Τις τελευταίες ημέρες, ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, καθώς και τηλεοπτικές εκπομπές, καταγράφουν εικόνες πρωτοφανούς καύσωνα σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, με τους πολίτες να προσπαθούν με κάθε τρόπο να αντιμετωπίσουν τις ακραίες θερμοκρασίες και να βρουν «ανάσες» δροσιάς.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ταχεία εξάπλωση των φωτοβολταϊκών στις στέγες δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα: νοικοκυριά που μπορούν, έστω για λίγες ώρες την ημέρα, να τροφοδοτούν τα κλιματιστικά τους με «δωρεάν» ηλιακή ενέργεια. Ωστόσο, όπως δείχνει νέα ανάλυση, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Σύμφωνα με έρευνα του ενεργειακού think tank Ember, που επικαλείται το euronews, ένα τυπικό βρετανικό σπίτι που έχει φωτοβολταϊκό στην οροφή μπορεί κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα να παράγει αρκετή ηλεκτρική ενέργεια ώστε να λειτουργεί ένα κλιματιστικό για περίπου πέντε ώρες την ημέρα. Η διαπίστωση αυτή ενισχύει την άποψη ότι η ηλιακή ενέργεια και η ψύξη είναι «συμπληρωματικές τεχνολογίες», καθώς η παραγωγή από φωτοβολταϊκά συμπίπτει χρονικά με τις ώρες αυξημένης θερμοκρασίας και ζήτησης για δροσιά.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί περιβαλλοντικά βιώσιμη, ακόμη και όταν τροφοδοτείται από ΑΠΕ. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η ψύξη χώρων, κυρίως μέσω κλιματιστικών και ανεμιστήρων, κατανάλωσε περίπου 2.100 TWh ηλεκτρικής ενέργειας το 2022, αντιστοιχώντας στο 7% της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρισμού. Την ίδια χρονιά, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τη συγκεκριμένη χρήση υπολογίστηκαν σε περίπου 1 δισεκατομμύριο τόνους CO₂, δηλαδή σχεδόν το 3% των συνολικών παγκόσμιων εκπομπών. Η τάση, μάλιστα, είναι ανοδική. Ο IEA προβλέπει ότι τα κλιματιστικά παγκοσμίως μπορεί να τριπλασιαστούν τις επόμενες τρεις δεκαετίες, φτάνοντας τις 5,5 δισ. εγκατεστημένες μονάδες, καθώς η κλιματική αλλαγή ανεβάζει τις θερμοκρασίες. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η διείσδυση του κλιματισμού παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τις ΗΠΑ, αναμένεται να ξεπεράσουν τα 275 εκατομμύρια έως το 2050, ενώ ήδη χώρες όπως η Γαλλία επανεξετάζουν τη στάση τους απέναντι στην ευρεία χρήση τους μετά τα πρόσφατα ρεκόρ θερμοκρασιών.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (Climate Change Committee) έχει προτείνει επενδύσεις όχι μόνο σε συστήματα κλιματισμού αλλά και σε πιο «παθητικές» λύσεις δροσισμού, όπως πράσινες σκιές και βελτιώσεις στα δημόσια κτίρια. Εκτιμάται ότι περίπου το 22% των κτιρίων της χώρας θα χρειαστεί ενεργή ψύξη σε ένα σενάριο υπερθέρμανσης +2°C. Παράλληλα, μελέτη του Πανεπιστημίου του Birmingham προειδοποιεί ότι σε ένα ακραίο σενάριο, οι εκπομπές από τον κλιματισμό θα μπορούσαν έως το 2050 να ξεπεράσουν ακόμη και τις ετήσιες εκπομπές των ΗΠΑ.
Η «σκοτεινή πλευρά» της ψύξης
Αν και η ενεργειακή κατανάλωση είναι το πιο γνωστό περιβαλλοντικό ζήτημα, δεν είναι το μόνο. Τα κλιματιστικά χρησιμοποιούν ψυκτικά υγρά, όπως υδροφθοράνθρακες (HFCs) και υδροχλωροφθοράνθρακες (HCFCs), τα οποία είναι ισχυρά αέρια του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με το Our World in Data, οι συνολικές εκπομπές από τη χρήση τους έφτασαν το 2022 περίπου 1.750 τόνους CO₂ ισοδύναμου, ή 3,2% των παγκόσμιων εκπομπών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη ξεκινήσει τη σταδιακή κατάργηση των φθοριούχων αερίων, με στόχο την πλήρη εξάλειψή τους έως το 2050, προωθώντας εναλλακτικά φυσικά ψυκτικά όπως το προπάνιο και το CO₂.
Ακόμη κι αν ένα κλιματιστικό λειτουργεί με καθαρή ενέργεια, υπάρχει ένα φυσικό παράδοξο: η θερμότητα δεν εξαφανίζεται. Αποβάλλεται στο εξωτερικό περιβάλλον, ενισχύοντας το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Πόλεις όπως το Λονδίνο και το Παρίσι καταγράφουν συχνά θερμοκρασίες έως και 4°C υψηλότερες τη νύχτα σε σχέση με τις γύρω αγροτικές περιοχές, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή υπηρεσία Copernicus (C3S). Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Yuli Shan από το Πανεπιστήμιο του Birmingham, υπάρχει κίνδυνος να εγκλωβιστεί η κοινωνία σε μια «κούρσα εξοπλισμών» απέναντι στη ζέστη, όπου η ίδια η λύση επιτείνει το πρόβλημα.
Διαβάστε ακόμη
