάθεια, όπου η ενεργειακή πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με τη βιομηχανική στρατηγική, τις εμπορικές αντιπαραθέσεις και την εθνική ασφάλεια.
Η υποχώρηση των ΗΠΑ
Υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες άλλαξαν ριζικά τη στάση τους απέναντι στο κλίμα. Η κυβέρνηση κατήργησε βασικούς κανονισμούς για τις εκπομπές, αποσύρθηκε από σημαντικές διεθνείς συμφωνίες και γενικότερα περιόρισε τη συμμετοχή της σε πολυμερείς πρωτοβουλίες.
Στις συζητήσεις στο Παρίσι, ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Chris Wright επέκρινε έντονα τα σενάρια μηδενικών εκπομπών του ΙΕΑ για το 2050, χαρακτηρίζοντάς τα «γελοία» και υποστηρίζοντας ότι ο οργανισμός πρέπει να επικεντρωθεί σε απτά ενεργειακά δεδομένα και όχι σε πολιτικά καθοδηγούμενες προβλέψεις.
Το μήνυμά του ήταν σαφές: εάν ο ΙΕΑ εξακολουθήσει «να κυριαρχείται από κλιματικές ατζέντες», οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να αποχωρήσουν από τον οργανισμό. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ καλύπτουν περίπου το 14% του προϋπολογισμού του, η απειλή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η στρατηγική αναπροσαρμογή του ΙΕΑ
Η ένταση αυτή συμπίπτει με μια εμφανή μεταστροφή στη στρατηγική του ίδιου του ΙΕΑ. Στην τελευταία του εμβληματική έκθεση, ο οργανισμός επανέφερε το «Σενάριο Τρεχουσών Πολιτικών», το οποίο προβλέπει ότι η ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται για δεκαετίες, εφόσον συνεχιστούν οι σημερινές κυβερνητικές πολιτικές.
Η κίνηση αυτή σηματοδότησε αλλαγή σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, όταν ο οργανισμός έδινε μεγαλύτερη έμφαση σε σενάρια ταχείας απανθρακοποίησης. Η επιστροφή σε προβλέψεις που βασίζονται στις πραγματικές πολιτικές επιλογές αντανακλά την αυξανόμενη πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα.
Ο Birol επιμένει ότι η αλλαγή δεν ήταν αποτέλεσμα αμερικανικών πιέσεων, αλλά ανταπόκριση στα αιτήματα των κρατών-μελών. Ωστόσο, πολλοί αναλυτές τη θεωρούν προσπάθεια εξισορρόπησης των αυξανόμενων επικρίσεων και διατήρησης της αξιοπιστίας του οργανισμού.
Ευρωπαϊκές ισορροπίες
Παρότι η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη στην ενεργειακή μετάβαση, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι υιοθετούν πλέον πιο πραγματιστική ρητορική. Η Sophie Hermans, που προήδρευσε της υπουργικής συνάντησης, τόνισε την ανάγκη ευελιξίας σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Όπως είπε, οι επιχειρήσεις χρειάζονται σαφή κατεύθυνση, όμως οι κυβερνήσεις πρέπει να μπορούν να προσαρμόζουν τις πολιτικές τους όταν οι συνθήκες αλλάζουν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη μετριάσει ορισμένους στόχους, προσαρμόζοντας χρονοδιαγράμματα και μέτρα. Αυτές οι κινήσεις αντανακλούν πολιτικό ρεαλισμό και όχι εγκατάλειψη της κλιματικής στρατηγικής.
Ο ενεργειακός ρεαλισμός της Αθήνας
Υπενθυμίζεται ότι τη νέα αυτή προσέγγιση του ενεργειακού ρεαλισμού, είχε αναδείξει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο άρθρο του στους Financial Times, περιγράφοντας τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης».
Στην ελληνική κυβέρνηση, η φιλοσοφία αυτή έχει βρει σαφή πολιτική έκφραση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου να αναδεικνύει συστηματικά την ανάγκη για μια μετάβαση που θα είναι όχι μόνο πράσινη αλλά και εφαρμόσιμη. Η παρέμβασή του στο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος, όπου η Ελλάδα συνέβαλε στην ενσωμάτωση ρητρών αναθεώρησης των στόχων για το κλίμα μέχρι το 2040 ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική: η ευελιξία δεν αναιρεί τη φιλοδοξία αλλά ενισχύει τη δυνατότητα επίτευξής της.
Οι θέσεις της Επιτροπής
Ταυτόχρονα, ευρωπαίοι αξιωματούχοι όπως ο Επίτροπος Dan Jørgensen συνεχίζουν να παρουσιάζουν την καθαρή ενέργεια ως βιομηχανική και στρατηγική αναγκαιότητα. Η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών και της παραγωγής μπαταριών, όπως υποστηρίζουν, αποδεικνύει ότι η μετάβαση είναι οικονομικά βιώσιμη.
Κρίσιμες πρώτες ύλες: ένα σπάνιο σημείο σύγκλισης
Παρά τις έντονες διαφωνίες για την κλιματική πολιτική, υπάρχει ένα πεδίο όπου φαίνεται να διαμορφώνεται συναίνεση: οι κρίσιμες πρώτες ύλες. Η ενεργειακή μετάβαση εξαρτάται από μέταλλα όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες, ενώ η υψηλή εξάρτηση από την Κίνα προκαλεί ανησυχία.
Ο Birol και ευρωπαίοι υπουργοί προειδοποιούν για την ανάγκη διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού και ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ χωρών με κοινές επιδιώξεις. Σε αυτό το σημείο, οι αμερικανικές ανησυχίες περί ενεργειακής ασφάλειας συναντούν πιο εύκολα τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, προσφέροντας έναν πιθανό χώρο συνεργασίας.
Επέκταση παρά τον σκεπτικισμό
Παρά την αμερικανική επιφυλακτικότητα απέναντι στους πολυμερείς οργανισμούς, ο ΙΕΑ συνεχίζει να προσελκύει νέα μέλη. Η Κολομβία αναμένεται να ενταχθεί πλήρως, ενώ η Ινδία και η Βραζιλία προχωρούν προς βαθύτερη συμμετοχή και το Βιετνάμ ενισχύει τον ρόλο του ως συνεργαζόμενο μέλος. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι πολλές χώρες εξακολουθούν να θεωρούν τον οργανισμό κρίσιμο εργαλείο σε ένα ολοένα πιο περίπλοκο ενεργειακό περιβάλλον.
Η συζήτηση για την ταυτότητα του ΙΕΑ
Η σύγκρουση αντανακλά τελικά διαφορετικά οράματα για τον ρόλο του ΙΕΑ. Για τους επικριτές στις ΗΠΑ, η αξία του οργανισμού βρίσκεται στην ουδέτερη συλλογή δεδομένων και στην ανάλυση ενεργειακής ασφάλειας. Για πολλούς ευρωπαίους και Ασιάτες πολιτικούς, όμως, η ενεργειακή μετάβαση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής και γεωπολιτικής στρατηγικής, και επομένως πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις προβλέψεις του οργανισμού. Ο ΙΕΑ καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο οπτικές χωρίς να χάσει την αξιοπιστία και τη χρησιμότητά του.
Ενέργεια σε εποχή κατακερματισμού
Οι συζητήσεις στο Παρίσι ανέδειξαν μια νέα πραγματικότητα: η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον αυτονόητα κοινό έδαφος διεθνούς συνεργασίας. Αντίθετα, ανταγωνίζεται άλλες προτεραιότητες όπως η οικονομική ανταγωνιστικότητα, το κόστος ενέργειας και η γεωπολιτική ασφάλεια. Οι αμερικανικές απειλές αποχώρησης από τον ΙΕΑ δεν είναι απλώς θεσμική πίεση — αποτελούν ένδειξη μιας ευρύτερης σύγκρουσης για το ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της παγκόσμιας ενεργειακής πολιτικής.
Διαβάστε ακόμη
