«Δεν θα έπρεπε η σύσταση του οχήματος ειδικού σκοπού (SPV) για τα υπεράκτια αιολικά να αποτελεί είδηση». Με αυτή τη χαρακτηριστική φράση άνθρωπος της αγοράς σχολίαζε τις πρόσφατες ανακοινώσεις για το επόμενο βήμα του προγράμματος ανάπτυξης των offshore αιολικών στην Ελλάδα. Και αυτό γιατί, όπως σημειώνει, πρόκειται για μία θεσμική κίνηση που θα έπρεπε ήδη να έχει ολοκληρωθεί, σε έναν κλάδο που εδώ και μήνες παραμένει ουσιαστικά «παγωμένος» στα συρτάρια του ΥΠΕΝ.
Από κυβερνητικής πλευράς, πάντως, οι διαβεβαιώσεις παραμένουν ότι δεν έχει υπάρξει αλλαγή στρατηγικής για τα υπεράκτια αιολικά. Όπως ανέφεραν στελέχη της ΕΛΕΤΑΕΝ κατά τη χθεσινή ενημερωτική συνάντηση με δημοσιογράφους, η πολιτική βούληση εξακολουθεί να υφίσταται. Ωστόσο, στην αγορά εκτιμούν ότι πλέον δεν αρκούν οι διαβεβαιώσεις. Εκείνο που λείπει είναι ένα σαφές χρονοδιάγραμμα και η συνέπεια στην υλοποίηση των επόμενων βημάτων, ώστε να μη χαθεί ο αναπτυξιακός ρυθμός.
Οι ίδιοι παράγοντες αναγνωρίζουν ότι το διεθνές momentum για τα υπεράκτια αιολικά δεν είναι σήμερα ευνοϊκό. Η αύξηση του κόστους κατασκευής, των επιτοκίων και των εφοδιαστικών πιέσεων έχει οδηγήσει πολλές αγορές σε επιβράδυνση ή επανασχεδιασμό έργων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η αγορά έχει αλλάξει οριστικά πορεία. Αντιθέτως, αρκετοί εκτιμούν ότι πρόκειται για μια προσωρινή φάση προσαρμογής και ότι, όταν οι οικονομικές συνθήκες βελτιωθούν, οι επενδύσεις θα επανέλθουν δυναμικά.
Ακριβώς γι’ αυτό, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει το σημερινό διάστημα για να ολοκληρώσει την απαραίτητη προεργασία. Η ΕΛΕΤΑΕΝ έχει ήδη καταθέσει τις προτάσεις της για τη συλλογή ανεμολογικών και βυθομετρικών δεδομένων από το SPV που πρόκειται να συστήσει η ΕΔΕΥΕΠ, υπογραμμίζοντας ότι οι εταιρείες διαθέτουν το ενδιαφέρον και την τεχνογνωσία για να δραστηριοποιηθούν στον νέο αυτό τομέα.
«Οι εταιρείες είναι έτοιμες για δραστηριοποίηση στον νέο αυτό κλάδο. Αυτό που χρειάζεται είναι στοιχειώδεις διαβεβαιώσεις ότι θα προχωρήσει με συγκεκριμένο ρυθμό», ανέφεραν χαρακτηριστικά στελέχη της αγοράς.
Το στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να μη χαθεί η πολιτική βούληση, αλλά να διατηρηθεί ζωντανό το επενδυτικό ενδιαφέρον. Το διεθνές μομέντουμ μπορεί σήμερα να μην ευνοεί τα υπεράκτια αιολικά, όμως λίγοι στον κλάδο πιστεύουν ότι αυτή η εικόνα θα είναι μόνιμη. Όταν η ζυγαριά γείρει ξανά υπέρ των offshore επενδύσεων, η Ελλάδα θα πρέπει να έχει κάνει την απαραίτητη προετοιμασία. Διαφορετικά, κινδυνεύει να βρεθεί για ακόμη μία φορά να κυνηγά τις εξελίξεις, αντί να επιβιβαστεί εγκαίρως στο βαγόνι της επόμενης ενεργειακής επενδυτικής φάσης.
Ο ρόλος του SPV
Η σύσταση του φορέα ολοκληρώθηκε εντός της προθεσμίας της 30ής Ιουνίου, καλύπτοντας το σχετικό ορόσημο που προβλέπεται στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Στο πρώτο στάδιο λειτουργίας του, το SPV ανήκει εξ ολοκλήρου στην ΕΔΕΥΕΠ. Ο σχεδιασμός, ωστόσο, προβλέπει ότι σε επόμενη φάση θα αποκτήσει ευρύτερη μετοχική βάση, με τη συμμετοχή φορέων που μπορούν να ενισχύσουν τόσο τη χρηματοδοτική του ικανότητα όσο και τη λειτουργική του αποτελεσματικότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες, στις σχετικές συζητήσεις συμμετέχουν ο ΑΔΜΗΕ, τραπεζικοί οργανισμοί, αλλά και επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην ανάπτυξη του Εθνικού Προγράμματος Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, μεταξύ των οποίων και η Ελληνικά Καλώδια.
Παρά ταύτα, στελέχη της αγοράς υποβαθμίζουν τη σημασία της τελικής μετοχικής σύνθεσης. Όπως σημειώνουν, εκείνο που έχει πραγματική αξία είναι το SPV να εξασφαλίσει επαρκείς πόρους, ώστε να προχωρήσει χωρίς νέες καθυστερήσεις στις αναγκαίες μετρήσεις. Σε τελική ανάλυση, προσθέτουν, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν θα κριθεί από το ποιοι θα συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο, αλλά από το αν οι έρευνες θα ξεκινήσουν άμεσα και θα ολοκληρωθούν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα.
Αυτός είναι, άλλωστε, και ο βασικός ρόλος του νέου φορέα. Να αναλάβει τη συλλογή των ανεμολογικών και βυθομετρικών δεδομένων που απαιτούνται για την ωρίμανση των θαλάσσιων περιοχών όπου προβλέπεται να αναπτυχθούν τα πρώτα εμπορικά υπεράκτια αιολικά πάρκα. Τα δεδομένα αυτά θα αποτελέσουν τη θεμελιώδη βάση για τον σχεδιασμό και την προκήρυξη των μελλοντικών διαγωνισμών παραχώρησης των θαλάσσιων οικοπέδων.
Διαβάστε ακόμη
