Τα πρώτα προειδοποιητικά σήματα για την πορεία της αγοράς των ΑΠΕ έχουν εμφανιστεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, επιβεβαιώνοντας ότι το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια εισέρχεται πλέον σε μια νέα και πιο απαιτητική φάση. Τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν χιλιάδες επενδυτικά σχέδια που είτε βρίσκονται σε λειτουργία είτε αναμένουν στην «ουρά» για όρους σύνδεσης. Η μεγάλη αυτή διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα αποτέλεσε αναμφίβολα σημαντικό βήμα για την πράσινη μετάβαση της χώρας, ωστόσο η έλλειψη παράλληλων επενδύσεων σε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας δημιουργεί πλέον σοβαρές πιέσεις στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξάνεται με τους ρυθμούς που είχαν αρχικά εκτιμηθεί, γεγονός που επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Κυρίως οι μη καθετοποιημένοι παίκτες της αγοράς, δηλαδή όσοι δεν διαθέτουν ισχυρή παρουσία σε παραγωγή, προμήθεια και εμπορία ενέργειας ταυτόχρονα, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διαρκώς επιδεινούμενο σπιράλ περικοπών παραγωγής και μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αλλάζει πλήρως τα οικονομικά δεδομένα και ανατρέπει τα αρχικά business plans πολλών επενδύσεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια ολόκληρης της προηγούμενης εβδομάδας, για αρκετές ώρες μέσα στην ημέρα, στο Χρηματιστήριο Ενέργειας καταγράφονταν μηδενικές αλλά και αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι οι στρεβλώσεις αυτές όχι μόνο δεν θα περιοριστούν το επόμενο διάστημα, αλλά αντιθέτως αναμένεται να ενταθούν περαιτέρω μέσα στο 2026, παρά το γεγονός ότι ήδη έχουν αρχίσει να συνδέονται στο σύστημα οι πρώτοι σταθμοί αποθήκευσης ενέργειας.
Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, οι συνεχείς περικοπές στην παραγόμενη ενέργεια έχουν αυξήσει σημαντικά τη μεταβλητότητα συνολικά στην αγορά ηλεκτρισμού, δημιουργώντας έντονο προβληματισμό για τη βιωσιμότητα πολλών έργων. Όπως επισημαίνουν στο Energygame, στα υφιστάμενα έργα ΑΠΕ και κυρίως στα φωτοβολταϊκά πάρκα, ήδη πολλοί ιδιοκτήτες αναγκάζονται να επαναδιαπραγματεύονται τους όρους χρηματοδότησής τους και να παρατείνουν τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων τους. Στόχος αυτών των κινήσεων είναι να αποφευχθεί η δημιουργία γενιάς «κόκκινων» δανείων στον ενεργειακό τομέα.
Το μεγάλο δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι παραγωγοί είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Από τη μία πλευρά, μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν τα έργα τους αποδεχόμενοι ότι τα έσοδά τους θα μειώνονται συνεχώς λόγω των περικοπών και των χαμηλών τιμών στην αγορά. Από την άλλη, καλούνται να επενδύσουν σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, προσθέτοντας μπαταρίες στις εγκαταστάσεις τους ώστε να μπορούν να αποθηκεύουν την παραγόμενη ενέργεια και να τη διαθέτουν στο σύστημα σε ώρες υψηλότερης ζήτησης και καλύτερων τιμών. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει νέο δανεισμό και επιπλέον κεφάλαια, σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη αρκετών επενδυτών απέναντι στην αγορά φαίνεται να έχει κλονιστεί.
Ήδη στελέχη του κλάδου των φωτοβολταϊκών υπογραμμίζουν ότι η προσθήκη μπαταριών στα έργα αποτελεί ουσιαστικά μονόδρομο για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους τα επόμενα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, όπως αναφέρει τραπεζικό στέλεχος, «δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να βάλουν λεφτά και ο λόγος είναι ότι έχει σπάσει ο κρίκος αξιοπιστίας στην αγορά». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτυπώνει το γενικότερο κλίμα επιφυλακτικότητας που επικρατεί, καθώς πολλοί επενδυτές εκφράζουν ανησυχίες για τη σταθερότητα του ρυθμιστικού και επενδυτικού περιβάλλοντος.
Παρόμοιος προβληματισμός καταγράφεται και στην αγορά αποθήκευσης ενέργειας. Σύμφωνα με το ίδιο τραπεζικό στέλεχος, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργούν τα συστήματα αποθήκευσης και τους μηχανισμούς μέσω των οποίων θα αμείβονται. Σε αντίθεση με ένα φωτοβολταϊκό έργο, όπου το προφίλ παραγωγής είναι σχετικά προβλέψιμο, μια μπαταρία αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυναμικό asset, του οποίου η απόδοση και η κερδοφορία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον optimizer που χρησιμοποιείται και από τη στρατηγική διαχείρισης της ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες καλούνται να αξιολογήσουν όχι μόνο το τεχνικό σκέλος μιας επένδυσης, αλλά και το εμπορικό μοντέλο λειτουργίας της, γεγονός που καθιστά τη χρηματοδότηση πιο σύνθετη και απαιτητική.
Παρά τις δυσκολίες, η αποθήκευση ενέργειας θεωρείται κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα της ενεργειακής μετάβασης και βασική προϋπόθεση για την ομαλή ενσωμάτωση ακόμη μεγαλύτερων ποσοτήτων ΑΠΕ στο σύστημα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μέσω LinkedIn η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της FARIA Renewables, Θάλεια Βαλκούμα, μιλώντας πρόσφατα στο Energy Transition Summit, χωρίς ουσιαστική επιτάχυνση των επενδύσεων στην αποθήκευση, η πράσινη μετάβαση της Ελλάδας κινδυνεύει να χάσει τη δυναμική της. Αν και η εγκατεστημένη χωρητικότητα αποθήκευσης εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τα 700 MW μέχρι το τέλος του 2026, τα επίπεδα αυτά εξακολουθούν να θεωρούνται ανεπαρκή για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα υπερπροσφοράς ενέργειας και να διασφαλιστεί η σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος.
Η κα Βαλκούμα υπογραμμίζει ακόμη ότι εξίσου σημαντική με τις ίδιες τις επενδύσεις είναι και η ανάγκη ύπαρξης σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου για τους επενδυτές. Η παροχή μακροπρόθεσμης ορατότητας, η διαμόρφωση προβλέψιμων συνθηκών αγοράς, οι αποτελεσματικές διαδικασίες αδειοδότησης και εφαρμογής, καθώς και τα σταθερά πολιτικά μηνύματα, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση βιώσιμων ιδιωτικών επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας. Όπως σημειώνει, οι καθυστερήσεις και η κανονιστική αβεβαιότητα ενδέχεται να στείλουν αρνητικά μηνύματα στην αγορά και να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας.
Διαβάστε ακόμη
