Έντονη αντίδραση από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά (ΠΟΣΠΗΕΦ) προκαλεί η πρόταση για τη χρηματοδότηση της ανακύκλωσης των φωτοβολταϊκών πλαισίων μέσω νέου τέλους στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ομοσπονδία κάνει λόγο για μετακύλιση του κόστους στους παραγωγούς ΑΠΕ, υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη για τη χρηματοδότηση της ανακύκλωσης πρέπει να παραμείνει στους υπόχρεους που προβλέπει η νομοθεσία για τη διευρυμένη ευθύνη παραγωγού. Στην αναλυτική ανακοίνωσή της, η ΠΟΣΠΗΕΦ απορρίπτει την πρόταση του ΣΕΦ και παρουσιάζει τις ενστάσεις της.

Αναλυτικά η ΠΟΣΠΗΕΦ αναφέρει:

Αποτελεί κοινό μυστικό για το σύνολο του κλάδου των φωτοβολταϊκών το γεγονός ότι η ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών πλαισίων είναι ένα θεμελιώδες πρόβλημα που απασχολεί -και θα απασχολήσει ακόμη εντονότερα τις επόμενες δεκαετίες – το σύνολο των εμπλεκόμενων στον τομέα των Φ/Β , αλλά και την ίδια την πολιτεία. Τα Φ/Β πλαίσια που βρίσκονται σήμερα εγκατεστημένα στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς θα φθάσουν στα επόμενα έτη στο τέλος του κύκλου ζωής τους με αμφίβολο το εάν έχουν διασφαλιστεί από τώρα οι υποδομές και κυρίως οι οικονομικοί πόροι για τη σύννομη διαχείρισή τους.

Μεγαλύτερη ανησυχία, ωστόσο, προκαλεί η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «λύση» μια πρόταση που ανατρέπει τη βασική αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού και του ελληνικού δικαίου και στέλνει τον λογαριασμό σε εκείνους που δεν είναι κατά νόμο υπόχρεοι να τον πληρώσουν. Σύμφωνα με όσα δημοσιοποιήθηκαν στις 16-07-2026, ο ΣΕΦ σε δημόσια ανακοίνωση του προτείνει ως «εναλλακτική πρόταση» να περιοριστεί η χρηματική εισφορά ανακύκλωσης στα 30–50 ευρώ ανά τόνο, ώστε αυτή να καλύπτει ουσιαστικά μόνο τη λειτουργία των Συλλογικών Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης, ενώ το κύριο κόστος συλλογής και ανακύκλωσης θα χρηματοδοτείται από αύξηση κατά 0,5 ευρώ ανά MWh του τέλους ΑΠΕ και από τη δημιουργία ειδικού αποθεματικού στον ΕΟΑΝ.

Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πρόταση δεν μειώνει το κόστος της ανακύκλωσης, δεν το εξορθολογίζει και δεν το εξαφανίζει. Απλώς το μεταφέρει. Περιορίζει την επιβάρυνση των επιχειρήσεων που κατασκεύασαν, εισήγαγαν ή διέθεσαν τα φωτοβολταϊκά πλαίσια στην ελληνική αγορά και φορτώνει το υπόλοιπο στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα, η προτεινόμενη «μικρή» προσαύξηση των 0,5 ευρώ επί υφιστάμενου τέλους 2 ευρώ ανά MWh αντιστοιχεί σε αύξηση 25%. Μικρή, προφανώς, μόνο για εκείνον που δεν θα την πληρώσει.

Κατά το ν. 4819/2021, υπόχρεος παραγωγός είναι, κατ’ ουσίαν, εκείνος που κατασκευάζει, εισάγει, πωλεί υπό τη δική του επωνυμία ή διαθέτει για πρώτη φορά το προϊόν στην ελληνική αγορά. Στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών πλαισίων, η υποχρέωση βαρύνει κατά βάση τους κατασκευαστές, τους εισαγωγείς, τους εξ αποστάσεως πωλητές και γενικά τα πρόσωπα που έθεσαν τον εξοπλισμό για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στην Ελλάδα. Ο φορέας ενός φωτοβολταϊκού σταθμού δεν καθίσταται υπόχρεος παραγωγός προϊόντος επειδή παράγει ηλεκτρική ενέργεια ή επειδή κατέχει τον εξοπλισμό (εξαιρουμένων πάντα των ειδικών ρυθμίσεων περί ιστορικών αποβλήτων).

Ο κάτοχος του εξοπλισμού έχει, βεβαίως, υποχρέωση να μην εγκαταλείψει τα απόβλητα και να φροντίσει αυτά να διοχετευτούν στην αντίστροφη εφοδιαστική αλυσίδα όταν αποσυρθούν – υποχρέωση που πηγάζει και από την αδειοδότηση του. Η υποχρέωση αυτή, όμως, δεν ταυτίζεται με την υποχρέωση χρηματοδότησης του συστήματος διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού, και οποιαδήποτε μετακύλιση του κόστους στο χρήστη, απευθείας ή με τον έμμεσο τρόπο που απεργάζεται ο ΣΕΦ δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα.

Το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αφήνει περιθώριο για τέτοιου είδους ακροβασίες. Η Οδηγία 2012/19/ΕΕ για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ειδικά για τα μη οικιακά φωτοβολταϊκά πλαίσια ότι, όταν αυτά διατέθηκαν στην αγορά μετά τις 13 Αυγούστου 2012, οι υπόχρεοι παραγωγοί των αποβλήτων εξασφαλίζουν τη χρηματοδότηση της συλλογής, της επεξεργασίας, της ανάκτησης και της περιβαλλοντικά ορθής διάθεσης των αποβλήτων τους. Η ίδια ημερομηνία και η ίδια κατανομή ευθύνης έχουν πλέον αποτυπωθεί ρητά και στην ελληνική νομοθεσία, με την τροποποίηση της ΚΥΑ Η.Π. 23615/651/Ε.103/2014 (βλ. άρθρο 4 της ΚΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΔΑ/129520/1854/2025). Πρόκειται για δεσμευτικό κανόνα κατανομής της χρηματοδοτικής ευθύνης, ο οποίος στηρίζεται στη βασική αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια που διατέθηκαν στην αγορά από τις 13 Αυγούστου 2012 και μετά, το κόστος δεν μπορεί να μεταφέρεται ολικά ή εν μέρει στους χρήστες τους, πολύ περισσότερο δε να επιβάλλεται οριζόντια, παράλογα και τιμωρητικά στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω χρέωσης ανά παραγόμενη MWh.

Το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 4819/2021 είναι σαφές: οι χρηματικές εισφορές των παραγωγών οφείλουν να καλύπτουν τα αναγκαία στοιχεία κόστους του Προγράμματος Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού, μεταξύ των οποίων το κόστος χωριστής συλλογής, μεταφοράς και επεξεργασίας των αποβλήτων, η ενημέρωση των κατόχων, η συγκέντρωση και υποβολή στοιχείων και οι λοιπές αναγκαίες λειτουργίες. Επί της ουσίας είναι ο μηχανισμός με τον οποίο ο υπόχρεος χρηματοδοτεί, πέρα από τα ΣΕΔ, την πραγματική διαχείριση των προϊόντων που ο ίδιος έθεσε στην αγορά. Τι είδους χρηματική εισφορά διευρυμένης ευθύνης είναι, όμως, εκείνη που εκ προοιμίου δεν χρηματοδοτεί τη συλλογή, τη μεταφορά και την επεξεργασία των αποβλήτων; Και με ποια διάταξη επιτρέπεται το κόστος που ο νόμος αναθέτει στον παραγωγό του προϊόντος να μετατρέπεται σε τέλος επί της ηλεκτροπαραγωγής;

Τονίζουμε, λοιπόν, στους ιθύνοντες του ΣΕΦ πως η εισφορά ανακύκλωσης καθορίζεται με βάση το πραγματικό, αναγκαίο και οικονομικά αποδοτικό κόστος της εναλλακτικής διαχείρισης, ώστε τα ΣΣΕΔ να μπορούν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και να μη δημιουργούνται ελλείμματα που θα εμφανιστούν όταν τα απόβλητα θα πρέπει πράγματι να συλλεχθούν. Δεν μπορεί να οριστεί με βάση το ποσό που θα προτιμούσε να καταβάλει η αγορά ούτε με βάση το τι θεωρεί κάθε εισαγωγέας ανεκτό για τον ισολογισμό του.

Η πρόταση επιχειρεί να βαφτίσει ως «εισφορά ανακύκλωσης» ένα ποσό που δεν καλύπτει την ανακύκλωση και να αναζητήσει το υπόλοιπο από τρίτους, μη υπόχρεους. Πρόκειται για λεκτική ταχυδακτυλουργία και νομική ακροβασία, η οποία τελεί σε πλήρη σύγκρουση με την αρχή της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού. Ενδεχόμενη -εντελώς αδόκητη και απευκταία – υιοθέτηση της από την Πολιτεία θα ερχόταν σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και θα είχε ως μόνο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα την έκθεση της χώρας ως προς την τήρηση του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Προβάλλεται ακόμη ότι, αν εφαρμοστεί ο νόμος «κατά γράμμα», οι οφειλές των επιχειρήσεων που διέθεσαν τα πλαίσια στην αγορά θα είναι πολύ υψηλές και ενδεχομένως αδύνατον να καλυφθούν. Το οικονομικό μέγεθος μιας υποχρέωσης, όμως, δεν μεταβάλλει τον φορέα της. Αν ορισμένοι υπόχρεοι δεν υπολόγισαν εγκαίρως το κόστος, δεν εντάχθηκαν σε ΣΕΔ, δεν δήλωσαν τις πραγματικές ποσότητες ή δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες εισφορές, ή αν ακόμη χειρότερα πώλησαν ακριβά στους παραγωγούς υπολογίζοντας το εν λόγω κόστος και τώρα θέλουν να μην πληρώσουν την εισφορά, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα των κατόχων των φωτοβολταϊκών! Δεν πρόκειται τα μέλη της ομοσπονδίας μας να πληρώσουν ξένους λογαριασμούς! Από πότε η μακροχρόνια μη συμμόρφωση αποτελεί λόγο απαλλαγής; Από πότε η αδράνεια των ελεγκτικών μηχανισμών μετατρέπει τον μη υπόχρεο σε οφειλέτη; Και ποιο ακριβώς μήνυμα στέλνει η Πολιτεία, αν εκείνος που τήρησε τον νόμο και ενσωμάτωσε το κόστος της ανακύκλωσης στην επιχειρηματική του λειτουργία βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση από εκείνον που το αγνόησε και τώρα ζητεί να το καλύψει ο φωτοβολταϊκός παραγωγός; Αυτό δεν είναι εξυγίανση της αγοράς. Είναι επιβράβευση της εισφοροδιαφυγής και στρέβλωση του ανταγωνισμού.

Εξίσου αυθαίρετη είναι η επίκληση των περίπου 13 GW εγκατεστημένης φωτοβολταϊκής ισχύος σαν να πρόκειται για μία ενιαία μάζα «ιστορικών» αποβλήτων. Η νομοθεσία δεν κατηγοριοποιεί τα πλαίσια με βάση τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ της χώρας, την ημερομηνία αδειοδότησης του πρώτου ΣΣΕΔ ή το πότε θα αποξηλωθεί ένας σταθμός. Το κρίσιμο στοιχείο είναι πότε το συγκεκριμένο πλαίσιο διατέθηκε στην αγορά. Πλαίσια πριν από τις 13 Αυγούστου 2012 αντιμετωπίζονται ως ιστορικά για τους σκοπούς χρηματοδότησης. Πλαίσια μετά την ημερομηνία αυτή εμπίπτουν στη διευρυμένη ευθύνη των παραγωγών του εξοπλισμού.

Η καθυστερημένη αδειοδότηση ΣΣΕΔ στην Ελλάδα δεν μεταθέτει την έναρξη της ευρωπαϊκής υποχρέωσης. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, ο παραγωγός του προϊόντος θα μπορούσε να αναβάλει επ’ αόριστον την ευθύνη του απλώς παραλείποντας να οργανώσει ή να συμμετάσχει σε σύστημα. Η υποχρέωση, δηλαδή, θα γεννιόταν όταν ο ίδιος ο υπόχρεος αποφάσιζε να δημιουργήσει τον μηχανισμό συμμόρφωσής του. Ας σοβαρευτούμε. Καμία έννομη τάξη δεν μπορεί να λειτουργήσει με τέτοια λογική.

Νομικά έωλη είναι και η προτεινόμενη ανάθεση στον ΕΟΑΝ της διαχείρισης ειδικού λογαριασμού που θα τροφοδοτείται από ενεργειακό τέλος και θα εξοφλεί τιμολόγια των ΣΣΕΔ. Ο ΕΟΑΝ έχει αρμοδιότητες έγκρισης, εποπτείας και ελέγχου των Συστημάτων και των υπόχρεων παραγωγών. Καμία αρμοδιότητα δεν έχει – και δεν θα μπορούσε νομικά να έχει – να «πριμοδοτεί» τα ΣΕΔ, με χρήματα που δεν προέρχονται καν από τους υπόχρεους παραγωγούς, αλλά από τους παραγωγούς ενέργειας, οι οποίοι ήδη βάλλονται πανταχόθεν.

Ακόμη και όπου η νομοθεσία επιτρέπει ειδικές συμφωνίες χρηματοδότησης μεταξύ παραγωγών εξοπλισμού και επαγγελματικών χρηστών, πρόκειται για συγκεκριμένες συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ συγκεκριμένων μερών που αφορούν τη μέθοδο πληρωμής και όχι τη μετακύλιση του κόστους. Σε καμία περίπτωση δεν παρέχεται από το νόμο εξουσιοδότηση επιβολής γενικού και υποχρεωτικού τέλους σε ολόκληρο τον κλάδο της φωτοβολταϊκής παραγωγής, χωρίς συναίνεση, χωρίς αντιστοίχιση με συγκεκριμένο εξοπλισμό και χωρίς σύνδεση με τον πραγματικό υπόχρεο που τον διέθεσε στην αγορά.

Πέρα όμως από νομικά αβάσιμη, η πρόταση είναι και τελείως ανεφάρμοστη!

Κατ΄ αρχάς ζητούμε να εξηγηθεί με ποιο κριτήριο έγινε επιλογή της παραγόμενης ισχύος ως παραμέτρου ορισμού του προτεινόμενου τέλους.  Η παραγόμενη MWh δεν τελεί σε άμεση συνάρτηση με το βάρος των εγκατεστημένων πλαισίων, τον τύπο τους, την ημερομηνία διάθεσής τους, τη σύνθεση των υλικών τους ή το πραγματικό κόστος ανακύκλωσής τους. Αλλά και δύο σταθμοί με παρόμοιο εξοπλισμό μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική παραγωγή λόγω ηλιοφάνειας, γεωγραφικής θέσης, τεχνικών παραμέτρων, περικοπών έγχυσης ή περιορισμών του δικτύου.

Τι θα συμβεί, επίσης, με τα πλαίσια για τα οποία ο κατά το νόμο υπόχρεος έχει ήδη καταβάλει χρηματική εισφορά – και δη σίγουρα σημαντικά υψηλότερη από το ομολογουμένως ευτελές ποσό των 30-50 ευρώ που προτείνει ο ΣΕΦ – σε εγκεκριμένο ΣΣΕΔ; Θα πληρώσει ο φορέας του σταθμού δεύτερη φορά μέσω του τέλους ανά MWh; Πώς θα διαχωρίζονται τα πλαίσια πριν και μετά την 13η Αυγούστου 2012; Πώς θα αποφεύγεται η διπλή χρηματοδότηση; Πώς θα αντιμετωπίζονται η επαναχρησιμοποίηση, οι εξαγωγές μεταχειρισμένου εξοπλισμού, οι πρόωρες αστοχίες, η αντικατάσταση μέρους ενός σταθμού και τα ορφανά απόβλητα; Η πρόταση δεν απαντά σε κανένα από αυτά τα στοιχειώδη ερωτήματα.

Και όλα αυτά υποτίθεται ότι θα συσσωρεύονται επί σειρά ετών σε έναν ειδικό λογαριασμό. Με ποια μεθοδολογία θα υπολογίζεται η επάρκειά του; Ποιος θα φέρει τον κίνδυνο πληθωρισμού και αύξησης του κόστους επεξεργασίας; Πώς θα κατανέμονται τα ποσά μεταξύ των ΣΣΕΔ; Με ποια διαδικασία θα ελέγχονται τα τιμολόγια και θα αποτρέπεται η υπερκοστολόγηση ή η εικονική τιμολόγηση; Τι θα συμβεί αν το αποθεματικό αποδειχθεί ανεπαρκές ή, αντιθέτως, υπερβολικό; Η μετατροπή του ΕΟΑΝ από εποπτική αρχή σε διαχειριστή πολυετούς ενεργειακού αποθεματικού δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται ότι επιλύει.

Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά έχουν ήδη επιβαρυνθεί τα τελευταία χρόνια με περικοπές παραγωγής, περιορισμούς έγχυσης, καθυστερήσεις συνδέσεων, διαδοχικές κανονιστικές μεταβολές, έκτακτες επιβαρύνσεις και αυξημένο λειτουργικό κόστος. Δεν πρόκειται να αποδεχθούν να προστεθεί ακόμη ένα τέλος για την κάλυψη υποχρεώσεων τρίτων. Η περιβαλλοντική ευθύνη είναι σοβαρή υπόθεση και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να βαρύνει εκείνον που ορίζει ο νόμος, όχι εκείνον από τον οποίο είναι απλούστερο να παρακρατηθεί ένα ποσό.

Η ΠΟΣΠΗΕΦ καλεί το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και τον ΕΟΑΝ να απορρίψουν κάθε σχεδιασμό που μετατρέπει τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού σε τέλος επί της ηλεκτροπαραγωγής. Καλεί τον ΕΟΑΝ να ολοκληρώσει τον καθορισμό της κατώτατης εισφοράς με βάση το πραγματικό και τεκμηριωμένο κόστος της εναλλακτικής διαχείρισης και να ενεργοποιήσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που προβλέπει η νομοθεσία.

Καλεί, τέλος, τον ΣΕΦ να εξηγήσει ευθέως με ποια διάταξη θεωρεί ότι το κύριο κόστος συλλογής και ανακύκλωσης μπορεί να αφαιρεθεί από τους υπόχρεους του ν. 4819/2021 και να μεταφερθεί στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Οι γενικές αναφορές σε «αδιέξοδο» και «προστασία της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων εμπορίας φωτοβολταϊκών» δεν αρκούν. Χρειάζεται συγκεκριμένη νομική βάση. Και αυτή, πολύ απλά, δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει.

Η ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών πρέπει να οργανωθεί άμεσα, σοβαρά και αποτελεσματικά. Δεν θα δεχτούμε, όμως να οργανωθεί με φαεινές ιδέες που παραβιάζουν τον νόμο, επιβραβεύουν τη μη συμμόρφωση και μετατρέπουν τους φωτοβολταϊκούς παραγωγούς σε μόνιμο χρηματοδότη κάθε εκκρεμότητας της αγοράς.

Η ανακύκλωση θα χρηματοδοτηθεί από εκείνους που ορίζει ο νόμος.

Όχι από εκείνους στους οποίους είναι ευκολότερο να επιβληθεί ακόμη ένα τέλος.

Διαβάστε ακόμη