Ένα νέο κύμα παρεμβάσεων ενεργειακής εξοικονόμησης, συνολικού ύψους περίπου 2,1 δισ. ευρώ, βάζει στον σχεδιασμό του το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με αιχμή τις ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, τις αντλίες θερμότητας, τους ηλιακούς θερμοσίφωνες και τα δημόσια κτίρια. Πρόκειται για ένα από τα βασικά σκέλη του ευρύτερου οδικού χάρτη για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, αλλά με έναν κρίσιμο αστερίσκο: οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις δεν μεταφράζονται σε άμεση μείωση της τιμής της κιλοβατώρας ούτε αφορούν οριζόντια το σύνολο των καταναλωτών.

Η λογική είναι διαφορετική. Όπως εξήγησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, η εξοικονόμηση μειώνει το ποσό που τελικά πληρώνει ένα νοικοκυριό επειδή περιορίζει την ενέργεια που χρειάζεται να αγοράσει, ακόμη και αν η ίδια η τιμή του ρεύματος δεν αλλάξει. Η κυβέρνηση διαχωρίζει, άλλωστε, στην παρουσίασή της τις δράσεις εξοικονόμησης από την ευελιξία στην κατανάλωση και την αυτοπαραγωγή ή αποθήκευση για ίδια χρήση.

Αυτό σημαίνει ότι τα κονδύλια που ανακοινώνονται σήμερα δεν ισοδυναμούν με όφελος που θα εμφανιστεί στον επόμενο λογαριασμό. Μεσολαβούν η εξειδίκευση των προγραμμάτων, οι προσκλήσεις, τα κριτήρια, η υποβολή και αξιολόγηση των αιτήσεων, οι εργασίες και τελικά η πιστοποίηση της ολοκλήρωσής τους. Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται η βασική πρόκληση: το ιστορικό των προηγούμενων «Εξοικονομώ» δείχνει ότι η απόσταση από την ανακοίνωση ενός προγράμματος μέχρι την ολοκλήρωση της επένδυσης μπορεί να αποδειχθεί μεγάλη.

Δεν πρόκειται μόνο για θεωρητικό κίνδυνο. Τα «Εξοικονομώ 2021» και «Εξοικονομώ 2023» χρειάστηκαν επανειλημμένες παρατάσεις, με το ΥΠΕΝ να μεταθέτει ακόμη και μέσα στο 2026 τις ημερομηνίες ολοκλήρωσής τους. Το ΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας είχε επίσης καταγράψει για το «Εξοικονομώ 2021» πολύμηνες καθυστερήσεις, επανειλημμένα αιτήματα για δικαιολογητικά και προβλήματα στις πληρωμές, ενώ παλαιότερη παρέμβαση του ΤΕΕ είχε επισημάνει ότι οι καθυστερήσεις στις εκταμιεύσεις, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, επιβάρυναν σημαντικά την υλοποίηση των έργων. Συνεπώς, για τα νέα εργαλεία το στοίχημα δεν είναι μόνο να εξασφαλιστούν οι πόροι, αλλά να φτάσουν εγκαίρως στην πραγματική οικονομία χωρίς να χαθεί μέρος της αποτελεσματικότητάς τους σε διοικητικές καθυστερήσεις και αυξημένα κόστη.

Το μεγάλο πακέτο των 1,7 δισ. ευρώ για κατοικίες

Το μεγαλύτερο νέο «καλάθι» εξοικονόμησης έρχεται μέσω του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα. Από τα συνολικά 2,1 δισ. ευρώ που παρουσιάστηκαν, τα 1,7 δισ. ευρώ προορίζονται για ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και θερμοσίφωνα. Στο ίδιο πακέτο προβλέπονται ακόμη 40 εκατ. ευρώ για περίπου 200.000 δωρεάν Πιστοποιητικά Ενεργειακής Απόδοσης, 12 εκατ. ευρώ για 13 one-stop shops και 4 εκατ. ευρώ για το Μητρώο Ενεργειακής Στήριξης.

Ο πρώτος αστερίσκος εδώ αφορά το εύρος των δικαιούχων. Όπως υπογράμμισε και ο κ. Τσάφος, το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα έχει κοινωνική στόχευση και δεν αποτελεί ένα οριζόντιο «Εξοικονομώ» ανοικτό με τους ίδιους όρους σε όλα τα νοικοκυριά.

Ο δεύτερος αφορά τη φύση των κονδυλίων. Το δωρεάν ΠΕΑ, το Μητρώο και τα one-stop shops μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση του πολίτη στο πρόγραμμα, αλλά δεν εξοικονομούν από μόνα τους ούτε μία κιλοβατώρα. Η εξοικονόμηση θα προκύψει μόνο εφόσον ακολουθήσουν και ολοκληρωθούν οι πραγματικές παρεμβάσεις στο κτίριο.

Στο ίδιο Ταμείο περιλαμβάνονται και 324 εκατ. ευρώ για το επίδομα θέρμανσης, που θα αφορά 780.000 δικαιούχους ετησίως. Πρόκειται όμως για μέτρο στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος και όχι για επένδυση ενεργειακής εξοικονόμησης, επομένως δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις δαπάνες που μειώνουν μόνιμα την κατανάλωση.

200 εκατ. ευρώ για 100.000 αντλίες θερμότητας και θερμοσίφωνες

Δεύτερο μεγάλο εργαλείο είναι το νέο πρόγραμμα που θα χρηματοδοτηθεί μέσω της ρήτρας διαφυγής, με συνολικό προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ και στόχο περίπου 100.000 δικαιούχους. Ο σχεδιασμός προβλέπει περίπου 32.000 αντλίες θερμότητας και 68.000 ηλιακούς θερμοσίφωνες.

Η επιδότηση που εμφανίζεται στην παρουσίαση ανέρχεται στο 50%, φτάνοντας στο 55% για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και για όσους ενταχθούν, παραμένει σημαντικό μέρος της επένδυσης που θα πρέπει να καλυφθεί από τον ίδιο τον δικαιούχο.

Υπάρχει μάλιστα ένα σημείο που χρειάζεται διευκρίνιση από το ΥΠΕΝ: στην ίδια διαφάνεια αναγράφεται ενίσχυση 55% για ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ η υποσημείωση παραπέμπει σε ποσοστό 60% για νοικοκυριά που πληρούν εισοδηματικά κριτήρια ευαλωτότητας. Επομένως, το τελικό ποσοστό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί στον οδηγό του προγράμματος.

Και εδώ ο χρόνος εφαρμογής θα είναι καθοριστικός. Η εμπειρία έχει δείξει ότι σε προγράμματα στα οποία ο δικαιούχος πρέπει να προχωρήσει σε αγορά εξοπλισμού και εργασίες, ενδεχόμενες αυξήσεις στις τιμές υλικών και εγκατάστασης μπορούν να περιορίσουν στην πράξη την αξία μιας επιδότησης εάν μεσολαβήσει μεγάλο διάστημα από την προκήρυξη μέχρι την υλοποίηση.

Τα 50 εκατ. ευρώ στις περιοχές Μετάβασης – μόνο τα 33 εκατ. είναι καθαρή εξοικονόμηση

Ξεχωριστό πρόγραμμα προβλέπεται για τις περιοχές Μετάβασης, συνολικού προϋπολογισμού 49,8 εκατ. ευρώ, με περίπου 10.000 δικαιούχους. Το ποσό κατανέμεται σε τρεις παρεμβάσεις:

  • 3.000 ηλιακούς θερμοσίφωνες, με επιδότηση 60% και προϋπολογισμό 2,6 εκατ. ευρώ.

  • 5.000 αντλίες θερμότητας, με επιδότηση 60% και προϋπολογισμό 30,4 εκατ. ευρώ.

  • 2.000 φωτοβολταϊκά με μπαταρία, με συνολικό προϋπολογισμό 16,8 εκατ. ευρώ.

Εδώ ο αστερίσκος είναι διπλός. Πρώτον, πρόκειται για γεωγραφικά στοχευμένη δράση, επομένως αφορά ένα περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού. Δεύτερον, από τα σχεδόν 50 εκατ. ευρώ, περίπου 33 εκατ. ευρώ αφορούν καθαρά μέτρα εξοικονόμησης, δηλαδή αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες. Το σκέλος των φωτοβολταϊκών με μπαταρία αφορά κυρίως αυτοπαραγωγή και αποθήκευση και όχι μείωση της ενεργειακής ανάγκης του κτιρίου.

162 εκατ. ευρώ για δημόσια κτίρια και σχολεία

Στο πακέτο περιλαμβάνονται επίσης δύο προγράμματα για τον δημόσιο τομέα, συνολικού ύψους περίπου 162 εκατ. ευρώ.

Το «Ηλέκτρα» αφορά 49 δημόσια κτίρια, με ποσοστά επιδότησης από 50% έως 85% και συνολικό προϋπολογισμό 117,39 εκατ. ευρώ. Το «Φοίβος – Αθηνά» αφορά 246 σχολεία, με επιδότηση έως 100% εντός των προβλεπόμενων ορίων και συνολικό ύψος 44,5 εκατ. ευρώ.

Εδώ υπάρχει ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων αστερίσκος, γιατί αφορά ακριβώς την ικανότητα εκτέλεσης των έργων. Όπως ανέφερε ο κ. Τσάφος, πρόκειται για προγράμματα που είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά λόγω των χρονοδιαγραμμάτων δεν μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα στις προθεσμίες του και για τον λόγο αυτό αναζητήθηκε χρηματοδότηση μέσω της ρήτρας διαφυγής.

Η μεταφορά των έργων σε άλλη πηγή χρηματοδότησης διασώζει τις επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση του προβλήματος: η ύπαρξη διαθέσιμων πόρων δεν αρκεί εάν τα έργα δεν μπορούν να ωριμάσουν, να συμβασιοποιηθούν και να ολοκληρωθούν έγκαιρα.

Τα 1,6 δισ. που έχουν ήδη κινητοποιηθεί

Το ΥΠΕΝ αντιπαραβάλλει στα νέα εργαλεία και τις παρεμβάσεις που έχουν προηγηθεί. Σύμφωνα με την παρουσίαση, έχουν διατεθεί περίπου 1,6 δισ. ευρώ σε περισσότερους από 260.000 δικαιούχους, εκ των οποίων πάνω από 99.000 μέσω των «Εξοικονομώ», περισσότεροι από 160.000 για αντλίες θερμότητας και θερμοσίφωνες και πάνω από 1.700 επιχειρήσεις μέσω του «Αλλάζω Συσκευή» και δράσεων του τριτογενούς τομέα.

Το ποσό αυτό, ωστόσο, αφορά ήδη δρομολογημένες δράσεις και όχι νέα χρηματοδότηση. Και ακόμη σημαντικότερο, ο αριθμός των δικαιούχων και το ύψος των κονδυλίων δεν αποτυπώνουν από μόνα τους την ταχύτητα υλοποίησης ούτε το πραγματικό ενεργειακό αποτέλεσμα κάθε παρέμβασης.

Αυτό είναι τελικά και το βασικό στοίχημα του νέου κύκλου. Η κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της σημαντικούς πόρους και ένα σαφώς μεγαλύτερο «οπλοστάσιο» για την εξοικονόμηση. Για να περάσει όμως το όφελος από τις παρουσιάσεις στους λογαριασμούς των πολιτών, θα πρέπει τα νέα προγράμματα να αποφύγουν τις παθογένειες που έχουν συνοδεύσει προηγούμενους κύκλους, πολύπλοκες διαδικασίες, αλλεπάλληλες παρατάσεις, καθυστερήσεις στους ελέγχους και στις πληρωμές και ένα κόστος εργασιών που μπορεί να αλλάζει όσο το έργο παραμένει σε αναμονή. Το ζητούμενο, με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν, αλλά πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά θα μετατραπούν σε πραγματική εξοικονόμηση.

Διαβάστε ακόμη