Η Ελλάδα είναι από τις πιο προικισμένες χώρες σε ηλιοφάνεια και για αυτόν τον λόγο, ο κλάδος των φωτοβολταϊκών γνώρισε μεγάλη άνθηση. Είναι όμως αυτή η συνολική εικόνα;

Πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι στην αγορά δεν υπάρχουν μόνο τα εμπορικά έργα, κυρίως μεγάλης κλίμακας, αλλά και τα συστήματα αυτοκατανάλωσης. Η Ελλάδα, παρ’ όλα αυτά, έμεινε πίσω. Από το 2023, όταν έληξε αιφνιδίως το πρόγραμμα PV-Stegi, η ανάπτυξη των συστημάτων αυτοπαραγωγής ουσιαστικά σταμάτησε. Σε αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλε και η αναμονή για την τροποποίηση της σχετικής υπουργικής απόφασης.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να υπάρχουν εγκατεστημένα έργα συνολικής ισχύος 1,1 GW, δηλαδή περίπου 37.000 συνδεδεμένα συστήματα. Υπενθυμίζεται ότι πριν από τέσσερα χρόνια ο πρωθυπουργός, μιλώντας στη ΔΕΘ, είχε ανακοινώσει πως η κυβέρνηση θα επιδοτήσει 250.000 μικρά φωτοβολταϊκά σε στέγες κατοικιών, επιχειρήσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Ο στόχος αυτός δεν έχει υλοποιηθεί και, όπως τονίζουν στελέχη της αγοράς, χώρες όπως η Αυστρία, η Τσεχία και η Πορτογαλία διαθέτουν πολλαπλάσια συστήματα αυτοπαραγωγής σε σπίτια και επιχειρήσεις, γεγονός που, όπως επισημαίνουν, δείχνει ότι στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη λειτουργικού πλαισίου.

Σε παλαιότερη ομιλία του, ο κ. Γιώργος Ρούλιας, μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, είχε αναφέρει: «Στην Ιρλανδία, με τον μισό πληθυσμό, υπάρχουν 200.000 συστήματα. Η Τσεχία, επίσης, έχει 200.000 συστήματα. Η Πορτογαλία, με ίδιο πληθυσμό με εμάς, διαθέτει 300.000 συστήματα. Η Σουηδία, με πολύ λιγότερη ηλιοφάνεια από εμάς, έχει 200.000 συστήματα. Και η Αυστρία, με ίδιο πληθυσμό, διαθέτει 500.000 διασυνδεδεμένα συστήματα».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως ανέφεραν χθες στελέχη του Συνδέσμου κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των δημοσιογράφων, περίπου 300 MW έργων αυτοκατανάλωσης περιμένουν στην «ουρά» για να συνδεθούν. Το ερώτημα είναι ποια κίνητρα θα μπορούσαν να δοθούν ώστε να αναπτυχθούν τα συγκεκριμένα συστήματα. Μία από τις λύσεις, σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, είναι να θεσπιστεί μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ στα οικιακά συστήματα, όπως εφαρμόζεται σε άλλες χώρες.

Εγκαταστάσεις 1,43 GW φωτοβολταϊκών το πρώτο πεντάμηνο του έτους

Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι συνολικά ο κλάδος των φωτοβολταϊκών συνεχίζει να αναπτύσσεται. Φέτος εγκαταστάθηκαν 1,43 GW από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο, ανεβάζοντας τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ στα 13 GW και επιτυγχάνοντας έτσι τον στόχο που είχε τεθεί για το 2030.

Στο ερώτημα πού οφείλεται αυτή η επιτυχία των φωτοβολταϊκών, ο κ. Στέλιος Ψωμάς σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών απαντά ότι οφείλεται στα εξής:

  • Πρώτον, στο κόστος, το οποίο έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα τα φωτοβολταϊκά να αποτελούν τη φθηνότερη τεχνολογία ηλεκτροπαραγωγής, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.
  • Δεύτερον, στην απλότητα και την ευελιξία των εφαρμογών τους, καθώς στις υπόλοιπες τεχνολογίες το φάσμα εφαρμογών είναι πολύ πιο  περιορισμένο.
  • Τρίτον, στο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο, παρότι συχνά δεν ικανοποιεί την αγορά και μεταβάλλεται διαρκώς, υπήρξε καθοριστικό. Όπως σημειώνει, χωρίς αυτό το θεσμικό πλαίσιο, χωρίς την πολιτική και τα πολιτικά κίνητρα, δεν θα υπήρχε αυτή η ανάπτυξη.

Το συμπέρασμα είναι ότι, όταν υπάρχει πολιτική βούληση, επιτυγχάνονται αποτελέσματα. Αυτό δεν αποτελεί μόνο ελληνικό παράδειγμα, αλλά ισχύει διεθνώς και, συνεπώς, και στο μέλλον θα απαιτηθούν πολιτικές παρεμβάσεις.

Επισήμανε ακόμα πως συχνά ακούγεται ότι η αγορά αναπτύχθηκε στρεβλά, καθώς, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως της Βόρειας Ευρώπης, στην Ελλάδα δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων και όχι σε φωτοβολταϊκά επί στεγών. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αλήθεια, αλλά αποτελεί τη μισή αλήθεια. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ Βορρά και Νότου.

Αντίστοιχη με την ελληνική ανάπτυξη παρατηρείται και στην Ισπανία, όπου επίσης κυριαρχούν τα φωτοβολταϊκά πάρκα. Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με την τυπολογία των κτιρίων, τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα, αλλά ακόμη και με τη νοοτροπία των καταναλωτών ως προς το πού επιλέγουν να επενδύσουν τα χρήματά τους. Σε τελική ανάλυση, η αγορά διαμορφώθηκε και από αυτές τις επιλογές των καταναλωτών και η νομοθεσία ακολούθησε τις ανάγκες τους. Στην Ελλάδα, οι μικρομεσαίοι επενδυτές προτίμησαν να επενδύσουν σε φωτοβολταϊκά πάρκα και όχι στα σπίτια τους.

Τα ανεκτέλεστα έργα και η προοπτική

Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, με βάση τα τελευταία επίσημα στοιχεία του Απριλίου, υπήρχαν έργα που είτε λειτουργούσαν είτε είχαν λάβει όρους σύνδεσης και ξεπερνούσαν συνολικά τα 15 GW. Από αυτά, τα 5,2 GW έχουν ήδη συνδεθεί και λειτουργούν, ενώ περίπου 10 GW αφορούν ανεκτέλεστα έργα. Πρόκειται, ωστόσο, για έργα που έχουν λάβει όρους σύνδεσης και, κατά τεκμήριο, αναμένεται να υλοποιηθούν.

Αντίστοιχα, σε επίπεδο ΔΕΔΔΗΕ, πέραν των 7.650 MW που ήταν ήδη συνδεδεμένα, υπήρχαν επιπλέον 350 MW με σύμβαση σύνδεσης. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα εξής εν δυνάμει έργα:

  • 2.000 MW από το επιπλέον περιθώριο σε υποσταθμούς (10 MW ανά υποσταθμό) για αυτοπαραγωγή.
  • 725 MW από προσθήκη ή αντικατάσταση μετασχηματιστών έως το τέλος του 2026, βάσει του προγραμματισμού του ΔΕΔΔΗΕ.
  • 1.400 MW από την αύξηση του ορίου βραχυκύκλωσης έως το 2030, επίσης βάσει του προγραμματισμού του ΔΕΔΔΗΕ.

Εν κατακλείδι, η εκτίμηση του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών κάνει λόγο για συνολική εγκατεστημένη ισχύ 27.000 MW φωτοβολταϊκών έως το 2030. Τα ανεκτέλεστα και εν δυνάμει έργα ανέρχονται σε περίπου 14.000 MW, εκ των οποίων τα 5.000 MW αφορούν μικρά έργα. Αρκετά από αυτά δεν θα υλοποιηθούν για μια σειρά από λόγους, ένας εκ των οποίων είναι ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σταθερή, γεγονός που δυσκολεύει την περαιτέρω αύξηση της προσφοράς. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανεκτέλεστων έργων.

Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, εφόσον υλοποιηθεί το 50% των ανεκτέλεστων και εν δυνάμει έργων, η εγκατεστημένη ισχύς θα διαμορφωθεί στα 20 GW. Σε ένα δυσμενές σενάριο, με υλοποίηση του 35% των έργων, η ισχύς θα φτάσει τα 18 GW, ενώ σε ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο σενάριο θα ανέλθει στα 22 GW. Όλα αυτά βέβαια σε μια περίοδο την οποία διανύουμε με αυξημένες περικοπές ενέργειας. Έως το τέλος του Ιουνίου υπήρξαν περικοπές 1.600 γιγαβατωρών. Ωστόσο ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος σε σχέση με πέρσι.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η αγορά από εδώ και στο εξής θα βασιστεί στα εμπορικά έργα, στην αυτοκατανάλωση και, φυσικά, στην αποθήκευση.

Διαβάστε ακόμη