Νέα κατηγορία οικιακής αυτοκατανάλωσης ανοίγει η υπουργική απόφαση για τα φωτοβολταϊκά, καθώς βάζει για πρώτη φορά σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο τα λεγόμενα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού. Η ρύθμιση δεν αφορά απλώς ένα ακόμη μικρό φωτοβολταϊκό προϊόν για κατοικίες. Εντάσσει τα «μικροηλιακά συστήματα με ρευματολήπτη», δηλαδή τα plug-in συστήματα, στο ευρύτερο πλαίσιο της αυτοκατανάλωσης, θέτοντας όρια ισχύος, τεχνικές προϋποθέσεις, διαδικασία γνωστοποίησης και κανόνες ασφαλείας για τη λειτουργία τους χωρίς έγχυση ενέργειας στο δίκτυο.

Η βασική μετατόπιση είναι ότι η αυτοπαραγωγή ανοίγει πλέον και σε πολίτες που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός αγοράς: κατοίκους πολυκατοικιών χωρίς πρόσβαση σε ταράτσα, ενοικιαστές που δεν μπορούν να κάνουν μόνιμες παρεμβάσεις στο ακίνητο, αλλά και νοικοκυριά που θέλουν να καλύψουν ένα μικρό μέρος της ημερήσιας κατανάλωσης. Η υπουργική απόφαση προβλέπει ότι τα συστήματα αυτά εγκαθίστανται «εντός και επί των κτιρίων», με μέγιστη ισχύ έγχυσης έως 800 Watt και εγκατεστημένη ισχύ έως 900 Watt, ενώ μπορούν να συνδυάζονται και με σύστημα αποθήκευσης.

Το τεχνικό πλαίσιο που μπαίνει για τα plug-in φωτοβολταϊκά

Η ΚΥΑ βάζει αυστηρά όρια και προϋποθέσεις, ώστε τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού να λειτουργούν ως μικρά συστήματα αυτοκατανάλωσης και όχι ως κανονικές μονάδες παραγωγής. Το ανώτατο όριο τίθεται στα 800 Watt μέγιστης ισχύος έγχυσης και στα 900 Watt εγκατεστημένης ισχύος, ανά παροχή κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, ο καταναλωτής δεν μπορεί να εγκαταστήσει περισσότερα συστήματα στην ίδια παροχή ώστε να υπερβεί τα συγκεκριμένα όρια.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τα plug-in συστήματα επιτρέπονται αποκλειστικά χωρίς έγχυση στο δίκτυο. Η παραγόμενη ενέργεια πρέπει να καταναλώνεται στο ακίνητο την ώρα που παράγεται και να μην επιστρέφει στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ. Για να διασφαλιστεί αυτό, η εγκατάσταση πρέπει να διαθέτει αισθητήρα κατεύθυνσης, ο οποίος εμποδίζει την επιστροφή ενέργειας προς το δίκτυο, καθώς και σύστημα τηλεμέτρησης, το οποίο καταγράφει τόσο την παραγωγή του μικροηλιακού συστήματος όσο και την κατανάλωση της παροχής.

Η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με τα συμβατικά φωτοβολταϊκά είναι η απλοποίηση της διαδικασίας. Για τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού δεν απαιτείται Σύμβαση Σύνδεσης με τον ΔΕΔΔΗΕ, ούτε άλλη άδεια ή έγκριση, ούτε καταβολή Τέλους Σύνδεσης. Ο ενδιαφερόμενος, κατά την αγορά του συστήματος, είτε από φυσικό είτε από ηλεκτρονικό κατάστημα, δηλώνει στον προμηθευτή ή στον εγκαταστάτη τον αριθμό της παροχής όπου θα συνδεθεί το σύστημα. Στη συνέχεια, ο προμηθευτής ή ο εγκαταστάτης ενημερώνει τον ΔΕΔΔΗΕ.

Πριν από την εγκατάσταση, και έως πέντε ημέρες νωρίτερα, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να ενημερώσει τον ΔΕΔΔΗΕ μέσω ειδικής ψηφιακής πλατφόρμας. Η είσοδος γίνεται με κωδικούς Taxisnet και δηλώνονται τα στοιχεία ταυτότητας, το ΑΦΜ, τα στοιχεία επικοινωνίας, η διεύθυνση εγκατάστασης, τα στοιχεία του εγκαταστάτη, τα στοιχεία της παροχής και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήματος.

Η ΚΥΑ απαιτεί επίσης νέα Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη (ΥΔΕ), η οποία πρέπει να ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια. Παράλληλα, επιτρέπει τον συνδυασμό των plug-in φωτοβολταϊκών με σύστημα αποθήκευσης, δηλαδή μπαταρία. Μάλιστα, η ισχύς της μπαταρίας δεν προσμετράται στην ισχύ του φωτοβολταϊκού, κάτι που μπορεί να αυξήσει την πρακτική αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας, ιδίως σε νοικοκυριά που δεν έχουν υψηλή κατανάλωση τις ώρες ηλιοφάνειας.

Πάντως, η απαγόρευση έγχυσης είναι το κεντρικό τεχνικό φίλτρο. Η ενέργεια που παράγεται πρέπει να καταναλώνεται στο ίδιο ακίνητο και να μην επιστρέφει στο δίκτυο. Για αυτό η απόφαση αντιμετωπίζει τα plug-in συστήματα ως ξεχωριστή κατηγορία σε σχέση με τα συμβατικά φωτοβολταϊκά αυτοπαραγωγής, τα οποία συνδέονται με συμβάσεις, μετρητές και διαδικασίες συμψηφισμού. Στην πράξη, ο καταναλωτής δεν «πουλά» ενέργεια, δεν συμψηφίζει πλεονάζουσα παραγωγή και δεν δημιουργεί πιστώσεις στον λογαριασμό. Μειώνει απλώς, στον βαθμό που μπορεί, την ενέργεια που απορροφά από το δίκτυο την ώρα που το σύστημα παράγει.

Ασφάλεια, μετρήσεις και τεχνικές δικλείδες

Η απλοποίηση δεν σημαίνει απουσία ελέγχου. Το ευρύτερο πλαίσιο της ΚΥΑ στηρίζεται σε πιστοποιημένα μετρητικά δεδομένα, τηλεμέτρηση και αρμοδιότητα του Διαχειριστή για τον έλεγχο της ορθής λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Στα υποδείγματα συμβάσεων προβλέπεται ότι η καταμέτρηση της ενέργειας γίνεται από τον αρμόδιο Διαχειριστή και ότι απαιτείται σύστημα τηλεμέτρησης για την καταγραφή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο της παραγωγής, της έγχυσης και της κατανάλωσης της παροχής.

Στα συμβατικά συστήματα, οι μετρήσεις και η λειτουργία των μετρητικών διατάξεων υπάγονται στους Κώδικες των Διαχειριστών και στα σχετικά Εγχειρίδια. Η ίδια λογική διατρέχει και το νέο πλαίσιο: η αυτοκατανάλωση δεν αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητη ιδιωτική υπόθεση, αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει να είναι συμβατή με τη λειτουργία του δικτύου, ιδίως σε μια περίοδο αυξανόμενης διείσδυσης μικρών μονάδων ΑΠΕ.

Ποιον αφορά πραγματικά

Τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού απευθύνονται πρωτίστως σε όσους δεν μπορούν να εγκαταστήσουν κανονικό φωτοβολταϊκό. Σε αντίθεση με ένα σύστημα 5 kW ή 10 kW σε στέγη, ένα plug-in φωτοβολταϊκό δεν αλλάζει ριζικά το ενεργειακό προφίλ του σπιτιού. Μπορεί, όμως, να μειώσει μέρος των σταθερών καταναλώσεων: ψυγείο, router, μικροσυσκευές, ηλεκτρονικές συσκευές σε αναμονή, φωτισμό ή φορτία που λειτουργούν τις ώρες ηλιοφάνειας.

Εδώ χρειάζεται ρεαλισμός. Σε ένα τυπικό νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση περίπου 5.000 kWh, ένα φωτοβολταϊκό μπαλκονιού μπορεί θεωρητικά να παράγει σημαντική ποσότητα ενέργειας για το μέγεθός του. Στην πράξη, όμως, η αξιοποιήσιμη παραγωγή περιορίζεται. Υπάρχουν ημέρες με μειωμένη ηλιοφάνεια ή συννεφιά, ενώ μεγάλο μέρος της παραγωγής γίνεται το μεσημέρι, όταν πολλά σπίτια δεν έχουν αντίστοιχη κατανάλωση. Έτσι, λόγω καιρού και περιορισμένου ταυτοχρονισμού, η πραγματική ετήσια συνεισφορά μπορεί να κινηθεί κοντά στις 500 kWh, αντί για περίπου 650 kWh που εμφανίζονται σε πιο αισιόδοξα θεωρητικά σενάρια.

Με τελική επιβάρυνση της κιλοβατώρας κοντά στα 0,25 ευρώ/kWh, εφόσον συνυπολογιστούν ανταγωνιστικές και ρυθμιζόμενες χρεώσεις, το ετήσιο οικονομικό όφελος για ένα τέτοιο νοικοκυριό μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στα 125 ευρώ. Σε μηνιαία βάση, αυτό μεταφράζεται σε εξοικονόμηση κοντά στα 10 ευρώ. Δεν είναι αμελητέο ποσό, αλλά δεν είναι και απάντηση στο συνολικό πρόβλημα των λογαριασμών ρεύματος.

Πότε συμφέρει περισσότερο

Το όφελος είναι μεγαλύτερο για νοικοκυριά που καταναλώνουν ρεύμα μέσα στην ημέρα. Ένα σπίτι με τηλεργασία, με ένοικους που παραμένουν στο ακίνητο τις ώρες ηλιοφάνειας ή με συσκευές που λειτουργούν σταθερά μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα την παραγόμενη ενέργεια. Αντίθετα, σε ένα διαμέρισμα που μένει άδειο από το πρωί έως το απόγευμα, χωρίς μπαταρία ή άλλο τρόπο μετατόπισης φορτίου, μέρος της παραγωγής δεν αξιοποιείται πλήρως.

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η θέση εγκατάστασης. Νότιος ή νοτιοδυτικός προσανατολισμός, περιορισμένη σκίαση και ασφαλής στήριξη αυξάνουν την απόδοση. Μπαλκόνια με έντονη σκίαση, κακή κλίση ή περιορισμένη επιφάνεια μπορούν να περιορίσουν αισθητά το αποτέλεσμα. Για τον καταναλωτή, πριν από οποιαδήποτε αγορά, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το kit, αλλά εάν το σπίτι μπορεί πράγματι να καταναλώσει την ενέργεια την ώρα που αυτή παράγεται.

Κόστος και απόσβεση

Το κόστος αγοράς ενός απλού συστήματος φωτοβολταϊκού μπαλκονιού κινείται συνήθως από μερικές εκατοντάδες ευρώ έως περίπου 1.000 ευρώ, ανάλογα με τον εξοπλισμό, την ποιότητα των πάνελ, τον μικρομετατροπέα και τη βάση στήριξης. Στην ευρωπαϊκή αγορά υπάρχουν plug-and-play kits κοντά στα 440 ευρώ με μηδενικό ΦΠΑ, ενώ με ελληνικό ΦΠΑ 24% το κόστος μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στα 550 ευρώ για ένα βασικό πακέτο.

Με ετήσιο όφελος της τάξης των 125 ευρώ, η περίοδος απόσβεσης για ένα απλό σύστημα μπορεί να είναι λογική, εφόσον η αρχική τιμή παραμείνει χαμηλή και η παραγόμενη ενέργεια αξιοποιείται πραγματικά μέσα στην ημέρα. Αν όμως το τελικό κόστος πλησιάσει ή ξεπεράσει τα 1.000 ευρώ, η απόσβεση επιμηκύνεται και εξαρτάται ακόμη περισσότερο από το προφίλ κατανάλωσης.

Το νέο πλαίσιο, επομένως, δεν φέρνει μια «μαγική» λύση απέναντι στην ακρίβεια. Φέρνει όμως ένα νέο, μικρό και πιο δημοκρατικό εργαλείο αυτοκατανάλωσης. Η αξία του θα κριθεί στην πράξη: από την τιμή των συστημάτων, την ποιότητα των εγκαταστάσεων, τη δυνατότητα ελέγχου της αγοράς και, κυρίως, από το αν οι καταναλωτές θα το αντιμετωπίσουν ως αυτό που είναι, δηλαδή, ένα συμπληρωματικό μέσο περιορισμού της ημερήσιας κατανάλωσης και όχι ως υποκατάστατο ενός πλήρους φωτοβολταϊκού συστήματος.

Διαβάστε ακόμα