Κανονικά προχωρούν τα έργα των επενδυτών φωτοβολταϊκών, παρά το γεγονός ότι η αγορά εξακολουθεί να κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας όσον αφορά τις περικοπές παραγωγής, αλλά και το αυξανόμενο φαινόμενο των μηδενικών και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν ήδη την οικονομική απόδοση πολλών εγκαταστάσεων, καθώς στα υφιστάμενα έργα καταγράφονται απώλειες εσόδων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σημαντικές.
Η νέα πραγματικότητα καθιστά πλέον ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη ενσωμάτωσης συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας behind the meter, ώστε οι παραγωγοί να μπορούν να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την παραγόμενη ενέργεια και να περιορίζουν τις επιπτώσεις από τις περικοπές και τις δυσμενείς συνθήκες της αγοράς. Ήδη έχουν ξεκινήσει οι σχετικές αιτήσεις προς τον ΔΕΔΔΗΕ, ενώ στην αγορά καταγράφεται αυξημένη κινητικότητα από πλευράς επενδυτών που εξετάζουν την προσθήκη μπαταριών στα υφιστάμενα έργα τους. Ωστόσο, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και ως εκ τούτου είναι νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τον τελικό αριθμό των έργων που θα προχωρήσουν ή με τον ρυθμό υλοποίησής τους.
Σε επίπεδο συνολικής αγοράς, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα δυναμική. Όπως συνέβη και το προηγούμενο έτος, έτσι και φέτος αναμένεται να προστεθούν στο σύστημα μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα, τα οποία θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την ανάπτυξη του κλάδου. Για τον λόγο αυτό, παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αγορά, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι μέχρι το τέλος της χρονιάς η συνολική νέα εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών θα ξεπεράσει τα 2 GW.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι συνολικά 1.200 MW νέων έργων έχουν ήδη συνδεθεί και προστεθεί στο δίκτυο από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα.
Αντίθετα, σημαντικά διαφορετική είναι η εικόνα στον τομέα της αυτοπαραγωγής το 2026. Το 2025 φαίνεται να επιβεβαιώνει την πτωτική τάση που ξεκίνησε ήδη από την προηγούμενη χρονιά, με αισθητή μείωση του αριθμού και της ισχύος των νέων έργων. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό στην αγορά, καθώς η αυτοπαραγωγή αποτελούσε τα προηγούμενα χρόνια έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης των μικρότερων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.
Όπως επεσήμανε πριν από λίγες ημέρες ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φωτοβολταϊκών σε σχετική ανακοίνωσή του, «μεσολάβησε μια χρονιά κατά την οποία η νέα ισχύς των έργων αυτοκατανάλωσης μειώθηκε κατά 30% (στα 265 MW το 2025 από 373 MW το 2024), με συνέπεια την απώλεια περίπου 2.000 θέσεων εργασίας στην κατηγορία αυτή. Και φέτος τα πράγματα είναι τραγικά. Μόλις 26 MW νέων συστημάτων με αυτοκατανάλωση ως τον Μάιο, εκ των οποίων μόλις τα 14 MW με το νέο καθεστώς του ταυτοχρονισμένου συμψηφισμού».
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, μέχρι τα τέλη του 2025 λειτουργούσαν στη χώρα περισσότερα από 100.000 εγκατεστημένα φωτοβολταϊκά συστήματα όλων των μεγεθών.
Την ίδια στιγμή, φορείς της αγοράς υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται συγκεκριμένες παρεμβάσεις προκειμένου να δοθεί νέα ώθηση στην αυτοπαραγωγή. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη επίσπευσης της τροποποίησης της υπουργικής απόφασης για το net-billing, η οποία θεωρείται κρίσιμη για τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος και την άρση σημαντικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ενδιαφερόμενοι. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το σχέδιο της απόφασης έχει ήδη ολοκληρωθεί και αναμένεται το προσεχές διάστημα να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.
Εν αναμονή της λίστας δικαιούχων για το πρόγραμμα «Συστήματα Αποθήκευσης στις Επιχειρήσεις»
Πέραν της τροποποίησης του πλαισίου για το net-billing, μια ακόμα εκκρεμότητα είναι η ολοκλήρωση των διαδικασιών για το πρόγραμμα «Συστήματα Αποθήκευσης στις Επιχειρήσεις».
Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί η λίστα των δικαιούχων του προγράμματος, γεγονός που διατηρεί σε κατάσταση αναμονής μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων και επενδυτών. Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες στην έναρξη των έργων, καθώς οι ενδιαφερόμενοι αδυνατούν να προχωρήσουν στον αναγκαίο προγραμματισμό, στις συμβάσεις προμήθειας εξοπλισμού και στην υλοποίηση των απαιτούμενων τεχνικών εργασιών.
Υπενθυμίζεται ότι το πρόγραμμα προέβλεπε την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης συνολικής ισχύος τουλάχιστον 333 MW, με στόχο την ενίσχυση της ενεργειακής ευελιξίας των επιχειρήσεων και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας. Ωστόσο, οι αιτήσεις που τελικά κατατέθηκαν αντιστοιχούν σε έργα συνολικής ισχύος περίπου 100 MW, γεγονός που αναδεικνύει ένα σαφές χάσμα μεταξύ του αρχικού σχεδιασμού και της πραγματικής ανταπόκρισης της αγοράς.
Διαβάστε ακόμη
