Η Ελλάδα εμφανίζεται στην 27η θέση μεταξύ 120 χωρών στον Δείκτη Ενεργειακής Μετάβασης (Energy Transition Index 2026) που ανακοίνωσε την Πέμπτη το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός (World Economic Forum – WEF), με συνολική βαθμολογία 64,9 μονάδες. Η επίδοση αυτή την τοποθετεί αισθητά πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο των 57,3 μονάδων, αλλά ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών, που διαμορφώνεται στις 66,02 μονάδες. H Ελλάδα παίρνει 62,8 μονάδες στην τρέχουσα επίδοση του ενεργειακού συστήματος, αλλά 68,0 μονάδες στην «ετοιμότητα μετάβασης», δηλαδή στους θεσμικούς, επενδυτικούς, ρυθμιστικούς, τεχνολογικούς και υποδομικούς παράγοντες που καθορίζουν την επόμενη φάση. Με απλά λόγια, η έκθεση δείχνει ότι η Ελλάδα αξιολογείται καλύτερα ως προς τις προϋποθέσεις για την ενεργειακή μετάβαση από ό,τι ως προς το σημερινό αποτέλεσμα του ενεργειακού της συστήματος.
O φετινός δείκτης του WEF δεν περιγράφει μια παγκόσμια μετάβαση που επιταχύνεται γραμμικά. Αντίθετα, το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση γίνεται πιο άνιση, πιο κατακερματισμένη και περισσότερο εξαρτημένη από την ασφάλεια εφοδιασμού, τα δίκτυα, τις επενδύσεις και τη γεωπολιτική. Το WEF σημειώνει ότι η συνολική πρόοδος έχει σχεδόν παγώσει: η μέση βαθμολογία του δείκτη αυξήθηκε μόλις κατά 0,03%, ενώ η «ετοιμότητα μετάβασης» υποχώρησε για πρώτη φορά σε πάνω από μία δεκαετία, κατά 0,76%.
| Χώρα / ομάδα χωρών | Θέση 2026 | Συνολική βαθμολογία ETI 2026 | Επίδοση συστήματος | Ετοιμότητα μετάβασης |
|---|---|---|---|---|
| Σουηδία | 1 | 75,3 | 77,0 | 72,7 |
| Φινλανδία | 2 | 74,1 | 73,3 | 75,4 |
| Δανία | 3 | 72,6 | 71,8 | 73,9 |
| Γερμανία | 9 | 69,6 | 67,6 | 72,7 |
| Γαλλία | 10 | 68,3 | 70,4 | 65,1 |
| Πορτογαλία | 15 | 66,7 | 69,4 | 62,7 |
| Ρουμανία | 18 | 66,1 | 69,1 | 61,5 |
| ΗΠΑ | 19 | 65,9 | 65,4 | 66,6 |
| Ισπανία | 22 | 65,6 | 68,6 | 61,2 |
| Ελλάδα | 27 | 64,9 | 62,8 | 68,0 |
| Βουλγαρία | 30 | 64,0 | 67,4 | 58,8 |
| Ιταλία | 31 | 63,9 | 67,5 | 58,5 |
| Παγκόσμιος μέσος όρος | — | 57,3 | — | — |
| Μέσος όρος ανεπτυγμένων οικονομιών | — | 66,02 | — | — |
Η ελληνική εικόνα είναι επομένως διπλή. Από τη μία πλευρά, η χώρα βρίσκεται μπροστά από την Ιταλία, τη Βουλγαρία, τον Καναδά, το Βέλγιο, τη Νότια Κορέα και αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Από την άλλη, παραμένει πίσω από την Πορτογαλία και την Ισπανία, δηλαδή από δύο χώρες με τις οποίες συχνά συγκρίνεται λόγω γεωγραφίας, μεγέθους αγοράς και δυναμικού σε ΑΠΕ. Η Πορτογαλία βρίσκεται στη 15η θέση με 66,7 μονάδες και η Ισπανία στην 22η με 65,6, ενώ η Ελλάδα ακολουθεί στην 27η με 64,9.
Η κατάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα υστερεί σε όλες τις επιμέρους διαστάσεις. Αντίθετα, το 68,0 στην ετοιμότητα μετάβασης είναι σχετικά ισχυρό και υψηλότερο από τη συνολική βαθμολογία της χώρας. Αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ένδειξη ότι το ρυθμιστικό, επενδυτικό και θεσμικό περιβάλλον έχει δημιουργήσει προϋποθέσεις για περαιτέρω πρόοδο. Το ασθενέστερο σημείο βρίσκεται στην «επίδοση συστήματος», όπου η Ελλάδα βαθμολογείται με 62,8 μονάδες. Εκεί εντάσσονται οι τρεις βασικές διαστάσεις που χρησιμοποιεί το WEF για να αξιολογήσει το ενεργειακό σύστημα όπως λειτουργεί σήμερα: ασφάλεια, ισότητα/προσιτότητα και βιωσιμότητα.
Η μεθοδολογία του δείκτη έχει σημασία για να ερμηνευθούν σωστά τα ελληνικά ευρήματα. Ο συνολικός δείκτης ETI αποτελείται κατά 60% από την επίδοση του ενεργειακού συστήματος και κατά 40% από την ετοιμότητα μετάβασης. Η πρώτη κατηγορία εξετάζει ασφάλεια, προσιτότητα και βιωσιμότητα. Η δεύτερη εξετάζει ρυθμίσεις και πολιτική δέσμευση, χρηματοδότηση και επενδύσεις, υποδομές, καινοτομία, εκπαίδευση και ανθρώπινο κεφάλαιο. Η έκθεση διευκρινίζει επίσης ότι όλες οι βαθμολογίες κινούνται σε κλίμακα 0–100, με το 100 να είναι η υψηλότερη δυνατή επίδοση.
Το παγκόσμιο πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογείται η Ελλάδα είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Σύμφωνα με το WEF, η παγκόσμια ενεργειακή επένδυση έφτασε τα 3,3 τρισ. δολάρια το 2025, εκ των οποίων 2,3 τρισ. δολάρια κατευθύνθηκαν στην καθαρή ενέργεια. Ταυτόχρονα, οι ΑΠΕ και η πυρηνική ενέργεια παρήγαγαν το 42% του ηλεκτρισμού παγκοσμίως και η νέα δυναμικότητα ΑΠΕ αυξήθηκε σχεδόν κατά 800 GW. Ωστόσο, αυτά τα εντυπωσιακά μεγέθη συνυπάρχουν με σοβαρά εμπόδια: συμφόρηση στα δίκτυα, καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγες αγορές και υποεπένδυση στις αναδυόμενες οικονομίες.
Το κρίσιμο μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν έχει αντιστραφεί, αλλά έχει αρχίσει να «σπάει» σε διαφορετικές ταχύτητες. Μόνο το 56% των χωρών βελτίωσε τη συνολική του βαθμολογία το 2026, ενώ μόλις το 24% βελτιώθηκε ταυτόχρονα και στις τρεις διαστάσεις της επίδοσης του ενεργειακού συστήματος. Παράλληλα, η ετοιμότητα μετάβασης υποχώρησε στο 43% των χωρών, γεγονός που δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η εγκατάσταση νέας πράσινης ισχύος, αλλά η ικανότητα των χωρών να διατηρούν σταθερό επενδυτικό, ρυθμιστικό και υποδομικό περιβάλλον.
Η ενεργειακή ασφάλεια αναδεικνύεται πλέον σε κεντρική παράμετρο ανταγωνιστικότητας. Το WEF σημειώνει ότι η ασφάλεια είναι η μόνη διάσταση της επίδοσης του ενεργειακού συστήματος που υποχώρησε το 2026, με πτώση 0,9% και επιδείνωση σε 74 οικονομίες. Η έκθεση συνδέει την τάση αυτή με τη διαφοροποίηση προμηθειών, την επάρκεια εφοδιασμού, την ανθεκτικότητα του συστήματος και την αξιοπιστία των δικτύων. Το εύρημα αφορά άμεσα και την Ευρώπη, καθώς οι γεωπολιτικές πιέσεις, η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, οι ανάγκες αποθήκευσης και οι περιορισμοί στα ηλεκτρικά δίκτυα έχουν πλέον μετατραπεί σε βασικούς παράγοντες κόστους και ασφάλειας.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ποσοστό των ΑΠΕ ή στα νέα έργα παραγωγής. Η χώρα έχει ήδη υψηλή βαθμολογία στην ετοιμότητα μετάβασης, αλλά για να ανέβει ουσιαστικά στην κατάταξη χρειάζεται καλύτερη πραγματική επίδοση του συστήματος: ισχυρότερα δίκτυα, ταχύτερες διασυνδέσεις, μεγαλύτερη αποθήκευση, αποτελεσματικότερη ένταξη των ΑΠΕ, ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης και πιο σταθερή σχέση ανάμεσα στην πράσινη παραγωγή και το τελικό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αυτό δεν προκύπτει ως ειδική σύσταση για την Ελλάδα στην έκθεση, αλλά ως άμεση ανάγνωση της μεθοδολογίας και των ελληνικών βαθμολογιών.
Η διεθνής κατάταξη επιβεβαιώνει ότι οι πρωταθλητές της μετάβασης παραμένουν κυρίως οι χώρες με ισχυρούς θεσμούς, ώριμα δίκτυα και συνεπή πολιτική κατεύθυνση. Η Σουηδία βρίσκεται στην πρώτη θέση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ακολουθούμενη από τη Φινλανδία και τη Δανία. Οι ευρωπαϊκές και ιδίως οι σκανδιναβικές οικονομίες κρατούν τον πυρήνα της πρώτης εικοσάδας, αν και το WEF επισημαίνει ότι η ηγεσία τους δεν είναι ανεμπόδιστη: οι υψηλές αρχικές επιδόσεις δυσκολεύουν πλέον την περαιτέρω επιτάχυνση, ενώ τα εμπόδια μετατοπίζονται από την πολιτική φιλοδοξία στην υλοποίηση.
Η παρουσία της Κίνας στη 14η θέση, της Βραζιλίας στη 17η και των ΗΠΑ στη 19η δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκή υπόθεση. Οι χώρες αυτές έχουν τεράστιο βάρος στην παγκόσμια ζήτηση, στις επενδύσεις και στις εκπομπές. Η Κίνα βαθμολογείται με 66,9 μονάδες, η Βραζιλία με 66,4 και οι ΗΠΑ με 65,9. Η Ελλάδα, με 64,9, βρίσκεται κοντά σε αυτό το δεύτερο επίπεδο ισχυρών επιδόσεων, χωρίς, φυσικά, να έχει το ίδιο συστημικό βάρος στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Διαβάστε ακόμη
